Καταπολέμηση της διαπλοκής και ΜΜΕ

Γιώργος Σωτηρέλης, Παναγιώτης Δημητρόπουλος, Κυρ. Ελευθεροτυπία, 07/11/2004

Το τελευταίο διάστημα η κυβέρνηση έχει φέρει με έμφαση στο προσκήνιο -ακόμη και με αγοραίο τρόπο- το ζήτημα της διαπλοκής. Η εξέλιξη αυτή, ανεξαρτήτως του αν οι ειδικότεροι λόγοι που την προκάλεσαν ήταν συγκυριακοί και μάλλον προσχηματικοί, θα μπορούσε να αποβεί πράγματι ωφέλιμη για την αποκατάσταση του ρόλου και της αξιοπιστίας της πολιτικής, έναντι των ιδιωτικών συμφερόντων, στον βαθμό που θα κατέληγε σε απτά αποτελέσματα. Ωστόσο, αν κρίνουμε από τις έως τώρα πληροφορίες, τα μέτρα που προτείνονται είναι αποσπασματικά, πρόχειρα και σε κάθε περίπτωση απρόσφορα για την πραγμάτωση ενός τόσο σημαντικού πολιτικού στόχου. Ειδικότερα:

1. Η συζήτηση για τη διαπλοκή στην Ελλάδα περιστρέφεται μονότονα γύρω από το ζήτημα της συμμετοχής των ιδιοκτητών ΜΜΕ σε εταιρείες που αναλαμβάνουν έργα και προμήθειες από το Δημόσιο. Ειδικότερα έχει αναχθεί σε μείζον ζήτημα η «αθέμιτη» επιρροή που φέρονται να ασκούν τα ΜΜΕ, κατά τη διαδικασία ανάθεσης δημοσίων έργων και προμηθειών, οδηγώντας στην προνομιακή μεταχείριση ορισμένων οικονομικών συμφερόντων του Δημοσίου. Το πρόβλημα, μάλιστα, θεωρήθηκε τόσο οξύ ώστε με τον ν. 2328/1995 (άρθρο 1, παρ. 11) θεσπίστηκε η απόλυτη απαγόρευση συμμετοχής σε εταιρείες που συμβάλλονται με το Δημόσιο τόσο για τους ιδιοκτήτες ΜΜΕ όσο και για τα συγγενικά τους πρόσωπα, εκτός εάν μπορούσαν να αποδείξουν οικονομική και επιχειρηματική αυτοτέλεια.

Με την αναθεώρηση του 2001 η απαγόρευση παράλληλης συμμετοχής εντάχθηκε και στο ίδιο το Σύνταγμα (άρθρο 14, παρ. 9 Σ), το οποίο όμως περιόρισε το ασυμβίβαστο μόνον σε όσους είχαν την ιδιότητα του «βασικού μετόχου», καθώς και σε κάθε είδους παρένθετα πρόσωπα. Με τον ν. 3021/2002, το μέγιστο επιτρεπόμενο ποσοστό συμμετοχής καθορίστηκε στο 5%. Με τον ίδιο νόμο ορίστηκε ότι απαγορεύεται ακόμη και η μικρότερη συμμετοχή, αν συντρέχουν μια σειρά από προϋποθέσεις από τις οποίες προκύπτει παράλληλη αποφασιστική επιρροή του ίδιου προσώπου στη διοίκηση και λειτουργία των ΜΜΕ και των εταιρειών που συμβάλλονται με το Δημόσιο.

*Ωστόσο, οι απαγορεύσεις αυτές δεν φαίνεται να είχαν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Η δε κυβέρνηση φέρεται να προετοιμάζει νέο νόμο, με τον οποίο, το μεν ποσοστό του βασικού μετόχου θα κατέλθει στο 1%, η δε συμμετοχή συγγενικών προσώπων των ιδιοκτητών των ΜΜΕ σε εταιρείες που συμβάλλονται με το Δημόσιο θα απαγορευθεί απολύτως, ασχέτως αν αποδεικνύεται οικονομική αυτοτέλεια.

2. Ο εντοπισμός του προβλήματος της διαπλοκής απλώς και μόνο στη συμμετοχή εργολάβων του Δημοσίου σε εταιρείες ΜΜΕ, και το αντίστροφο, συσκοτίζει τις πραγματικές διαστάσεις της -είναι γνωστό ότι ούτε ο Μπερλουσκόνι ούτε ο Μέρντοχ, για να πάρουμε δύο από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα διαπλοκής, εμπλέκονται με δημόσια έργα- και οδηγεί σε ένα κυνήγι μαγισσών, το οποίο, στην καλύτερη περίπτωση, χρησιμεύει απλώς για έναν εύκολο εντυπωσιασμό. Ειδικότερα:

*Ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η «δυσαπόδεικτη», κατά το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ 1882/2002) πολιτική επιρροή των ΜΜΕ κατά την ανάθεση των δημοσίων συμβάσεων, οδηγεί πράγματι σε προνομιακή μεταχείριση των εργολάβων του Δημοσίου (και των συγγενικών τους προσώπων) που μετέχουν και μάλιστα με ποσοστό κάτω του 5% σε αυτά, τότε η προτεραιότητα πρέπει να είναι άλλη: να αναζητηθούν, να μελετηθούν και να «κλείσουν» τα «παράθυρα» της νομοθεσίας περί αναθέσεων των δημοσίων συμβάσεων, που αφήνουν περιθώρια καταστρατήγησής της, λόγω αθέμιτων επιρροών που οφείλονται είτε στην επικοινωνιακή ισχύ των εργολάβων είτε στον χρηματισμό ηπηρεσιακών παραγόντων και πολιτικών.

*Αντιθέτως, η επιβολή απλώς πρόσθετων περιορισμών στους ιδιοκτήτες των ΜΜΕ απλώς θα ευνοήσει, στο ανελέητο επιχειρηματικό τους παιχνίδι, όσους εργολάβους δεν μετέχουν σε ΜΜΕ αλλά έχουν φροντίσει να εξασφαλίσουν την εύνοια της κρατικής εξουσίας με άλλους προσφορότερους τρόπους...

*Πέραν των ανωτέρω, θεωρούμε ότι η ουσιαστική αποτροπή της πραγματικής συμμετοχής των εργολάβων του Δημοσίου σε εταιρείες ΜΜΕ δεν αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά με νομοθετικές αυξομειώσεις του ποσοστού που πρέπει να έχει ένας μέτοχος για να χαρακτηριστεί «βασικός». Στην καλύτερη περίπτωση, τέτοιες αλλαγές το μόνο που καταφέρνουν είναι να προκαλέσουν, με τη σειρά τους, μεταβολές στο ποσοστό των αχυρανθρώπων που εμπλέκονται στα ΜΜΕ και κατά συνέπεια πρόσθετη γραφειοκρατία στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (στο εξής ΕΣΡ), χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα ως προς τη διασφάλιση της διαφάνειας.

*Οσον αφορά δε την προεξαγγελθείσα κατάργηση της δυνατότητας των συγγενικών προσώπων των ιδιοκτητών ΜΜΕ να μετέχουν σε εταιρείες που συμβάλλονται με το Δημόσιο, ακόμη και αν αποδεικνύουν επιχειρηματική και οικονομική αυτοτέλεια, αυτή, εκτός από αναποτελεσματική, θα ήταν και νομικά προβληματική, ως απόρροια μιας ασύμβατης με το Σύνταγμα και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο αντίληψης περί οικογενειακής ευθύνης. Επιπλέον, δε, αποτελεί και έμμεση ομολογία ότι ο θεσμικός έλεγχος των στοιχείων που τεκμηριώνουν την αυτοτέλεια, ιδίως στην περίπτωση των συγγενών, ήταν ώς τώρα τυπικός και άρα αναποτελεσματικός.

3. Το κύριο πρόβλημα της διαπλοκής στα ΜΜΕ, είναι, κατά τη γνώμη μας, η συγκέντρωση του ελέγχου μέσων της αυτής ή άλλης μορφής στα χέρια επιχειρηματιών, με σκοπό την πολιτική και πολιτιστική χειραγώγηση της κοινής γνώμης.

Αν και διαθέτουμε μια φαινομενικά αυστηρή νομοθεσία για την απαγόρευση της συγκέντρωσης στα ΜΜΕ, έως σήμερα ουδέποτε έγινε δυνατή η αποτελεσματική εφαρμογή της. Και αυτό μεταξύ άλλων διότι:

α) Ισχύει μια δυσεφάρμοστη, ανορθολογική και δαιδαλώδης ραδιοτηλεοπτική νομοθεσία, με κύριο παράδειγμα τους νόμους 2328/1995 και 2644/1998.

β) Δεν υπήρξε ποτέ ειλικρινής και συνεπής πολιτική βούληση ούτε για τον ουσιαστικό έλεγχο του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των ΜΜΕ αλλά ούτε και για τη χορήγηση οριστικών αδειών στους σοβαρότερους και πιο αξιόπιστους επιχειρηματίες του χώρου, ώστε να διασφαλιστούν πράγματι οι αρχές της πολυφωνίας και της ποιότητας.

γ) Το ΕΣΡ ελάχιστα ανταποκρίθηκε στον ρόλο μιας πράγματι ανεξάρτητης αρχής, τόσο λόγω προβληματικής σύνθεσης -δυστυχώς υπήρξαν κατά καιρούς μέλη του που δεν στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων, τείνοντας ευήκοον ους στην εκάστοτε πολιτική ηγεσία και στα επιχειρηματικά συμφέροντα- όσο και λόγω του ότι αντιμετωπίστηκε με δυσπιστία από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία του υπουργείου Τύπου. Το τελευταίο μάλιστα όχι μόνο «ξεχνούσε» συστηματικά ότι δεν είναι δυνατόν να ασκηθούν οι αρμοδιότητες του ΕΣΡ χωρίς την απαραίτητη υποδομή, αλλά και δεν δίσταζε να ανατρέψει, ενίοτε σκανδαλωδώς, όσες αποφάσεις του δεν ήταν αρεστές...

4. Είναι λοιπόν προφανές, με βάση τα προεκτεθέντα, ότι η συζήτηση πρέπει επιτέλους να στραφεί προς την κατεύθυνση της λήψης ουσιαστικών μέτρων για την αντιμετώπιση της διαπλοκής στα ΜΜΕ, με ζητούμενο την εξασφάλιση της διαφάνειας στο ιδιοκτησιακό καθεστώς τους, την αποτροπή της συγκέντρωσης και τη διασφάλιση του πλουραλισμού.

Για τον σκοπό αυτό πρέπει μεταξύ άλλων:

α) Να απλουστευθεί και να κωδικοποιηθεί, ως τάχιστα, η γεμάτη αντιφατικές διατάξεις ραδιοτηλεοπτική νομοθεσία, με παράλληλη -συναινετική κατά το δυνατόν- κατάργηση των δυσεφάρμοστων εκείνων ρυθμίσεων, που αντί να διευκολύνουν την επιβολή της νομιμότητας αποτελούν το άλλοθι για επιλεκτικούς ελέγχους και για τη συνολική απαξίωση των εγγυήσεων πλουραλισμού και διαφάνειας.

β) Να στελεχωθεί επειγόντως το ΕΣΡ με ικανό αριθμό ειδικών επιστημόνων που θα παρέχουν υπηρεσίες υψηλού επιπέδου και να εφοδιαστεί η Αρχή με όλη την απαραίτητη υλικοτεχνική υποδομή, προκειμένου να ανταποκριθεί στο κρίσιμο ελεγκτικό έργο της.

γ) Να ενεργοποιηθούν από το ΕΣΡ οι προβλεπόμενες από τη νομοθεσία δυνατότητες ελέγχου των ιδιοκτητών ΜΜΕ, με τη συνεργασία άλλων, ελληνικών και ξένων αρχών και να θεσπιστούν, όπου η ισχύουσα νομοθεσία δεν επαρκεί, νέες διαδικασίες ελέγχου των φερομένων ως παρένθετων προσώπων, με ιδιαίτερη έμφαση στον έλεγχο των off-shore εταιρειών.

δ) Να καταγραφεί οριστικά ο αριθμός των συχνοτήτων που μπορούν να δοθούν σε ιδιωτικούς ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς, με κριτήριο όχι την απεικόνιση της στρεβλωμένης από τα χρόνια της ανομίας αγορά, αλλά τη βιωσιμότητα των σταθμών και την πλουραλιστική πληροφόρηση.

ε) Να προκηρυχθούν και να δοθούν σε σύντομο χρονικό διάστημα άδειες λειτουργίας, με βάση ένα νέο, απλουστευμένο και αντικειμενικό θεσμικό πλαίσιο, ώστε να μην επαναληφθούν επιλογές που υπαγορεύονται από τις ιδιωτικές εξουσίες και τα συμφέροντά τους -όπως φάνηκε στον πρόσφατα ακυρωθέντα από το ΣτΕ διαγωνισμό για τη χορήγηση 15 αδειών σε ραδιοφωνικούς σταθμούς της Αττικής.

5. Συμπερασματικά, αν η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να προχωρήσει προς την κατεύθυνση ουσιαστικής ρήξης με το σύστημα διαπλοκής, χωρίς επιλεκτικούς διαχωρισμούς και εύκολους αφορισμούς, τότε να είναι βέβαιη ότι θα εξασφαλίσει ευρύτατη συναίνεση, τόσο στις πολιτικές δυνάμεις όσο και στην κοινωνία. Διαφορετικά, αν αρκεστεί απλώς σε κάποια επικοινωνιακά πυροτεχνήματα, δεν θα επιτύχει τίποτε και θα υποκύψει εντέλει, παρά τους λεονταρισμούς, στις πιέσεις που την πολιορκούν (και στις οποίες υπάρχουν τόσοι -μα τόσοι- πολλοί στους κόλπους της, που είτε έχουν ενδώσει από καιρό είτε είναι πρόθυμοι να ενδώσουν, με την πρώτη ευκαιρία...). Σε μια τέτοια όμως περίπτωση, δεν θα είναι απλώς υπόλογη για τη διάψευση των προσδοκιών που καλλιέργησε αλλά και για μια συνολικότερη ήττα του πολιτικού συστήματος, από τις αδίστακτες ιδιωτικές εξουσίες που καταδυναστεύουν τον δημόσιο βίο...

* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Χ. ΣΩΤΗΡΕΛΗΣ είναι αν. καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Η. ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ είναι ΔΜΣ Δημοσίου Δικαίου, δικηγόρος, πρώην επιστημονικός συνεργάτης ΕΣΡ.

Θέμα επικαιρότητας:
ΜΜΕ

Σύνολο: 82 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι