Οι στόχοι της αριστεράς

Τζόρτζιο Ρουφόλο, Κυρ. Ελευθεροτυπία, 28/11/2004

Αλλη μια φορά, η αριστερά διαιρείται σε ριζοσπάστες (ο κομμουνισμός δεν υπάρχει πλέον) και ρεφορμιστές.

Αλλά οι ριζοσπάστες έχουν απαρνηθεί την επανάσταση με αντάλλαγμα τη διαρκή αμφισβήτηση. Ενας ρόλος κάθε άλλο παρά ανώφελος, όταν ο σκοπός είναι η αποκάλυψη της πολιτικής ζήτησης, αλλά στείρος σε ό,τι αφορά τη θεμελίωση μιας προσφοράς, που συγκροτεί και το νόημα της πολιτικής δράσης. Σε αυτές τις συνθήκες, η αδιάλλακτη αριστερά διολισθαίνει προς δύο αδιέξοδους δρόμους:

-Από τη μια μεριά προς αυτό που ο Καρλ Μαρξ όριζε περιφρονητικά ως το «πάθος της επίδειξης», προς μιαν επίδειξη συναισθημάτων, προς έναν αυτοεγκωμιαζόμενο εξπρεσιονισμό χειρονομιών που δεν οδηγεί πουθενά και που κυριολεκτικά στριφογυρίζει γύρω από τον εαυτό του.

-Από την άλλη μεριά, προς μια βίαιη ανατρεπτικότητα που επιλέγει ως κύριο αντίπαλο τη ρεφορμιστική αριστερά, προς όφελος της δεξιάς.

*Οι ρεφορμιστές, από τη μεριά τους, δεν μπορούν πλέον να βασίζονται στην ισχύ του εθνικού κράτους, που έχει αποδυναμωθεί από την παγκοσμιοποίηση. Κατέληξαν, επιμένως, να αναδιπλωθούν είτε στην απλή υπεράσπιση των προστατευτικών θεσμών του κοινωνικού κράτους είτε στην αποδοχή των προτεραιοτήτων του καπιταλισμού με αντιστάθμισμα ορισμένα «συμπονετικά» μέτρα.

Με αυτή την υποχώρηση ο ρεφορμισμός άλλαξε νόημα: Δεν πρόκειται πλέον για τη συμμόρφωση του καπιταλισμού στις επιταγές του κοινωνικού κράτους, αλλά -αντίθετα- για τον περιορισμό των θεσμών του κοινωνικού κράτους, οι οποίοι προσαρμόζονται στις επιταγές ανταγωνιστικότητας που θέτει όλο και περισσότερο ο παγκόσμιος καπιταλισμός.

Γίνονται, επομένως, «φιλελεύθερες» μεταρρυθμίσεις, όπως εκείνες που αποβλέπουν στην ευελιξία της αγοράς εργασίας ή στη μείωση των κοινωνικών δαπανών. Θα ήταν ανόητο να αρνηθούμε ότι αυτές οι μεταρρυθμίσεις έχουν μια λογική. Υπάρχουν προβλήματα βιωσιμότητας και ανταγωνιστικότητας του οικονομικού συστήματος, στα οποία χρειάζεται οπωσδήποτε απάντηση.

Αλλά υπάρχουν και προβλήματα πολύ μεγαλύτερης σημασίας, προβλήματα περιβαλλοντικής και κοινωνικής βιωσιμότητας του οικονομικού υποσυστήματος σε σχέση με το κοινωνικό σύστημα.

*Αν η επίμονη επιδίωξη της ανταγωνιστικότητας προκαλεί υποβάθμιση του περιβάλλοντος και κοινωνική αποδιάρθρωση, τότε ο καπιταλισμός γίνεται ένα εκρηκτικό σύστημα στερούμενο ελέγχου και νοήματος. Χρειάζεται επομένως να τον επαναφέρουμε μέσα στην κοίτη της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας και της κοινωνικής συνοχής. Χρειάζεται να του προσδώσουμε ένα νόημα. Αυτός είναι ο ρόλος της μεγάλης πολιτικής. Αυτό είναι το καθήκον ενός μη υποτελούς ρεφορμισμού: να διορθώσουμε την πορεία των ισχυρών τάσεων που διαπερνούν το παρόν μας, επαναπροσανατολίζοντάς τες προς την κατεύθυνση μιας πιο ισορροπημένης και πιο δίκαιης κοινωνίας.

*Η πρώτη και θεμελιώδης προϋπόθεση ώστε η πολιτική να επανακτήσει τον πρωταρχικό της ρόλο είναι η ισχύς της να γίνει αντίστοιχη προς την ισχύ του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.

Το ιδεώδες θα ήταν φυσικά η δημιουργία μιας παγκόσμιας διακυβέρνησης, ικανής να εξισορροπεί τη δύναμη ενός παγκόσμιου καπιταλισμού. Αυτός είναι ένας στόχος που δεν είναι πλέον ουτοπικός, αλλά που δεν μπορεί να επιτευχθεί αμέσως.

Στην πορεία προς αυτόν τον στόχο υπάρχουν ενδιάμεσα στάδια: Η θεμελίωση νέων υπερεθνικών πολιτικών υποκειμένων, όπως είναι η Ευρώπη, εντάσσεται σε μια στρατηγική συγκέντρωσης της πολιτικής ισχύος και επανεξισορρόπησης της παγκόσιας οικονομικής ισχύος. Η Ευρωπαϊκή Ενωση αντιπροσωπεύει για την αριστερά τον μόνο τρόπο για να ανακτήσει μια χαμένη δύναμη.

*Μέχρι τώρα, ωστόσο, η Ε.Ε. αποτελεί χαμένη ευκαιρία. Η δύναμη της Ευρώπης παραμένει ακόμα σε μεγάλο βαθμό μια «εικονική» δύναμη.

Προς ποια κατεύθυνση θα έπρεπε να στραφεί η δράση αυτής της δύναμης; Πάνω απ’ όλα, φυσικά, προς μια μακροοικονομική πολιτική προσανατολισμένη προς την επέκταση, που έχει γίνει ανέφικτη σε εθνικό επίπεδο. Αλλά νομίζω ότι ο κύριος άξονας της αλλαγής θα έπρεπε να είναι η επανεξισορρόπηση της σχέσης ανάμεσα σε ιδιωτικά, και κοινωνικά αγαθά, μιας σχέσης που σήμερα έχει διαταραχθεί προς πελώριο όφελος των πρώτων.

Δεν έχουμε ανάγκη να διπλασιάζουμε κάθε δέκα χρόνια τον αριθμό των ιδιωτικών αυτοκινήτων και των οικιακών ηλεκτρικών συσκευών, δημιουργώντας απαράδεκτη συμφόρηση στους δρόμους μας και στα απόβλητά μας. Εχουμε ανάγκη για δημόσιες μεταφορές, για υγειονομικές υπηρεσίες, σχολεία, κέντρα περίθαλψης και εκπαίδευσης, υπηρεσίες ασφάλειας, προστασίας του περιβάλλοντος και πρόληψης της μόλυνσης που απειλεί τον πλανήτη.

*Ολα αυτά απαιτούν σημαντικούς πόρους. Και αυτοί οι πόροι δεν μπορούν να αντληθούν με μια περαιτέρω αύξηση της φορολογικής πίεσης, που ήδη σήμερα θεωρείται υπερβολική. Αυτό που χρειάζεται να γίνει είναι η ανάπτυξη εκείνου του τρίτου τομέα στον οποίο είναι οι ίδιοι οι χρήστες των κοινωνικών αγαθών αυτοί που τα παράγουν. Το ζητούμενο είναι όμως να μετασχηματίσουμε αυτόν τον κοινωνικό τομέα, που σήμερα είναι μια περιθωριακή περιοχή της οικονομίας, σε ένα αληθινό σύστημα, η σημασία του οποίου θα μπορεί να συγκριθεί με τα άλλα δύο συστήματα, εκείνα της αγοράς και του κράτους (...).


εφημερίδα «La Repubblica» στις 31/3/2004.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι