Ένα βήμα μπρος δυο βήματα πίσω

Ευθύμης Δημόπουλος, 23/06/2011

Πρόσφατα η ΔΗΜΑΡ διοργάνωσε με μεγάλη επιτυχία εκδήλωση όπου αξιόλογοι οικονομολόγοι παρουσίασαν τις απόψεις-προτάσεις τους σχετικά με την ελληνική και ευρωπαϊκή κρίση. Η εκδήλωση δανείστηκε, από μια γνωστή μπροσούρα του Λένιν, τον εύγλωττο τίτλο «Τι να κάνουμε;», όχι φυσικά για να παραπέμψει σε λενινιστικές λύσεις αλλά για να υπογραμμίσει την ανάγκη επείγουσας δράσης μπροστά στη σημερινή κατάσταση. Στο παρόν κείμενο επιλέγω έναν εξίσου γνωστό λενινιστικό τίτλο (Ένα βήμα μπρος δύο βήματα πίσω), για να δείξω τις παλινωδίες του επίσημου πολιτικού λόγου της ΔΗΜΑΡ οι οποίες μας καθηλώνουν σε μια ιδιότυπη αλλά και νοσηρή ουδετερότητα, που τελικά μας φθείρει και κινδυνεύει να μας απομακρύνει από το μπλοκ των ήδη αναιμικών δυνάμεων του ελληνικού μεταρρυθμισμού.

Παλινωδία 1η : Ενώ σε επίπεδο διακηρυγμένων θέσεων συνεδρίου δεχόμαστε πως η εκτόξευση του δημόσιου χρέους, των ελλειμμάτων και η «παραγωγική ερημοποίηση» της ελληνικής οικονομίας οφείλονται αποκλειστικά στο μοντέλο πολιτικής και κοινωνικής κουλτούρας που επέβαλε το μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα και δεχόμαστε πως «πίσω από κάθε πτυχή της ελληνικής οικονομικής κρίσης κρύβεται κάποια από τις παθογένειες του πολιτικού συστήματος» στο πεδίο της εφαρμοσμένης πολιτικής, δείχνουμε αδρανείς ή και φιλικοί απέναντι στην «εξέγερση των συντεχνιών» και ιδιαίτερα ανεκτικοί με το λίπος του δημόσιου τομέα. Διστάζουμε να αποκαλύψουμε θαρραλέα στην κοινή γνώμη και στους χώρους εργασίας τις ευθύνες και το ρόλο όλων αυτών των πελατειακών μαγαζιών - πραγματικής κόπρου του Αυγεία - και έτσι χάνουμε την ευκαιρία να έχουμε πρωταγωνιστικό ρόλο στην, τόσο απαραίτητη για την ελληνική κοινωνία, αποδόμησή τους. Η αδράνεια αυτή παράλληλα κάθε άλλο παρά συμβάλλει στην αναζήτηση μιας νέας συλλογικής αυτογνωσίας, αντιθέτως αποπροσανατολίζει, παράγοντας «αγανακτισμένους».

Παλινωδία 2η : Αναγνωρίζουμε πως η διαχείριση της ελληνικής κρίσης οφείλει να κινείται σε δύο επίπεδα, δηλαδή τόσο αυτό των μεταρρυθμίσεων στο εσωτερικό όσο και αυτό των συνολικών ευρωπαϊκών ρυθμίσεων ακόμη και της ριζικής αναδιάρθρωσης του κυρίαρχου ευρωμοντέλου και δηλώνουμε πως: «Η χώρα δεν πρέπει να περιμένει τη λύση των προβλημάτων της από τους άλλους. Ούτε ευθύνονται οι εταίροι της στην ΕΕ για τη δική της δεινή θέση. Ωστόσο, αναμένονταν από την ΕΕ να εκδηλώσει τη δέουσα κοινοτική αλληλεγγύη, αναλαμβάνοντας και τις δικές της ευθύνες». Όμως στο δια ταύτα της πολιτικής μας προπαγάνδας και πρακτικής διαρκώς υπερτονίζεται η δεύτερη διάσταση και ατροφεί ολοένα το πρώτο σκέλος. Με τον τρόπο αυτό διολισθαίνουμε προς την προσέγγιση Βαρουφάκη που αξιολογεί την Ελλάδα ως «μια ευρωπαϊκή νομαρχία» ως «ένα Οχάιο στις ΗΠΑ του 1929» και ισχυρίζεται πως η Ελλάδα, ότι και αν κάνει, δεν έχει καμιά ελπίδα διάσωσης, αν δεν λυθεί το πρόβλημα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αυτό τον οδηγεί στη γνωστή, και αρκετά προκλητική στη διατύπωσή της, θέση του Τίποτα, δηλαδή της απόλυτης ματαιότητας των οποιωνδήποτε μέτρων σε εθνικό επίπεδο. Ακόμη και αν κατανοούμε και συμμεριζόμαστε ένα μεγάλο μέρος αυτής της ανάλυσής δεν πρέπει να συνταχθούμε μαζί της για δύο λόγους:

α) Γιατί η ελληνική κοινωνία και το ελληνικό κράτος έχουν ανάγκη σήμερα, περισσότερο παρά ποτέ, από τη συσσώρευση πολιτικού και κοινωνικού κεφαλαίου που θα πρωταγωνιστήσει στις μεταρρυθμίσεις, στην ανατροπή της παθολογίας και των αδιεξόδων του «Αncien Règime» της μεταπολίτευσης. Αυτό το νέο κοινωνικό και πολιτικό κεφάλαιο εκγυμνάζεται, σφυρηλατείται σήμερα, για να υπάρξει αύριο. Δε θα παρουσιαστεί ποτέ μονομιάς ως μεσσίας ή «από μηχανής θεός» από κάποια κουίντα της ιστορίας.

β) Γιατί για λόγους πολιτικού ρεαλισμού (παροχή εγγυήσεων για την εκταμίευση των δόσεων) και πολιτικής ηθικής (greek party, greek statistics, εικόνα για την Ελλάδα στον ευρωπαϊκό τύπο, πορεία προς μια νέα αυτογνωσία κ.τ.λ.) πρέπει να αλλάξουμε πρωτίστως τα του οίκου μας.

Παλινωδία 3η : Αντιλαμβανόμαστε όλοι, παρακολουθώντας στοιχειωδώς τα ΜΜΕ, πως στην Ε.Ε. διεξάγεται ένα σκληρό μπραντεφέρ ανάμεσα σε δυνάμεις κεντρομόλες και δυνάμεις φυγόκεντρες (εθνολαϊκίστικος σκληρός αντιευρωπαϊσμός και επιλεκτικός ευρωπαϊσμός του Βορρά) του ευρωπαϊσμού. Από την ιδρυτική μας αφετηρία έχουμε επιλέξει να συμπαραταχθούμε με τους πρώτους. Έχουμε επιπλέον λόγους να το κάνουμε σήμερα, γιατί κατανοούμε πως η διάσωση της χώρας από την άβυσσο της πλήρους χρεοκοπίας θα συντελεστεί εντός της ευρωζώνης. Τίποτα κοινό δεν έχουμε με εγχώριες δυνάμεις που προπαγανδίζουν το «φέσωμα» στους Ευρωπαίους και την επιστροφή στη δραχμή ως διέξοδο για το ελληνικό χρέος και την αποκατάσταση της εθνικής υπερηφάνειας. Οφείλουμε όμως να υποστηρίξουμε τις δυνάμεις του ευρωπαϊσμού έμπρακτα. Αυτό σημαίνει, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση, να συνομολογήσουμε υπέρ της παροχής εγγυήσεων στους ευρωπαίους εταίρους μας. Τι μας ζητούν; Εγγυήσεις από την ελληνική πολιτική τάξη που θα δικαιολογούν στην κοινή γνώμη, στον Τύπο των χωρών τους, στα εθνικά τους κοινοβούλια, στις αγορές την εκταμίευση της 5ης δόσης. Ως τέτοιες εγγυήσεις προσδιορίστηκαν η πολιτική συναίνεση και η ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου. Ουσιαστικά, ζητούν μια δημόσια ελληνική εικόνα σταθερότητας και συνέχισης της προσπάθειας. Το ζήτησαν και από τις άλλες χώρες της υπερχρεωμένης ευρωπεριφέρειας. Οι άλλες χώρες επιδίωξαν και σε ένα βαθμό κατάφεραν να δώσουν αυτές τις εγγυήσεις (Ιρλανδία και Πορτογαλία πολιτική συναίνεση, Ισπανία συναίνεση συνδικάτων και εργοδοσίας). Εμείς την πολιτική συναίνεση, τουλάχιστον προσωρινά, τη χάσαμε, μας μένει η ψήφιση του μεσοπρόθεσμου. Ωστόσο, και εδώ παλινωδούμε επικίνδυνα αρνούμενοι ως ΔΗΜΑΡ να υποστηρίξουμε την παροχή εγγυήσεων, καταψηφίζοντας το μεσοπρόθεσμο. Θεωρώ πως έτσι αντιλαμβανόμαστε τελείως μονομερώς την εταιρική μας σχέση στην ευρωζώνη.

Βέβαια, η κριτική κατά του μεσοπρόθεσμου δεν είναι αβάσιμη ούτε ανυπόστατη. Ας δούμε λίγο τι κερδίζουμε και τι χάνουμε υπερψηφίζοντας το Μεσοπρόθεσμο. Σε ότι αφορά το ίδιο το ύψος του χρέους, προσωρινά τουλάχιστον, ελάχιστα. Η ύφεση παραμένει, μάλλον επιδεινώνεται - άλλωστε απ’ ότι φαίνεται για την Ελλάδα δεν υπάρχει άλλο σκαλί για να περάσουμε στην ανάπτυξη και να υπερβούμε την κρίση παρά μια αναπόφευκτη μακρόχρονη φάση ύφεσης και πτώσης του ατομικού βιοτικού επιπέδου - γεγονός που δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τη μείωση του ελλείμματος. Επίσης το κοινωνικό κόστος κάθε άλλο παρά ασήμαντο είναι (ανεργία, ανέχεια, διαρκείς περικοπές του οικογενειακού προϋπολογισμού κ.τ.λ.).

Ωστόσο, από την άλλη πρέπει να βάλουμε στη ζυγαριά τα οφέλη. Με την ψήφιση του μεσοπρόθεσμου κρατάμε στο στόμα το σωλήνα του οξυγόνου της δανειοδότησης, γλιτώνουμε προσωρινά τη χρεοκοπία, αγοράζουμε χρόνο, συμπαρατασσόμαστε στη διάσωση της ευρωζώνης και πάνω απ’ όλα ελπίζουμε, μέσα στο πλαίσιο της ευρωζώνης, σε ένα ακόμη βήμα ή άλμα, όπως έγραψε και ο Παγουλάτος στην Καθημερινή, ευρωπαϊκής οικονομικής ολοκλήρωσης (ευρωπαίος υπερυπουργός οικονομικών, ευρωομόλογο, σχέδιο Μάρσαλ κ.τ.λ.). Επιπλέον στο διάστημα αυτό παραμένει η δυνατότητα (φαίνεται ξεκάθαρα από τις δηλώσεις Βενιζέλου, από τη συνέντευξη Μητσοτάκη στον Παπαχελά αλλά και διαρροές της τρόικας) επαναδιαπραγματεύσεων των εφαρμοστικών νόμων προς μια δικαιότερη και ορθολογικότερη κατεύθυνση. Αρκεί αυτή η διαπραγμάτευση να μην εξελιχθεί ως ακόμη μια ντρίπλα ελληνικής κουτοπονηριάς στην τρόικα αλλά πραγματικά ως μια ευκαιρία δικαιότερου αναπροσανατολισμού των μέτρων.

Παράλληλα, μέσα από την ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου, όπως και στο Μνημόνιο 1, ανοίγεται μια προοπτική για επίσπευση και πραγμάτωση μεταρρυθμίσεων, για μαχαίρι στο λίπος του κράτους (αποκρατικοποιήσεις), για μείωση σπατάλης (μείωση των εξοπλιστικών προγραμμάτων, κόψιμο μαϊμού αναπηρικών και επικουρικών συντάξεων), για διαρθρωτικές αλλαγές (νέο μισθολόγιο ΔΥ, ενιαία αρχή πληρωμών), για αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας, για προσέλκυση ξένων επενδυτών, για ανακατατάξεις στα χαρακτηριστικά της οικονομίας μας, όπως αυτές που περιέγραψε τόσο εύστοχα ο Δοξιάδης στην πρόσφατη εκδήλωση.

Ολοκληρώνω την κριτική μου υπενθυμίζοντας μια ίσως κυνική στη διατύπωσή της, αλλά σκληρά ορθολογική στο περιεχόμενό της, διαπίστωση του Πάσχου Μανδραβέλη για τη σημερινή κατάσταση στη χώρα. «Εδώ που έχουμε φτάσει δεν υπάρχουν λύσεις αλλά επιλογές».

.

Θέμα επικαιρότητας:
Μνημόνιο-Κυβερνητική πολιτική

Σύνολο: 283 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι