Βλέποντας και κάνοντας

Γιατί η κατ’ αρχάς βολική παράκαμψη των προβλημάτων στο τέλος τα διογκώνει

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 01/09/2013

Η επί δεκαετίες κυρίαρχη στη χώρα μας πολιτική αντίληψη του «βλέποντας και κάνοντας», καθώς συνδυάστηκε με τις υπερβολικά εύκολες συνθήκες δανεισμού που επικρατούσαν διεθνώς ώς το 2008, μας ώθησε στη βαθύτατη παρούσα κρίση. Και στα τέσσερα τελευταία χρόνια συνεχούς οικονομικής επιδείνωσης, με δραστική μείωση της συνολικής παραγωγής, των εισοδημάτων και της απασχόλησης, η ίδια πολιτική αντίληψη του «βλέποντας και κάνοντας» μας καθηλώνει στα προβλήματα, εμποδίζει να ακολουθήσουμε συντεταγμένα, με πρόγραμμα, έναν δύσκολο δρόμο προς τη διέξοδο, καθυστερώντας την.

Πολλοί ίσως αντιτείνουν ότι μια τέτοια συνοπτική διαπίστωση αδικεί: τις κυβερνήσεις Σημίτη ιδίως, επί των ημερών των οποίων οργανώθηκε η ένταξη της Ελλάδας στον «πυρήνα της Ευρώπης», τη Νομισματική Ενωση, ενώ καταγράφονταν οι υψηλότεροι ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης της Μεταπολίτευσης. Παρά την αναμφισβήτητη σημασία εκείνου του επιτεύγματος ωστόσο, και παρά μια σειρά από αξιόλογες επιμέρους προσπάθειες, βασικές ανισορροπίες που ενείχαν κινδύνους για το μέλλον (το τώρα δηλαδή) δυστυχώς δεν αντιμετωπίστηκαν στην οκταετία Σημίτη. Με τους καλούς ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ και με τους πόρους από τα ευρωπαϊκά Ταμεία το κόστος μπορούσε αντικειμενικά να προκύψει πολύ ελαφρύτερο. Αλλά στον παραγωγικό τομέα δεν δρομολογήθηκε μια αναδιάρθρωση που θα ενίσχυε ανταγωνιστικά βιώσιμες δραστηριότητες, ώστε βαθμιαία να αντικατασταθούν ή/και να προσαρμοστούν οι ήδη από τότε ορατά μη βιώσιμες, με τρόπο που τελικά θα αύξανε αντί να συρρικνώνει τη συνολική απασχόληση. (Εδώ δεν υπάγονται, μεταξύ άλλων, οι πολεμικές βιομηχανίες;

Στην επικαιρότητα ήρθαν με την απαίτηση της τρόικας να κλείσουν πάραυτα, αλλά η σχετική συζήτηση κρατά πάνω από 25 χρόνια.) Η ανεργία άλλωστε παρέμενε σταθερά υψηλή με τα μέτρα της εποχής - γύρω στο 10%. Στο Δημόσιο δεν εγκαινιάστηκε μια αποφασιστικά καθοδική πορεία του χρέους. Οι δαπάνες δεν επανεξετάστηκαν με κριτήρια κοινωνικού οφέλους και αναπτυξιακής απόδοσης, δεν ορίστηκαν σαφείς μεσοπρόθεσμοι στόχοι, προτεραιότητα στην Παιδεία από την πρώτη βαθμίδα για παράδειγμα. Ούτε προχώρησε με συνέπεια μια ολοκληρωμένη φορολογική μεταρρύθμιση και καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, όπως αποπειράθηκε να την ξεκινήσει ως υπουργός Οικονομικών ο Αλέκος Παπαδόπουλος (καλή του ώρα!). Οσο για την κοινωνική πολιτική, η γενναία αύξηση των συνολικών κοινωνικών δαπανών δεν εμπόδισε τις ανισότητες να διατηρούνται από τις υψηλότερες της Ευρώπης, η μαύρη αγορά εργασίας θέριευε, το Ασφαλιστικό έμεινε άλυτο.

Για όλα τα παραπάνω αναλήφθηκαν καλές πρωτοβουλίες από το επιτελείο Σημίτη. Αλλά οι πολιτικές αντιστάσεις, της αντιπολίτευσης και εντός του ΠΑΣΟΚ, ήσαν πολύ μεγάλες, αντίστοιχα και οι κοινωνικές: θίγονταν πολλαπλά συμφέροντα που δεν επιχειρήθηκε ούτε να αρθρωθούν συγκεκριμένα ούτε να συντεθούν. Ετσι η λογική «βλέποντας και κάνοντας» πήρε το απάνω χέρι, για να γίνει αποκλειστική μέθοδος διακυβέρνησης κατόπιν, επί Καραμανλή. Και όταν, με τη στροφή στις αγορές που έφερε η παγκόσμια κρίση, η Ελλάδα βρέθηκε μπροστά στη χρεοκοπία και απαιτήθηκαν εξαιρετικά δύσκολες και οδυνηρές αποφάσεις, η διάδοχη κυβέρνηση Παπανδρέου αδυνατούσε πολιτικά να τις λάβει. Μεταβίβασε την ευθύνη στην τρόικα, στην οποία υποταχθήκαμε για να εξασφαλίσουμε τα τεράστια δάνεια από την ευρωζώνη και το ΔΝΤ που είχαμε ανάγκη. Εκτοτε πορευόμαστε «βλέποντας και κάνοντας», από δόση σε δόση, αφού διανύσαμε και εξαιρετικά κρίσιμες φάσεις με κίνδυνο να βρεθούμε εκτός ευρώ.

Οχι πως δεν υπήρξαν και πάλι πρωτοβουλίες ευρύτερης σημασίας, η μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης που τόσο μόχθησε να φέρει εις πέρας ο Αντώνης Μανιτάκης, οι προσπάθειες Παπαδήμου να αντληθούν πόροι που θα στήριζαν οικονομικές δραστηριότητες μειώνοντας την ανεργία και άλλες. Δεν εδραιώθηκαν όμως ως στρατηγικές επιλογές ώστε να χτίσουμε πάνω τους, αντίθετα διασκορπίστηκαν.

Πόσο έχει αφομοιωθεί το «βλέποντας και κάνοντας» το βλέπουμε σε δημοσιογραφικές αναλύσεις που εξηγούν ότι τούτη τη φορά δεν πειράζει μια ασυμφωνία με την τρόικα, αφού άλλο μεγάλο ομόλογο προς αποπληρωμή εφέτος δεν εκκρεμεί.

Χρησιμεύει όλη αυτή η αναδρομή; Για την πλευρά Σαμαρά, στον βαθμό που βλέπει την προσαρμογή να ολοκληρώνεται με πρωτογενές πλεόνασμα προς διανομή, τα Μνημόνια να τελειώνουν και την ανάκαμψη να έρχεται, μάλλον όχι. Αλλά για όσους συζητούν την ανασυγκρότηση της Κεντροαριστεράς ή μιας πλατιάς μεταρρυθμιστικής ευρωπαϊκής Αριστεράς, ίσως ναι. Διότι για να πετύχει το εγχείρημα, προτού εντοπίσουν ποιος θα συνεννοηθεί με ποιον, πρέπει συγκεκριμένα να προτείνουν σε ποια βάση. Και αυτό προϋποθέτει αυστηρή κριτική της ώς τώρα πορείας.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι