Τσάι και συμπάθεια τέλος.

Θανάσης Οικονόμου, Παρασκήνιο, 07/12/2013

Όσο προφανές είναι ότι η στήριξη που παρέχει προσωπικά ο Σαμαράς στον Βενιζέλο έχει μεγάλο κόστος τόσο είναι φανερό ότι αυτό που τους ένωνε μέχρι τώρα, ο αυτοσκοπός της εξουσίας, πλέον δεν αρκεί. Οι δύο πολιτικοί αρχηγοί δεν πείθουν όλο και περισσότερο, στην πραγματικότητα διευρύνουν το έλλειμμα της αξιοπιστίας τους υπονομεύοντας τόσο την κοινωνική συνοχή, όσο και τις δυνατότητες της χώρας.

Πράγματι, ενώ μέχρι πρόσφατα τα δύο συγκυβερνώντα κόμματα λογίζονταν ως σχετικά πιο φερέγγυα, εσχάτως αυτή η αντίληψη αλλάζει εντός και εκτός Ελλάδας. Στο εξωτερικό, πολλαπλασιάζονται οι φωνές που διατυπώνουν πλέον ευθέως πως τα δυο κυρίαρχα κόμματα της μεταπολιτευτικής πραγματικότητας δεν μπορούν να ξεκόψουν από κατεστημένες δυνάμεις και νοοτροπίες που αποτελούν άλλωστε και τα αίτια της κρίσης. Στο εσωτερικό πεδίο η κοινωνία συγκρατείται οριακά, άλλοτε λόγω φόβου, άλλοτε λόγω απουσίας ενός πειστικού εναλλακτικού σχεδίου. Ταυτόχρονα ο ΣΥΡΙΖΑ δεν τρομάζει τόσο όσο πριν από δύο χρόνια, με την κοινωνία να βρίσκεται πολλές στιγμές αντιμέτωπη με το φάσμα του διχασμού και τη θανατερή μαυρίλα του ναζισμού να επιμένει να είναι παρούσα.

Την ίδια ώρα όλο και περισσότερες προοδευτικές ευρωπαϊκές φωνές μιλούν για ανάσχεση της λιτότητας και μία αναπτυξιακή προοπτική (Σουλτς, Μπόφινγκερ ). Παράλληλα, η διαδικασία ελέγχου της Τρόικα από το Ευρωκοινοβούλιο ή η αναμονή της προγραμματικής συμφωνίας Μέρκελ- SPD δίνουν έναν διαφορετικό τόνο. Αλλά και συντηρητικές φωνές - απόλυτοι υποστηρικτές του περιοριστικού προγράμματος- (Φέλντ) επικρίνουν ανοιχτά το ελληνικό κυβερνητικό σχήμα όχι μόνο γιατί είναι αναποτελεσματικό αλλά γιατί συνεχίζει να είναι μέρος του προβλήματος.

Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, με δεδομένη την οριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία και με φανερή την ευτέλεια πολλών βουλευτών να παζαρεύουν τη ψήφο τους, η Μπακογιάννη επανέφερε στη δημόσια συζήτηση την επιστροφή της Δημ.Αρ στην κυβέρνηση. Μια πρόταση που περισσότερο κρούει τον κώδωνα του κινδύνου στο κυβερνητικό στρατόπεδο για τη λάθος στρατηγική του, παρά περιμένει να εισακουστεί. Πρόταση που ασφαλώς θα είχε μεγαλύτερη αξία αν είχε διατυπωθεί όταν έπρεπε, τον περασμένο Ιούνη, όπου η αυτάρεσκη και μικρόνοη στάση του Σαμαρά δυναμίτιζε κάθε πολιτικό πλαίσιο κοινής συνύπαρξης. Αλλά όταν ο μπούσουλας της διακυβέρνησης είναι η παράταση της εξουσίας και ο σχεδιασμός των αποφάσεων εξαντλείται στην εβδομάδα πώς να τηρηθούν προγραμματικές συμφωνίες και μάλιστα εξ αρχής προβληματικές. Πώς να σταθεί μία κενής περιεχομένου πρόταση, όταν η μόνη σταθερά διακυβέρνησης είναι η πολιτική του φόβου και της ανασφάλειας, όταν όλο και περισσότερο ο αυταρχισμός υποκαθιστά την δημοκρατία, όταν αντί να παλεύουμε με ένα ντόπιο σχέδιο εξόδου από την κρίση η κυβέρνηση (Στουρνάρας) παραδέχεται πως το μόνο σχέδιο που υπάρχει είναι αυτό των δανειστών.

Μέσα, λοιπόν, σ’ αυτή τη βαλτωμένη κατάσταση δεν προκαλεί εντύπωση η πρόταση προς τη Δημ.Αρ ή ακόμη και η επικοινωνιακή εμμονή με την πρωτοβουλία των 58, καθώς γίνεται φανερό πως οι κυβερνητικοί εταίροι και οι φίλα προκείμενα κύκλοι επιδιώκουν να αγοράσουν πολιτικό χρόνο. Αναζητούν εφεδρείες, διεύρυνση των συνυπεύθυνων.

Αυτή η αντίληψη των πραγμάτων εκθέτει τους εμπνευστές της διπλά. Πρώτον, γιατί αποκαλύπτει τη μονοδιάστατη ερμηνεία της πραγματικότητας. Και δεύτερον, γιατί αποκαλύπτονται πολλοί που καμώνονται ότι υπερασπίζονται την Κεντροαριστερά ενώ στην πραγματικότητα τη διακορεύουν. Έτσι, αντί η Κεντροαριστερά να είναι μία αυτόνομη πολιτική επιλογή, γίνεται δεκανίκι, παρακολούθημα της δεξιάς, άλλοθι και αριστερός φερετζές της. Πρακτικές που ισοπεδώνουν το ιστορικό της υποστύλωμα αλλά και την προβολή, τη θέση της στο μέλλον.

Αντιθέτως, αυτό που είναι τόσο άμεσα αναγκαίο για να ανταπεξέλθουμε των δεινών αλλά και για να σχεδιαστεί η μεταμνημονιακή κοινωνία είναι η δημοκρατική παράταξη, η ορθολογική, η μεταρρυθμιστική αριστερά, οι προοδευτικές δυνάμεις -αυτό που λέμε Κεντροαριστερά- να ενισχύσει τις έλλογες προσπάθειες του ΣΥΡΙΖΑ, να αναδείξει την πολιτική τους συγγένεια. Να στηρίξει τον ρεαλισμό, να κριτικάρει τις υπερβολές. Να θέσει τα όρια και με κριτική στάση να βρει την αλληλεπίδραση με την άλλη Αριστερά. Είναι, λοιπόν, η ώρα των αποφάσεων αφού με “τσάι και συμπάθεια” προς όλους δεν μπορούμε να επαναπροσδιορίσουμε τη θέση μας στο παρόν και το μέλλον.

Στην Ελλάδα της κρίσης έχουμε πάρει πολλά μαθήματα. Ένα από αυτά είναι πως οι συναινέσεις, οι κυβερνήσεις συνεργασίας, οι συμμαχίες, είναι αναγκαία συνθήκη για την έξοδο από την κρίση. Εάν χρειάζεται υπέρβαση, η αριστερά της ευθύνης έχει αποδείξει ότι μπορεί και στέκεται στο ύψος των περιστάσεων. Για να έχουν όμως οι συγκλίσεις αντίκρισμα στην κοινωνία, χρειάζεται ένα ισχυρό πολιτικό πλαίσιο με προγραμματική στόχευση. Μόνον τότε οι συμβιβασμοί είναι αποτελεσματικοί και ελπιδοφόροι και κατά τη γνώμη μου αυτό μπορούν να το προτάξουν μόνο πολιτικά συγγενείς ή όμοροι χώροι. Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι η συνεργασία με τον ιδεολογικό αντίπαλο, όταν γίνεται, έχει μεν ιστορική αξία αλλά εκ των πραγμάτων διαρκεί λίγο, έχει χαμηλή πολιτική εμβέλεια και καταλήγει να είναι ειδικού σκοπού. Σε κάθε περίπτωση, τη δυναμική των πραγμάτων τη διαμορφώνει η κοινωνία, χρέος όμως της πολιτικής, πόσο μάλλον της αριστερής, δεν είναι να τη στρεβλώνει, αλλά να της δίνει συγκεκριμένο περιεχόμενο και εφαρμόσιμο πλαίσιο.

Και κάτι ακόμη. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία ορίζεται από τη διάκριση αριστερά- δεξιά. Για την Δημοκρατική Αριστερά αυτή η προσπάθεια και ο επαναπροσδιορισμός της διάκρισης αυτής με σύγχρονους όρους και όχι με τις ιδέες του 20ου αιώνα είναι μία επίπονη διαδικασία, ένας επίμονος διάλογος που έχει δρομολογηθεί. Από τις απαντήσεις που θα δώσουμε, από το τι θα κρατήσουμε και τι θα αφήσουμε, θα δημιουργηθεί η σοσιαλδημοκρατική προοπτική για την κοινωνία. Από εκεί θα προκύψει. Ούτε από την αναζήτηση άλλοθι, ούτε από τη στήριξη κατεστημένων δυνάμεων, πολιτικής και διαπλοκής, που μας έφεραν στην κρίση.

Θέμα επικαιρότητας:
2ο Συνέδριο ΔΗΜΑΡ

Σύνολο: 18 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι