Οταν η Εκκλησία πολιτεύεται

Ελένη Καρασσαβίδου, Ελευθεροτυπία, 02/04/2004

Οι τελευταίες δηλώσεις του Χριστόδουλου έφεραν πάλι στο προσκήνιο τη διαμάχη μεταξύ κοσμικού κράτους κι Εκκλησίας. Μεθοδολογικά, στην προσπάθειά μας να διερευνήσουμε τη σχέση μεταξύ ελληνικού κράτους και Ορθοδοξίας ξεκινάμε από τη βασική αρχή πως η σχέση μεταξύ των δύο είναι ένα «οικο-συστημικό ζητούμενο».

Κάτι δηλαδή που διαμορφώνεται από τα κοινωνικο-πολιτισμικά χαρακτηριστικά του ελλαδικού χώρου, όπως αυτά εξελίσσονται στο πέρασμα των αιώνων, όσο και από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ορθοδοξίας ως μιας προσέγγισης η οποία συνθέτει μια γενική θεώρηση του κόσμου (μεταφυσική στη σύλληψή της και -βέβαια- πολιτική στην πρακτική της), όπως διαμορφώνεται από συγχρονικές και διαχρονικές κοινωνικοπολιτικές και ιστορικές συντεταγμένες.

Αξίζει εδώ να επισημάνουμε ότι το πολιτιστικό μόρφωμα «Ελλάδα» ως σύνολο των συμβολικών συστημάτων ενός τόπου (γλώσσας, θρησκείας, φιλοσοφίας, λαϊκής ή κυρίαρχης κουλτούρας, παιδείας κ.λπ) συγκροτώντας το «τυπικό σύστημα» που ορίζει τις σημασίες μιας κουλτούρας και το εύρος επιλογών ή απορρίψεων της ατομικής εμπειρίας (αυτό που ο Φουκό αποκάλεσε «ορθή γωνία» του κοινωνικο-πολιτισμικού με το ατομικό) μας ενδιαφέρει ως βίωμα στο βαθμό που επηρεάζει τις αναγνώσεις μας και ορίζει το πλέγμα των διεργασιών μας. Είναι δε χαρακτηριστικό, όπως έδειξε πλήθος ερευνών, ότι τα αντικείμενα και τα σύμβολα δεν αποκτούν τη σημασία τους μόνο σε σχέση με την υλική πραγματικότητα, αλλά και σε σχέση με τα συναισθήματα και τις προσδοκίες που επενδύει σε αυτά η κάθε κοινωνική ομάδα. Υπό την έννοια αυτή και η ορθοδοξία δεν μπορεί να ιδωθεί παρά ως ένα βασικό κομμάτι της ιστορίας των ιδεών στην περιοχή, το οποίο όμως αγγίζοντας τις «βαθύτερες δομές» πολλών ή ό,τι μάθαμε να αποκαλούμε ψυχισμό, εξατομίκευσε μεγάλο μέρος από αυτό το ρεύμα ιδεών σε τέτοιο βαθμό, ώστε να θεωρείται βασικό κομμάτι της ατομικού βιογραφικού μιας σημαντικής πλειοψηφίας.

Η αήθεια του Χριστόδουλου είναι ότι (ακολουθώντας μία μακρά παράδοση που ήθελε τη θεσμική Εκκλησία να έχει παρεμβατικό -υπέρ αυτής κυρίως- ρόλο) προσπαθώντας να διατηρήσει το ζωτικό χώρο του θεσμού που εκπροσωπεί, παρουσιάζει τις φοβίες ανατροπής άναρχα κεκτημένων αυτού του θεσμού ως δυνητική ανατροπή του κόσμου ή του έθνους συλλήβδην. Ετσι, (όπως και άλλοι -αλλά ευτυχώς όχι όλοι- στο μακρινό κυρίως παρελθόν), όχι μόνο προσπαθεί να επιτύχει την εκ νέου νομιμοποίηση της εξουσίας του θεσμού, παίζοντας με τις ψυχολογικές επενδύσεις των κοινωνικών υποκειμένων, αλλά «αποσυλλογικοποιεί» και το ίδιο το θεσμό, προωθώντας την πατερναλιστική δημοτικότητά του κι άρα την αρχηγία του, με το να προβάλλει φίλαυτα τον εαυτό του ως προστάτη ενός ανάδελφου λαού ή μιας Εκκλησίας που θα καταστρεφόταν από ανίερους εχθρούς δίχως την ηγεμονία του. Η (επιλεγμένη) αφέλεια των επικριτών του είναι πως υποκρίνονται ότι αυτό συμβαίνει για πρώτη φορά, εξατομικεύοντας το φαινόμενο, ώστε να μην αναγκαστούν να θίξουν ψηφοφθόρα θεσμούς αγαπητούς.

Αλλωστε, αν οι δηλώσεις του αξίζουν σχολιασμού δεν είναι μόνο γιατί είναι διχαστικές, αλλά και γιατί, όπως κάθε φορά που ένας φανατισμένος κυριαρχεί, παίζουν το παιχνίδι αυτών που, ο λαλήσας τους, καταγγέλλει. Αφού η ανάδειξη μιας δευτερεύουσας αντίθεσης (σημαντικότατης και υπαρκτής μεν) όπως αυτή μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας, δίνει την ευκαιρία για χειραγωγικές πρακτικές σε όσους πολιτικούς χώρους τη χρησιμοποίησαν ως αφορμή για να καλύψουν τις κακοδιαχειρίσεις και τις συντηρητικές τους επιλογές στην πρωτεύουσα αντίθεση που παραμένει η οικονομική.

Αλλά κι εδώ έχουμε απομίμηση πρακτικών (άρα αυτοακύρωση καταγγελιών), αφού ο τρόπος που, συν τοις άλλοις, νομιμοποιεί η Εκκλησία (ή εδώ ο Χριστόδουλος) την εξουσία της (του), είναι με την ανάσυρση ενός συλλογικού προσωπείου («Εκκλησία είναι ο πιστός λαός») που χρησιμοποιείται για να καλύψει απλώς τις ετερογένειες των συμφερόντων της από τον ευρύτερο κοινωνικό ιστό που τη στηρίζει. (Δεν μοιράζεται π.χ. την εκκλησιαστική περιουσία με τους πιστούς της...).

Στρατηγική εξεφρασμένη έξοχα από την εκκοσμικευμένη θρησκευτική εκδοχή του ΚΚΣΕ όπου το (αλάθητο) κόμμα ανήκε μόνο στη νομενκλατούρα του αλλά «ο λαός ήταν το κόμμα». Πρακτική ακολουθούμενη απίστευτα κυνικά στη γνωστή τηλεοπτική διαφήμιση με την Τζοβάνα Φραγκούλη, όπου ένα κέντρο προστασίας παιδιών δεν το ίδρυσε η Εκκλησία (το χριστεπώνυμο πλήθος) με τον οβολό του, αλλά «ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος»! Υπό την έννοια αυτήν η κ. Βαρδινογιάννη είναι πολύ καλύτερή του!

Το ζήτημα, άρα, είτε θρησκευόμαστε είτε όχι, δεν είναι να καταγγείλουμε συλλήβδην την ορθοδοξία που (όμοια με κάθε τέτοια) ως ιδιαίτερη πολιτιστικοθρησκευτική ανάγνωση του κόσμου αξίζει και έντονης κριτικής και σεβασμού.

Το ζήτημα είναι να στηλιτεύσουμε ως πολίτες το ότι η κεφαλή της Ελλαδικής Εκκλησίας χρησιμοποιεί την πιο βάρβαρη (για να μην πω τίποτεάλλο...) στρατηγική της εξουσίας. Πολιτεύεται, δηλαδή, με το διαχειρισμό του φόβου και των ελπίδων των εξουσιαζόμενων...



ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 02/04/2004

Θέμα επικαιρότητας:
Σχέσεις εκκλησίας και κράτους

Σύνολο: 36 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι