Πώς θα γίνει η ανασυγκρότηση

Τα μέτρα που θα μπορούσαν να αποβούν αποτελεσματικά υπέρ της ανάπτυξης

Μανώλης Σπινθουράκης, Τα Νέα, 11/02/2014

Τέσσερα χρόνια μετά το τσουνάμι των υπερατλαντικών στεγαστικών θαλασσοδανείων που κάλυψε την Ευρώπη, από την Ιρλανδία μέχρι την Ελλάδα, οι λεγόμενες περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης είναι αναμφιβόλως έτοιμες να συζητήσουν «για την ταμπακέρα»: να συζητήσουν δηλαδή για το κόστος της οικονομικής τους ανασυγκρότησης.

Εχοντας λάβει, άλλες λιγότερα και άλλες περισσότερα, μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης που τις οδήγησαν σε γενικές μειώσεις, μισθών, τιμών, κατανάλωσης και επενδύσεων, οι εν λόγω χώρες, με πρώτη την Ελλάδα, βρίσκονται αντιμέτωπες με τον κίνδυνο του μόνιμου αποπληθωρισμού και της παρατεταμένης ύφεσης. Τούτου δοθέντος, η «ταμπακέρα» δεν μπορεί να είναι άλλη από την υιοθέτηση, από εδώ και στο εξής, μέτρων υπέρ της ανάπτυξης και υπέρ της μείωσης του άχθους που συνιστά η απόσβεση των δανείων τους.

Από τεχνικής απόψεως, οι στόχοι αυτοί μπορούν να επιτευχθούν με διάφορους τρόπους. Ενας τρόπος μπορεί να είναι η επιμήκυνση των χρόνων απόσβεσης των δανείων. Ενας άλλος, η μείωση των επιτοκίων τους. Εναν τρίτο θα μπορούσε να συνιστά η ολιγότερο «αποστειρωμένη» συμπεριφορά της Ευρωπαϊκης Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Η έκδοση κοινών ευρωπαϊκών χρεογράφων που θα μπορούσαν να έχουν τη μορφή ευρωομολόγων μπορεί, επίσης, να συνιστά τρόπο επίτευξης των στόχων αυτών των χωρών. Ανάλογων κατευθύνσεων τρόποι θα μπορούσαν να είναι η αύξηση των δυνατοτήτων του ευρωπαϊκού μηχανισμού σταθερότητας, η από κοινού ανάληψη των τραπεζικών χρεών στην ευρωζώνη, ο προσανατολισμός σημαντικών κονδυλίων σε πανευρωπαϊκής κλίμακας έργα υποδομών κ.ο.κ.

Από πολιτικής απόψεως, ωστόσο, όλα αυτά είναι εκτός συζητήσεως. Και αυτό λόγω της δεσποτικής, αλλα και ταυτόχρονα μυωπικής (κατά πολλούς) συμπεριφοράς της γερμανικής πολιτικής ηγεσίας, η οποία κάθε άλλο παρά φαίνεται έτοιμη να θέσει εν αμφιβόλω ορισμένες από τις έμμονες ιδέες της, όπως π.χ. ότι κάθε μορφή πληθωρισμού συνιστά καταστροφικό κίνδυνο.

Το μόνο δείγμα «γενναιοδωρίας» που μπορεί να διακρίνει κάποιος στην οικονομική πολιτική της Γερμανίας είναι η πρότασή της να δίδονται οικονομικά κίνητρα στις χώρες της ευρωζώνης οι οποίες διαθέτουν την πολιτική βούληση να επιβάλουν σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές στις οικονομίες τους. Μια πρόταση που συναντά πολλές αντιστάσεις στο εσωτερικό της ευρωζώνης, αλλά και που στοιχεία της το Βερολίνο φαίνεται διατεθειμένο να εγκαινιάσει στην περίπτωση της Ελλάδας, αντί της υπαγωγής της χώρας σε τρίτο Μνημόνιο.

Πρόκειται για τη λεγόμενη εταιρική σχέση των κρατών - μελών με την ευρωζώνη, βάσει της οποίας κάθε «πάρε» συνοδεύεται υποχρεωτικά από κάποιο «δώσε».

Στην περίπτωση της Ελλάδας, η εφαρμογή της σχέσης αυτής είναι, στην παρούσα φάση, εξαιρετικά περίπλοκη και ευαίσθητη. Η κυβέρνηση επιδιώκει εμφανώς πλέον να μεταθέσει προς το καλοκαίρι την εφαρμογή των πλέον επώδυνων πολιτικώς (και εκλογικώς) διαρθρωτικών αλλαγών, προβάλλοντας τις δημοσιονομικές της επιτυχίες και γνωρίζοντας πως, ενόψει των επερχόμενων ευρωεκλογών, οι ιθύνοντες της Ευρωπαϊκής Ενωσης (των Γερμανών συμπεριλαμβανομένων) ουδόλως επιθυμούν τη δημιουργία εντάσεων.

Η απροθυμία της ελληνικής κυβέρνησης να προχωρήσει αποφασιστικά στην εφαρμογή των διαρθρωτικών αλλαγών του Μνημονίου σε συνδυασμό με το αβέβαιο πολιτικώς μέλλον της δεν δημιουργούν ασφαλώς εκείνες τις συνθήκες που θα επέτρεπαν στους δανειστές της χώρας να συμπεριφερθούν απλόχερα.

Ετσι, το πιθανότερο ενδεχόμενο για τους επόμενους μήνες είναι να διασφαλισθεί η εξυπηρέτηση των διεθνών δανειακών υποχρεώσεων της χώρας και, στη συνέχεια, να δοθούν πολιτικές διαβεβαιώσεις ότι από τη στιγμή που η Ελλάδα προωθήσει πλήρως τις διαρθρωτικές αλλαγές στις οποίες έχει συμφωνήσει θα ενισχυθεί δεόντως.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι