Σαράντα χρόνια αναβροχιά

Γιάννης Παπαθεοδώρου, dim/art, 21/07/2014

Μέρες που είναι, το μυαλό τριγυρίζει στο Κυπριακό∙ βαρύ τίμημα της χούντας των συνταγματαρχών. Πάνε σαράντα χρόνια τώρα που η λύση παραμένει σε διαρκή εκκρεμότητα, ενώ στο μεταξύ διάφορες ενδιάμεσες προτάσεις από διεθνείς οργανισμούς έχουν ναυαγήσει, στο όνομα πάντα μιας καλύτερης μελλοντικής λύσης, που, όμως, ολοένα και περισσότερο, αργεί να φανεί. Εντωμεταξύ οι μαξιμαλισμοί, οι μαχητικές κορώνες και οι αμοιβαίες καχυποψίες καλά κρατούν, τρέφοντας το τέρας το εθνικισμού και στις δύο ζώνες του νησιού. Με τον καιρό, η Κύπρος έγινε κομμάτι της «δικής μας» μεταπολίτευσης. Από κάποιους χρησιμοποιήθηκε εργαλειακά σαν να ήταν το τελευταίο ναυάγιο της νεοελληνική Μεγάλης Ιδέας ∙ από κάποιους άλλους χρησιμοποιήθηκε ως σύμβολο μιας ιμπεριαλιστικής συνωμοσίας ∙ άρα, και εύκολου αντιαμερικανισμού. Λίγοι, πολλοί λίγοι, θέλησαν να κοιτάξουν το πρόσωπό της Ελλάδας στον καθρέφτη της Κύπρου.

Ένας από τους μεταπολιτευτικούς —ελληνικούς και κυπριακούς— μύθους λέει πως ο Γ. Σεφέρης «είδε» προφητικά με τις «Γάτες τ’ Αϊ -Νικόλα», ποίημα δημοσιευμένο στα περίφημα Δεκαοχτώ Κείμενα (Ιούλιος, 1970), την τραγική κατάληξη του Κυπριακού ζητήματος, συνδέοντάς το με το τυραννικό καθεστώς της Χούντας. Το ποίημα, αν και διαβάστηκε μεταπολιτευτικά ως επίκαιρο «αντιστασιακό» ανάγνωσμα, έχει τη δική του προϊστορία. Πρόκειται για ένα ποίημα που έχει ως χρονική αφετηρία τα Χριστούγεννα του 1952 αλλά έχει παράλληλα μια μακρά περίοδο κυοφορίας. Ο Σεφέρης το εγκαταλείπει γύρω στα 1956 και το ξαναπιάνει τον Φεβρουάριο 1969, δύο μήνες σχεδόν πριν την περίφημη «Δήλωση» κατά της Χούντας των συνταγματαρχών. Παραθέτω:

Τον δ’ άνευ λύρας όμως υμνωδεί

θρήνον Ερινύος

αυτοδίδακτος έσωθεν

θυμός, ου το παν έχων

ελπίδος φίλον θράσος.

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ, 990 επ.

«Φαίνεται ο Κάβο-Γάτα…», μου είπε ο καπετάνιος

δείχνοντας ένα χαμηλό γιαλό μέσα στο πούσι

τ’ άδειο ακρογιάλι ανήμερα Χριστούγεννα,

«… και κατά τον Πουνέντε αλάργα το κύμα γέννησε την Αφροδίτη·

λένε τον τόπο Πέτρα του Ρωμιού.

Τρία καρτίνια αριστερά!»

Είχε τα μάτια της Σαλώμης η γάτα που έχασα τον άλλο χρόνο

κι ο Ραμαζάν πώς κοίταζε κατάματα το θάνατο,

μέρες ολόκληρες μέσα στο χιόνι της Ανατολής

στον παγωμένον ήλιο

κατάματα μέρες ολόκληρες ο μικρός εφέστιος θεός.

Μη σταθείς ταξιδιώτη.

«Τρία καρτίνια αριστερά» μουρμούρισε ο τιμονιέρης.

…ίσως ο φίλος μου να κοντοστέκουνταν,

ξέμπαρκος τώρα

κλειστός σ’ ένα μικρό σπίτι με εικόνες

γυρεύοντας παράθυρα πίσω απ’ τα κάδρα.

Χτύπησε η καμπάνα του καραβιού

σαν τη μονέδα πολιτείας που χάθηκε

κι ήρθε να ζωντανέψει πέφτοντας

αλλοτινές ελεημοσύνες.

«Παράξενο», ξανάειπε ο καπετάνιος.

«Τούτη η καμπάνα ―μέρα που είναι―

μου θύμισε την άλλη εκείνη, τη μοναστηρίσια.

Διηγότανε την ιστορία ένας καλόγερος

ένας μισότρελος, ένας ονειροπόλος.

»Τον καιρό της μεγάλης στέγνιας,

―σαράντα χρόνια αναβροχιά―

ρημάχτηκε όλο το νησί·

πέθαινε ο κόσμος και γεννιούνταν φίδια.

Μιλιούνια φίδια τούτο τ’ ακρωτήρι,

χοντρά σαν το ποδάρι ανθρώπου

και φαρμακερά.

Το μοναστήρι τ’ Αϊ-Νικόλα τό ειχαν τότε

Αγιοβασιλείτες καλογέροι

κι ούτε μπορούσαν να δουλέψουν τα χωράφια

κι ούτε να βγάλουν τα κοπάδια στη βοσκή·

τους έσωσαν οι γάτες που αναθρέφαν.

Την κάθε αυγή χτυπούσε μια καμπάνα

και ξεκινούσαν τσούρμο για τη μάχη.

Όλη μέρα χτυπιούνταν ώς την ώρα

που σήμαιναν το βραδινό ταγίνι.

Απόδειπνα πάλι η καμπάνα

και βγαίναν για τον πόλεμο της νύχτας.

Ήτανε θαύμα να τις βλέπεις, λένε,

άλλη κουτσή, κι άλλη στραβή, την άλλη

χωρίς μύτη, χωρίς αυτί, προβιά κουρέλι.

Έτσι με τέσσερεις καμπάνες την ημέρα

πέρασαν μήνες, χρόνια, καιροί κι άλλοι καιροί.

Άγρια πεισματικές και πάντα λαβωμένες

ξολόθρεψαν τα φίδια μα στο τέλος

χαθήκανε· δεν άντεξαν τόσο φαρμάκι.

Ωσάν καράβι καταποντισμένο

τίποτε δεν αφήσαν στον αφρό

μήτε νιαούρισμα, μήτε καμπάνα.

Γραμμή!

Τι να σου κάνουν οι ταλαίπωρες

παλεύοντας και πίνοντας μέρα και νύχτα

το αίμα το φαρμακερό των ερπετών.

Αιώνες φαρμάκι· γενιές φαρμάκι».

«Γραμμή!» αντιλάλησε αδιάφορος ο τιμονιέρης.

Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 1969

Την αναφορά στον Αισχύλο, την τραγική μοίρα και τον «καταποντισμό», στοιχεία μιας ιδιαίτερης ερμηνείας για την ιστορία του νησιού, τα ξαναβρίσκουμε πράγματι ακέραια στη «Δήλωση» του Σεφέρη κατά της Χούντας. Το απόσπασμα είναι χαρακτηριστικό: «Κλείνουν δυὸ χρόνια ποὺ μᾶς ἔχει ἐπιβληθεῖ ἕνα καθεστὼς ὁλωσδιόλου ἀντίθετο μὲ τὰ ἰδεώδη γιὰ τὰ ὁποῖα πολέμησε ὁ κόσμος μας καὶ τόσο περίλαμπρα ὁ λαός μας στὸν τελευταῖο παγκόσμιο πόλεμο. Εἶναι μία κατάσταση ὑποχρεωτικῆς νάρκης, ὅπου ὅσες πνευματικὲς ἀξίες κατορθώσαμε νὰ κρατήσουμε ζωντανές, μὲ πόνους καὶ μὲ κόπους, πᾶνε κι αὐτὲς νὰ καταποντιστοῦν μέσα στὰ ἑλώδη στεκούμενα νερά. Δὲ θὰ μοῦ ἦταν δύσκολο νὰ καταλάβω πῶς τέτοιες ζημιὲς δὲ λογαριάζουν πάρα πολὺ γιὰ ὁρισμένους ἀνθρώπους. Δυστυχῶς δὲν πρόκειται μόνον γι᾿ αὐτὸ τὸν κίνδυνο. Ὅλοι πιὰ τὸ διδάχτηκαν καὶ τὸ ξέρουν πὼς στὶς δικτατορικὲς καταστάσεις ἡ ἀρχὴ μπορεῖ νὰ μοιάζει εὔκολη, ὅμως ἡ τραγωδία περιμένει ἀναπότρεπτη στὸ τέλος. Τὸ δράμα αὐτοῦ τοῦ τέλους μᾶς βασανίζει, συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα, ὅπως στοὺς παμπάλαιους χοροὺς τοῦ Αἰσχύλου. Ὅσο μένει ἡ ἀνωμαλία, τόσο προχωρεῖ τὸ κακό».

Το ποίημα όπως και η «Δήλωση» ωστόσο δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να επαναλαμβάνουν με μοντερνιστικό τρόπο γνώριμα μοτίβα της σεφερικής «τραγικής αίσθησης» της ιστορίας, χωρίς να διεκδικούν βέβαια κάποια «προφητική» αξία. Την πραγματική τους αξία άλλωστε πρέπει να την αναζητήσουμε αλλού. Όπως είναι γνωστό, η δήλωση του Σεφέρη ακούστηκε από το BBC και άλλους ευρωπαϊκούς σταθμούς μεγάλης εμβέλειας. Ως αντίποινο του αφαιρέθηκε ο τίτλος του «πρέσβη επί τιμή» και το διπλωματικό διαβατήριο. Στην τρισέλιδη, μάλιστα, επιστολή του Υπουργού Εξωτερικών Παν. Πιπινέλη προς τον Σεφέρη, η αιτιολόγηση της απόφασης επικαλείτο λόγους «αντεθνικής προπαγάνδας» επειδή η Δήλωση του ποιητή είχε μεταδοθεί και από τη σοβιετική ραδιοφωνία. Ήταν η πρώτη φορά που έσπαγε η «Σιωπή» των διανοουμένων και η χούντα είχε πλέον απέναντί της, εκτός από τους αριστερούς, και τους φιλελεύθερους διανοουμένους. Κατά τα άλλα, σε ό,τι αφορά το ίδιο το Κυπριακό αλλά και τους μεταπολιτευτικούς μύθους, εξακολουθούμε να έχουμε, ακόμη και σήμερα, «σαράντα χρόνια αναβροχιά».

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι