Η γέννηση της «γενοκτονίας»

Ηλίας Μαγκλίνης, Η Καθημερινή της Κυριακής, 31/08/2014

«Οι λέξεις είναι τα πάντα», έγραψε ο Ναπολέων στο κλασικό «Εγχειρίδιο πολέμου». Πράγματι· ειδικά σε εποχές κρίσης και πόλωσης, όπως είναι η δική μας, οι λέξεις, όταν μάλιστα αναφερόμαστε στο παρελθόν, σε μια συνθήκη δηλαδή ολοκληρωμένη υποτίθεται, παγιωμένη, και όμως, την ίδια στιγμή, ρευστή και ευάλωτη σε διαφορετικές ερμηνείες, κατέχουν ειδικό βάρος. Παράδειγμα: λέξεις όπως «διωγμός», «σφαγή», «θηριωδία» βαραίνουν με έναν ειδικό τρόπο στη συλλογική μνήμη εθνών και στις προσωπικές μνήμες των ανθρώπων. Και όμως, για πολλούς οι λέξεις αυτές δεν επαρκούν για να αποδώσουν την πραγματική εικόνα των φρικαλεοτήτων που υπέστησαν, π.χ., οι χριστιανικοί πληθυσμοί της Μικράς Ασίας από το 1908 έως το 1922. Το 1994, η ελληνική Βουλή επικύρωσε τον όρο «γενοκτονία» σε ό,τι αφορά την πολιτική του τουρκικού κράτους εκείνη την ιστορική περίοδο. Το θέμα όμως επανέρχεται εκ νέου στην επιφάνεια, και μάλιστα με έμφαση, μέσα από την ειδική διάταξη του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου, βάσει του οποίου τυχόν άρνηση της γενοκτονίας των πληθυσμών αυτών στη Μικρά Ασία εκείνα τα χρόνια θα διώκεται από τον νόμο – στα πρότυπα της άρνησης της εβραϊκής γενοκτονίας, που είναι ποινικά κολάσιμη σε χώρες όπως η Γερμανία και η Αυστρία.

Διεθνές έγκλημα

Η θεσμική διάσταση του βαρυσήμαντου όρου «γενοκτονία» έχει σημείο αφετηρίας το έτος 1944. Τότε ο Πολωνοεβραίος νομικός Ραφαήλ Λέμκιν (Raphael Lemkin, 1900-1959) προσπάθησε να προσδιορίσει εννοιολογικά και να αποδώσει την ιστορική μοναδικότητα της ναζιστικής πολιτικής της συστηματικής εξόντωσης, με επίκεντρο την εξολόθρευση των Εβραίων της Ευρώπης. Ο Λέμκιν σχημάτισε τότε ένα νεολογισμό: τη λέξη «genocide» συνδυάζοντας τα συνθετικά geno-, από την ελληνική λέξη «γένος», και -cide, από τη λατινική λέξη για τη δολοφονία. Οταν το Διεθνές Στρατοδικείο συγκλήθηκε στη Νυρεμβέργη της Γερμανίας, απήγγειλε κατηγορίες στα ανώτατα στελέχη των ναζί για «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας». Η λέξη «genocide» περιλαμβανόταν στο κατηγορητήριο, τότε όμως ο όρος είχε ακόμη περιγραφικό χαρακτήρα και όχι νομικό.

Στις 9 Δεκεμβρίου του 1948, τα Ηνωμένα Εθνη ενέκριναν τη Σύμβαση για την Πρόληψη και την Καταστολή του Εγκλήματος της Γενοκτονίας. Αυτή η σύμβαση χαρακτηρίζει επίσημα τη «γενοκτονία» ως διεθνές έγκλημα, για την πρόληψη και την τιμωρία του οποίου δεσμεύονται τα συμβαλλόμενα κράτη. Εκτοτε η εξέλιξη του όρου στον χώρο του δικαίου και των διεθνών σχέσεων χωρίζεται σε δύο διακριτές ιστορικές περιόδους: την περίοδο από τη διατύπωση του όρου μέχρι την εισαγωγή του στο διεθνές δίκαιο (1944-1948) και την εποχή της εφαρμογής του με την ίδρυση διεθνών ποινικών δικαστηρίων για τη δίωξη εγκλημάτων γενοκτονίας (1991-1998 – η αφορμή ήταν οι πολιτικές εθνοκάθαρσης που ακολουθήθηκαν κατά τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία και η γενοκτονία της Ρουάντα).

Απέκτησε λοιπόν την απαιτούμενη νομική, θεσμική υπόσταση ο όρος «γενοκτονία», με αφορμή βεβαίως την πρωτοφανή πολιτική εξόντωσης που ακολούθησε η ναζιστική Γερμανία τόσο εις βάρος των εβραϊκών πληθυσμών όσο και των Ρομά, των Σλάβων, των ατόμων με αναπηρίες, των ομοφυλοφίλων κ.ά. Ωστόσο, η ίδια η έννοια της γενοκτονίας είναι πολύ αρχαιότερη, αν και η λέξη που χρησιμοποιούνταν για να την περιγράψει πολύ διαφορετική: ολοκαύτωμα. Σήμερα, στην καθομιλουμένη, ο όρος «γενοκτονία» συνεχίζει να μην είναι το ίδιο οικείος όσο ο όρος «ολοκαύτωμα». Αυτό μπορεί να οφείλεται στο ομότιτλο βιβλίο του Τζέραλντ Γκριν, που έγινε μπεστ σέλερ και πολύ επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά τη δεκαετία του ’70, και μέσω του οποίου άρχισε να ταυτίζεται στη συνείδηση των μαζών διεθνώς η γενοκτονία των Εβραίων με τη λέξη «ολοκαύτωμα», όμως η ίδια η λέξη σε αυτό το πλαίσιο της μαζικής δολοφονίας, έχει πολύ μεγαλύτερη ιστορία. (Να πούμε εδώ πως η επίσημη εβραϊκή λέξη για τη γερμανική τελική λύση του «εβραϊκού προβλήματος» είναι η Shoa, που σημαίνει «καταστροφή».)

Ο ιστορικός Μπεν Κίρναν (Ben Kiernan), ιδρυτής του Προγράμματος Μελετών Γενοκτονίας στο Πανεπιστήμιο Γέιλ, γράφει στο βιβλίο του «Blood and Soil. A World History of Genocide and Extermination from Sparta to Darfur» (Yale University Press) κάτι που είναι μάλλον γνωστό σήμερα: ο ελληνικός όρος «ολόκαυστος» απαντά στην Αγία Γραφή και παραπέμπει σε κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που έχουμε συνηθίσει: στις θρησκευτικές θυσίες που γίνονταν μέσω της πυράς. Ηδη όμως από τον 15ο αιώνα άρχισε να παίρνει το νόημα της μαζικής εξόντωσης, αρχικά στο πλαίσιο της θρησκευτικής βίας. Τον 16ο αιώνα, ο Ισπανός ιεραπόστολος Πάμπλο Λας Κάζας περιέγραψε τις άγριες σφαγές των ιθαγενών στη Γουατεμάλα από τους κονκισταδόρες ως «ολοκαύτωμα». Πολύ αργότερα, το 1896, οι Αμερικανοί ιεραπόστολοι που υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες των πρώτων σφαγών Αρμενίων από τους Οθωμανούς, περιέγραψαν όσα είδαν επίσης ως «ολοκαύτωμα».

Αλλες περιπτώσεις

Οπως γράφει ο Κίρναν, «οι συγκεκριμένοι χρονικογράφοι ίσως σήμερα να μην επέλεγαν αυτή τη λέξη. Η ναζιστική γενοκτονία των Εβραίων το 1941-45 δεν αποτελεί απλώς την πλέον εκτεταμένη περίπτωση γενοκτονίας· διέφερε από τις περισσότερες σε μία σημαντική πτυχή. Το Ολοκαύτωμα ήταν ένα από τα πρώτα ιστορικά παραδείγματα απόπειρας βιολογικής «φυλετικής» εξόντωσης, ήταν μια εκστρατεία να εξολοθρευθεί ένας ολόκληρος λαός. Ωστόσο δεν ήταν και η μοναδική». Οντως, ο Κίρναν στο βιβλίο του αναφέρεται εκτενώς και σε άλλες, μικρότερης κλίμακας, προσπάθειες να εξοντωθούν ολόκληρες φυλές και λαοί.

Ανάλογα, στο συλλογικό έργο «Century of Genocide. Eyewitness Accounts and Critical Views» (Garland Publishing), καταγράφονται περιπτώσεις γενοκτονίας που για τους περισσότερους από εμάς είναι άγνωστες ή απλώς έχουν λησμονηθεί. Ο Κίρναν ξεκινά αυτή την καταγραφή από την αρχαία Σπάρτη και τη ρωμαϊκή καταστροφή της Καρχηδόνας, περνάει στη συνέχεια στο αίμα που χύθηκε από την αποικιοκρατία στη Λατινική Αμερική και την Ασία, καλύπτει όμως και την αγγλική εισβολή στην Ιρλανδία το 1565-1603, καθώς επίσης τις πρακτικές γενοκτονίας που ακολουθήθηκαν στην Αυστραλία και στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τον 19ο αιώνα εις βάρος των Αβορίγινων και των Ινδιάνων αντίστοιχα.

Σε ό,τι αφορά τον 20ό αιώνα, τον λεγόμενο και «αιώνα των γενοκτονιών», και τα δύο βιβλία συμπίπτουν αρκετά ως προς τις περιπτώσεις που αναφέρουν. Στέκονται στις γενοκτονίες των Αφρικανών ιθαγενών στις αρχές του αιώνα (π.χ., στο Κονγκό από το Βέλγιο και της φυλής των Χερέρος από τη Γερμανία), δίνουν επίσης μεγάλη έμφαση στην αρμενική γενοκτονία, όπως επίσης στη σταλινική αγροτική πολιτική που σκόπιμα οδήγησε την Ουκρανία σε λιμό και τους Ουκρανούς ακόμα και σε κανιβαλισμό για να επιβιώσουν. Ινδονησία, Μπανγκλαντές, Καμπότζη, Ρουάντα, Σουδάν είναι μερικές ακόμα από τις χώρες και τις περιοχές του πλανήτη η ιστορία των οποίων στιγματίστηκε από θηριωδίες διαφόρων μεγεθών.

Ο όρος «γενοκτονία» κατοχυρώθηκε λοιπόν νομικά, ξεχωρίζοντας πέντε κατηγορίες γενοκτονίας, υπάρχουν όμως κενά και παραλείψεις. Ο Κίρναν γράφει πως πεθαίνοντας το 1959, ο Λέμκιν άφησε πίσω του μια τεράστια λίστα ιστορικών περιπτώσεων και ζητημάτων γενοκτονίας. «Πίστευε πως η γενοκτονία θα έπρεπε να γίνει κατανοητή όχι μόνον στο πλαίσιο της απόπειρας εξόντωσης εθνοτικών και θρησκευτικών ομάδων αλλά και πολιτικών, και ότι ο όρος θα έπρεπε να περιλαμβάνει τη συστηματική πολιτισμική εξόντωση», δηλαδή την επιβολή μιας ξένης κουλτούρας σε μια ομάδα μέσω της εκπαίδευσης, της χρήσης της γλώσσας, χωρίς απαραίτητα αυτό να περιλαμβάνει τη βιολογική εξόντωση. Οπως αντιλαμβάνεται κάποιος, το ζήτημα είναι πολύ πιο σύνθετο και περίπλοκο και απαιτεί λεπτούς και υπεύθυνους χειρισμούς, κυρίως όταν γίνεται τμήμα μιας νομικής διαδικασίας. Διαφορετικά, σε αντίθεση με το τι έλεγε ο Βοναπάρτης, οι λέξεις πολύ εύκολα μπορούν να μη σημαίνουν και τίποτα.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι