Οι διευκολύνσεις του κ. Θεοδωράκη προς την κυβέρνηση.

Σάκης Παπαθανασίου, 23/11/2014

Ο Σταύρος Θεοδωράκης δήλωσε ότι δεν χρειάζεται τώρα διαπραγμάτευση για το χρέος και ότι θα ήταν καλύτερο αυτή να γίνει όταν η Ελλάδα θα είναι ισχυρή. Είναι όμως αυτό το καλύτερο για τη χώρα; Μπορούμε άραγε να απαλλαγούμε έστω προσωρινά από το χρέος και να επανέλθουμε σε δεύτερο χρόνο για να το ρυθμίσουμε;

Είναι κοινή πεποίθηση ότι το χρέος βαραίνει την ελληνική οικονομία, δυστυχώς όμως δεν πρόκειται για ένα ογκόλιθο που μπορείς να τον αφήσεις στην άκρη του δρόμου και να επανέλθεις μετά με “μοχλούς και φορτηγά” για να τον ρυμουλκήσεις. Αυτό δεν μπορεί να γίνει, διότι το χρέος αποτελεί συστατικό στοιχείο του προϋπολογισμού του κράτους και της εκτίμησης των τρίτων για τις μακροοικονομικές προοπτικές της χώρας. Ως τέτοιο, επιδρά καθοριστικά με αρνητικό τρόπο στην πρόσβαση της χώρας στη διεθνή αγορά χρήματος, στην προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων, στη διοχέτευση πόρων προς αναπτυξιακές παρεμβάσεις και μέτρα κοινωνικής προστασίας. Δεν θέλει και πολλές γνώσεις για να καταλάβει κάποιος ότι η αναδιάρθρωση του χρέους θα δημιουργήσει πολύ καλύτερες προοπτικές για μια ηπιότερη, αποτελεσματικότερη και διαφορετική πολιτική δημοσιονομικής προσαρμογής.

Το ελληνικό χρέος σήμερα ξεχωρίζει από αυτό των υπόλοιπων χωρών της ευρωζώνης αφού αντιστοιχεί περίπου στο 175% του ΑΕΠ, με την Ιταλία να βρίσκεται δεύτερη στο 135%. Το αποτέλεσμα είναι η χώρα μας να θεωρείται η πλέον επικίνδυνη χώρα. Χρήζει, λοιπόν, ειδικής αντιμετώπισης αυτό το επιπλέον 40%, ώστε η χώρα να επιστρέψει σε ένα σχετικά αποδεκτό από τις αγορές επίπεδο χρέους. Αυτή η ειδική αντιμετώπιση δεν υποβαθμίζει τη συμμετοχή της χώρας μας στο μπλοκ των δυνάμεων που διεκδικούν τη συνολική ρύθμιση του χρέους των ευρωπαϊκών χωρών, αφού η δεύτερη δεν είναι υποχρεωτικό να ταυτίζεται χρονικά με την πρώτη.

Αυτή την ελληνική ιδιαιτερότητα δεν λαμβάνει υπόψη του ο κ. Θεοδωράκης. Και βοηθά έτσι στην παραμέληση του θέματος και στη μη ανταπόκριση των εταίρων στις δεσμεύσεις του 2012, όπως επιδιώκουν συντηρητικές δυνάμεις στην Ευρώπη με σκοπό να έχουν την Ελλάδα δεμένη στην ίδια πολιτική. Και καλά ο κ. Βενιζέλος παραδοξολογεί με τις εκτιμήσεις του ότι το χρέος έγινε βιώσιμο όταν αυτός ήταν υπουργός οικονομικών, ο κ. Θεοδωράκης όμως γιατί τον ακολουθεί; Γιατί διευκολύνει την κυβέρνηση να υποχωρήσει υπό το βάρος των πιέσεων των δανειστών σε μια γραμμή που θέτει τη διαπραγμάτευση για το χρέος σε δεύτερη μοίρα;

Η απάντηση βρίσκεται στο ότι η στάση του δεν αποτελεί – όπως επαγγέλλεται – μια τρίτη προωθητική λύση που υπερβαίνει το δίπολο κυβέρνηση – ΣΥΡΙΖΑ. Δεν ωθεί τα πράγματα προς την πολιτική αλλαγή στη χώρα και την αντιμετώπιση των πραγμάτων με άλλη πολιτική. Στον τελικό καθορισμό της οδηγεί στη συναίνεση με την κυβέρνηση.

Και το ζήτημα του χρέους δεν είναι η μόνη περίπτωση που ο κ. Θεοδωράκης παρέχει χείρα βοήθειας προς την κυβέρνηση. Το ίδιο έκανε και με τη θέση του για εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας από την παρούσα Βουλή χωρίς να θέτει κανένα προαπαιτούμενο που να αφορά σε αλλαγή στις ασκούμενες πολιτικές. Φαίνεται ότι ο ρους του ΠΟΤΑΜΙΟΥ είναι προς τη “συστημική θάλασσα”.

Το ζήτημα του χρέους, αντίθετα απ΄ ότι θεωρεί ο κ. Θεοδωράκης, πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης σήμερα. Η αναδιάρθρωση του είναι κρίσιμος παράγοντα για να καταστεί δυνατή η εξυπηρέτηση του με ανάκαμψη της οικονομίας και της κοινωνίας.

Η μάχη με τους δανειστές είναι δύσκολη. Όμως, η διαπραγμάτευση δεν γίνεται μόνο όταν θα υπάρχουν προβλήματα. Θα έλεγα το αντίθετο. Τώρα είναι η ώρα που η χώρα πρέπει να διαπραγματευτεί με λογικές θέσεις και αποφασιστικό τρόπο, ώστε το ελληνικό χρέος να μειωθεί στο όριο που θα πιστοποιείται η βιωσιμότητα του και θα θεωρείται ότι κινείται στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών χωρών, έστω και στα ανώτερα όρια που βρίσκονται η Ιταλία και η Πορτογαλλία.

Στην κατεύθυνση αυτή δεν βοηθούν ούτε η θεωρία που λανσάρει η κυβέρνηση ότι το χρέος είναι ήδη βιώσιμο με τις ρυθμίσεις που έγιναν στο παρελθόν, ούτε η παραπομπή του θέματος στο μέλλον από τον κ. Θεοδωράκη , ούτε βεβαίως η λογική μονομερών ενεργειών με τις πιστώτριες χώρες που επαγγέλλεται ο ΣΥΡΙΖΑ ή τουλάχιστον ισχυρές δυνάμεις εντός του ΣΥΡΙΖΑ.

Η διαπραγμάτευση για τη μείωση του χρέους δεν είναι ζήτημα ενός μόνο κόμματος, που μάλιστα ταυτίζει τη δική του παρουσία στην κυβέρνηση με τη σωτήρια λύση. Καμιά πολιτική δύναμη δεν μπορεί μόνη της να δεσμεύσει το μέλλον των πολιτών χωρίς να επιδιώξει έναν ελάχιστο κοινό τόπο με ευρύτερες πολιτικές δυνάμεις. Όπως πρότεινε η Δημοκρατική Αριστερά οι δυνάμεις του δημοκρατικού τόξου οφείλουν να συνεννοηθούν για το πλαίσιο μέτρων που θα διεκδικηθεί, αλλά και τον τρόπο που αυτό θα γίνει. Με αξιοποίηση της θετικής στάσης του ΔΝΤ αλλά και τη συγκρότηση συμμαχιών στο ευρωπαϊκό επίπεδο.

Τούτο, είναι ανεξάρτητο από το ποια κόμματα θα βρίσκονται στην κυβέρνηση και από το αν θα διεξαχθούν ή όχι εκλογές το Μάρτιο.

Όσο αυτό δεν γίνεται αποδεκτό, τόσο αποδυναμώνεται η εθνική διεκδίκηση και απομακρύνεται η πιθανότητα σημαντικής μείωσης του χρέους.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι