Οι θέσεις της ΔΗΜΑΡ και η επαναδιαπραγμάτευση με τους εταίρους

Σάκης Παπαθανασίου, 05/02/2015

Η Δημοκρατική Αριστερά, όταν οι μεν «έσχιζαν» το μνημόνιο και οι δε κατασκεύαζαν μια εικονική έξοδο από αυτό, είχε σταθερά ταχθεί υπέρ μιας νέας συμφωνίας με τους εταίρους με στόχο την ουσιαστική μείωση του χρέους και τη σύνδεση της δημοσιονομικής προσαρμογής με την ανάπτυξη και την κοινωνική προστασία.

Η νέα κυβέρνηση σήμερα επιλέγει, και καλώς πράττει, να προχωρήσει σε επαναδιαπραγμάτευση με τους εταίρους, στοχεύοντας σε μια νέα συμφωνία. Αυτή η διαδικασία δεν θα είναι ένας δρόμος εύκολος και ατάραχος. Θα εμπεριέχει συμμαχίες και αντιπαλότητες, διάλογο και αντιπαραθέσεις, με τελικό ζητούμενο εκ μέρους της Ελλάδας έναν προωθητικό συμβιβασμό που θα αλλάξει το πολιτικό πλαίσιο εξόδου από την κρίση.

Ως Δημοκρατική Αριστερά είχαμε διαφορές με τον ΣΥΡΙΖΑ στο περιεχόμενο και τον τρόπο διεκδίκησης μιας άλλης πολιτικής. Έχουμε και σήμερα διαφορές, παρά την καταφανή μεταστροφή της πολιτικής του σε ρεαλιστικότερες θέσεις. Όμως οι διαφορές αυτές δεν μας κάνουν να χάνουμε το κύριο. Και αυτό είναι πως στηρίζουμε τον αγώνα της ελληνικής κυβέρνησης για μια νέα συμφωνία εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου και την αντιλαμβανόμαστε ως εθνική προσπάθεια. Διατυπώνουμε επισημάνσεις, συμπληρώσεις και διαφορετικές προτάσεις αλλά πάντοτε υπό την οπτική της επιτυχίας της διαπραγμάτευσης.

Η Δημοκρατική Αριστερά είχε τονίσει από το 2012 ότι το πολιτικό μας σχέδιο για την έξοδο της χώρας από την κρίση συνδέεται με τον αγώνα για αλλαγή των πολιτικών στη Ευρωπαϊκή Ένωση. Σήμερα δυναμώνουν οι φωνές που ζητούν την υπέρβαση της πολιτικής της λιτότητας. Στην ίδια κατεύθυνση είναι η πρωτοβουλία της ΕΚΤ για την πιστωτική χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής, που όμως για να επιτύχει πρέπει να συμπληρωθεί με χαλάρωση του δημοσιονομικού κορσέ και ενίσχυση των επενδύσεων.

Σε αυτό το περιβάλλον η πολιτική της διεθνοποίησης του ελληνικού προβλήματος είναι καταρχάς ορθή. Οι ελληνικές διεκδικήσεις πρέπει να συνδέονται με αντίστοιχες άλλων χωρών όπως η μεγαλύτερη ευελιξία επί του ορίου του ελλείμματος και η εξαίρεση των αναπτυξιακών δαπανών από τον υπολογισμό του. Όμως δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι εξ αντικειμένου η νέα συμφωνία θα αφορά κυρίως την Ελλάδα. Η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ δημιουργεί μεν κινητικότητα και ενισχύει τις πολιτικές διαφοροποιήσεις αλλά δεν μπορεί να επιφέρει συνολική αλλαγή των πολιτικών στην Ευρώπη. Αυτή η αλλαγή θα συντελεστεί μέσα από τη διαδοχή φάσεων υπό την προϋπόθεση της αλλαγής των πολιτικών συσχετισμών στις μεγάλες χώρες της ευρωζώνης.

Επομένως η ελληνική κυβέρνηση πρέπει με συμμαχίες στην Ευρώπη και με αξιοποίηση των δεδομένων που στοιχειοθετούν την ελληνική εξαίρεση (μη βιώσιμο χρέος, τεράστια μείωση του ΑΕΠ και τρομακτική αύξηση της ανεργίας) να στοχεύσει σε μια νέα συμφωνία, χωρίς αυταπάτες ότι σε αυτή τη φάση υπάρχει δυνατότητα να προωθηθούν συνολικές λύσεις όπως η αμοιβαιοποίηση του χρέους. Μια τέτοια συμφωνία εξάλλου δεν θα είναι μόνο προς όφελος της Ελλάδας αλλά θα έχει μεσοπρόθεσμα θετική επίδραση στη συνολική προσπάθεια για αλλαγή των πολιτικών στην Ευρώπη.

Η διαπραγμάτευση θα είναι σκληρή. Η Γερμανία δεν επιθυμεί να κάνει σημαντικές υποχωρήσεις, ακριβώς διότι φοβάται ότι αυτό θα ανοίξει τον δρόμο για διεκδικήσεις άλλων χωρών και θα ενισχύσει τη στροφή προς τα αριστερά. Ταυτόχρονα γνωρίζει ότι το Grexit θα έχει περισσότερες αρνητικές επιπτώσεις από το όποιο κόστος μιας νέας συμφωνίας. Είναι δυνατός λοιπόν ένας προωθητικός συμβιβασμός που θα αλλάζει το πολιτικό πλαίσιο χωρίς να παραβιάζει την ευθύνη της χώρας έναντι των ευρωπαϊκών κανόνων και των δανειακών υποχρεώσεων της.

Βασικά στοιχεία αυτής της συμφωνίας πρέπει να είναι:

Η μείωση του χρέους ώστε να ενταχθούμε εντός της ευρωπαϊκής κλίμακας (με ανώτερο το 135% επί του ΑΕΠ).

Η μείωση του ποσοστού – στόχου πρωτογενούς πλεονάσματος σε συνδυασμό με την ελάφρυνση των ετήσιων επιβαρύνσεων του χρέους.

Η ένταξη της χώρας σε αναπτυξιακά εργαλεία (αγορά ομολόγων από ΕΚΤ και πακέτο Γιούνκερ) και η ενίσχυση της για ειδικές δράσεις αντιμετώπισης της ανεργίας.

Η δέσμευση για ένα νέο ελληνικό πρόγραμμα ανασυγκρότησης που θα πείθει ότι η χώρα μπορεί να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της.

Η αντικατάσταση της τρόικας από μια νέα σχέση με τους εταίρους ώστε η ελληνική κυβέρνηση να έχει την αυτονομία επί της εφαρμογής μέτρων πολιτικής για την προώθηση των στόχων που θα συμφωνηθούν.

Για να μπορέσει όμως να υπάρξει επαναδιαπραγμάτευση θα πρέπει προηγουμένως να διασφαλιστεί η δυνατότητα πληρωμής των υποχρεώσεων του κράτους και η συνακόλουθη δυνατότητα των τραπεζών να λειτουργούν υποστηρικτικά προς αυτό.

Αυτή η λύση προϋποθέτει αύξηση του ορίου που έχουν οι ελληνικές τράπεζες για αγορά έντοκων γραμματίων του δημοσίου, παράταση της δυνατότητας πρόσβασης τους σε κεφάλαια από τον έκτακτο μηχανισμό ρευστότητας της Τράπεζας της Ελλάδος και συνέχιση της αναγνώρισης από την ΕΚΤ των τίτλων του ελληνικού δημοσίου ως επιλέξιμων εγγυήσεων.

Χωρίς την ύπαρξη των παραπάνω δεν υπάρχει δυνατότητα ανταπόκρισης του Ελληνικού Δημοσίου στις υποχρεώσεις του. Η έλλειψη αυτής της δυνατότητας θα είχε καταστροφικές επιπτώσεις στη χώρα. Και εδώ γεννάται το ερώτημα: Είναι διατεθειμένη η κυβέρνηση να υπερβεί αντιμνημονιακές κορώνες του παρελθόντος και να κάνει ότι χρειαστεί για να βρεθεί μια τεχνική λύση -με τη συναίνεση των δύο μερών- ώστε η χρονική φάση της διαπραγμάτευσης για τη νέα συμφωνία να αντιμετωπιστεί ως συνέχιση του προηγούμενου προγράμματος;

Η κυβέρνηση κάνει μια κρίσιμη διαπραγμάτευση για τη χώρα και όχι μόνο για τους ψηφοφόρους που την ψήφισαν ή πολύ περισσότερο για το κομματικό σώμα του ΣΥΡΙΖΑ. Η διαπραγμάτευση αυτή σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να θέσει σε διακινδύνευση την παραμονή της χώρας στο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Αυτό προϋποθέτει ότι η κυβέρνηση δεν πρέπει να προσκολληθεί σε ανεδαφικές θέσεις που έλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ στο παρελθόν. Αντίθετα πρέπει να εκτιμήσει το τι μπορεί να πετύχει και να αξιολογήσει τα αποτελέσματα της διαπραγμάτευσης με ρεαλιστικό τρόπο. Εξάλλου θα υπάρχουν περιθώρια νέων αλλαγών και στη συνέχεια μέσα από συνολικές λύσεις που θα προωθηθούν σε επόμενες φάσεις της ευρωπαϊκής ενοποίησης όπως π.χ με ενδεχόμενη αμοιβαιοποίηση του πρώτου 60% του χρέους όλων των χωρών της ευρωζώνης.

Η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών αλλά και των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ θέλει παραμονή στο ευρώ και νέα συμφωνία με τους εταίρους. Αυτοί οι ψηφοφόρου θα κρίνουν τη νέα συμφωνία εκ του αποτελέσματος που θα προκύψει για τη χώρα και όχι εκ του βαθμού αντιστοίχησης με προηγούμενες κομματικές αποφάσεις.

Σε αυτόν τον δρόμο και με αυτές τις θέσεις, η Δημοκρατική Αριστερά, θα στηρίξει την ελληνική προσπάθεια για μια νέα συμφωνία με τους εταίρους με όρο τη ρεαλιστικότητα των θέσεων και τη σταθερή ευρωπαϊκή πορεία.

Θέμα επικαιρότητας:
Νέα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ

Σύνολο: 411 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι