Γιατί;

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 07/08/2015

Πολλά, πάρα πολλά έχουν ακουστεί μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ μετά την υπογραφή της συμφωνίας με τους δανειστές: δηλώσεις, αναλύσεις, σχόλια, προβλέψεις, επικρίσεις, μπηχτές…

Βάζοντας κατά μέρος εκείνους που πρόσφατα μετακόμισαν στην Κουμουνδούρου από το (βαθύ) ΠΑΣΟΚ, οι αντιδράσεις εμπίπτουν χοντρικά σε δύο κατηγορίες: από τη μια, έχουμε όσους πιστεύουν ότι η έκβαση της μάχης του Καλού ενάντια στο Κακό θα κριθεί από τη μαχητικότητα της Αριστεράς, δηλαδή τους αριστεριστές, και επιπλέον τους (παλαιο)κομμουνιστές, οι οποίοι μπορεί να εκδιώχθηκαν από τον Περισσό αλλά, όπως λέει το τραγούδι, η πρώτη αγάπη δεν λησμονιέται.

Κι από την άλλη έχουμε όσους επέλεξαν την οδό της σωφροσύνης, κατά τη δική τους διατύπωση, με το σκεπτικό ότι η αποδοχή μιας κακής συμφωνίας είναι προτιμότερη από την απόλυτη καταστροφή που θα επέλθει αν την απορρίψουμε. (Αξίζει να σημειωθεί οι μερικοί απ’ αυτούς αναγκάστηκαν να πάρουν τη στροφή πολύ κλειστά, υιοθετώντας τα επιχειρήματα εκείνων που επί χρόνια δάγκωναν με την ιδιότητα του κομματικού μαντρόσκυλου.)

Ακούστηκαν όμως και άλλες φωνές. Και με αυτές θα ασχοληθώ επειδή προκάλεσαν μέσα μου μια πρωτόγνωρη αντίδραση. Κανονικά οι αναλύσεις και τα σχόλια που κυκλοφορούν μου προκαλούν κατά περίπτωση ικανοποίηση, ενδιαφέρον, δυσφορία μέχρι οργή ή και χασμουρητό ενίοτε.

Διαβάζοντας όμως το πρόσφατο κομμάτι του Γιάννη Χάρη στην «Εφημερίδα των Συντακτών» και δύο κείμενα του Στρατή Μπουρνάζου στην «Αυγή» ομολογώ ότι συγκινήθηκα.

Δεν θα χρησιμοποιήσω τη φράση «κατάθεση ψυχής». Τη βρίσκω μελοδραματική. Ηταν μάλλον ένας συνδυασμός πολιτικής διορατικότητας ως προς την ανάγνωση των εξελίξεων και έντονης συναισθηματικής οδύνης, που την ομολογούν αυτοκριτικά.

Ως πολιτική πράξη όμως κι όχι για να επιδείξουν τα εσώψυχά τους. Σε έναν χώρο όπου ανθεί το αριστερό νταηλίκι κι ενώ φωνάζουν πιο δυνατά εκείνοι που δεν έχουν τίποτα να πουν, χρειάζεται πολύ προσωπικό και πολιτικό θάρρος για να εκστομίσει κανείς, ευκρινώς και δημοσίως, τα λόγια του Μπουρνάζου: «Οχι, δεν τα λέγαμε καλά· και το γράφω, ασφαλώς, και σε ό,τι με αφορά».

Στα κείμενά τους διατυπώνεται ένα πελώριο «Γιατί;». Γιατί από την αισιοδοξία κατρακυλήσαμε στα Τάρταρα, γιατί από το Οχι περάσαμε με ταχύτητα φωτός στο Ναι, γιατί δεν προβλέψαμε τι μας περίμενε, γιατί υποτιμήσαμε τους αντιπάλους μας, γιατί υπερτιμήσαμε τις δικές μας δυνάμεις κ.ο.κ.

Μια πρώτη απάντηση έχει δοθεί και όλοι την ξέρουμε: το προπατορικό αμάρτημα του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ότι για να κερδίσει τις εκλογές απέκρυψε τα δύσκολα, είπε «όχι» ακόμα και στις δειλές προσπάθειες να παταχθούν κάποιες παθογένειες, έκανε πολιτική με σύνθημα την «αντίσταση» έχοντας πρώτα αφαιρέσει απ’ αυτή την πολιτική της διάσταση, χάιδεψε αυτιά, εξωράισε καταστάσεις, και έταξε λαγούς με πετραχήλια.

Οπως συμβαίνει όμως πάντα, η σωστή απάντηση δεν κλείνει το θέμα, αλλά οδηγεί σε άλλες ερωτήσεις που μας καλούν να σκάψουμε βαθύτερα, αναζητώντας ένα πρότερο Γιατί.

Νομίζω λοιπόν ότι η δίψα της εξουσίας που μερικοί καταλογίζουν στην ηγετική ομάδα ίσως έπαιξε κάποιο ρόλο, αλλά ως εξήγηση δεν αρκεί. Θα έλεγα η στάση του ΣΥΡΙΖΑ καθορίστηκε σε μεγάλο βαθμό από την εξής αρχική παραδοχή, η οποία λειτούργησε αποτελεσματικά επειδή παρέμεινε ανομολόγητη: η Αριστερά, είτε ως έκφραση της λογικής της ιστορίας, είτε ως ηθικό πρόταγμα, είτε ως εξαγνιστικό πυρ που θα εισαγάγει την αιώνια βασιλεία της δικαιοσύνης επί της γης, έχει αποκτήσει απόλυτη, μεταφυσική αξία. Συνεπώς το πώς βαδίζουμε προς την επικράτησή της περνάει σε δεύτερη μοίρα.

Ή, για να μιλήσουμε συγκεκριμένα και με βάση τις αντιδράσεις φίλων πριν από τις εκλογές, οι Συριζαίοι δεν έκριναν τις κινήσεις τους με γνώμονα το κατά πόσον συνάδουν προς την αριστερή ηθική και ιδεολογία τους –αυτό ήταν ένα ερώτημα που δεν έθεταν καν–, αλλά από το αν θα έφερναν ή δεν θα έφερναν ψήφους.

Η δικαίωση έπαψε να είναι πολιτικά επίμαχη διότι απέκτησε μετρήσιμο μέγεθος που αποτυπωνόταν στις δημοσκοπήσεις. Κι αν κάποιος προέβαλλε αντιρρήσεις –π.χ. σύντροφοι, δεν γίνεται να δηλώνουμε αλληλέγγυοι με τους Υδραίους εστιάτορες που δεν κόβουν αποδείξεις–, η αποστομωτική απάντηση θα ήταν ότι αδυνατεί να διακρίνει ανάμεσα στο μείζον και το έλασσον κι ότι με την κοντόθωρη ηθικολογία του εμποδίζει αντί να διευκολύνει να γίνει πραγματικότητα το μέγα όνειρο: για πρώτη φορά Αριστερά!

Μπορώ να καταλάβω πόσο απίστευτα ελκυστική ήταν αυτή η προοπτική, ιδίως για όσους μεγαλώσαμε με τον ανεκπλήρωτο πόθο και συνάμα την πικρία τού παρ’ ολίγον. Τα ιδεολογικά απωθημένα της Αριστεράς όμως κακοφόρμισαν.

Εγιναν κυνισμός που μετράει κουκιά και σε αυτά περιλαμβάνει ακόμα και τη Ραχήλ Μακρή. Και ταυτόχρονα έγιναν εμμονές, οι οποίες, σε μια ιδεολογικά αποκριάτικη εκδοχή της πολιτικής, έδωσαν σε κάποιους τη δυνατότητα να ντυθούν μπολσεβίκοι ή Ελασίτες που θα ξεπλύνουν την ντροπή της Βάρκιζας και θα πάρουν πίσω το αίμα του Βελουχιώτη.

Επειδή όμως πολιτική χωρίς προοπτική αλλαγής, δηλαδή χωρίς την αριστερή εκδοχή, δεν νοείται, θα κρατήσω από το κείμενο του Στρατή Μπουρνάζου την εξής φράση, ελπίζοντας πως θα αποδειχθεί σανίδα σωτηρίας: «στο μετάλλευμα του ΣΥΡΙΖΑ, του Οχι, υπάρχει πολύ ευγενές μέταλλο».

Θέμα επικαιρότητας:
Μετά τη Συμφωνία Ελλάδας-Ευρωζώνης

Σύνολο: 47 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι