Επικοινωνιακά τεχνάσματα

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 06/12/2015

Από τη φύση της η πολιτική έχει μια διάσταση επικοινωνιακή. Κι αυτό επειδή η ανταγωνιστική ενασχόληση με τα κοινά προϋποθέτει πάντα μια οπτική γωνία μέσα από την οποία αποδίδουμε σημασία σε όσα συμβαίνουν γύρω μας, κρίνουμε τι είναι σημαντικό και τι δεν είναι ή επιλέγουμε τα ερωτήματα που πρέπει να μας απασχολήσουν, με απώτερο στόχο η δική μας εκδοχή να υπερισχύσει εκείνης που προτείνουν οι αντίπαλοί μας.

Συνεπώς το να λέμε ότι η κυβέρνηση ασκεί επικοινωνιακή πολιτική δεν συνιστά μομφή εφόσον και να ήθελε, δεν θα μπορούσε να την αποφύγει. Cosί fan tutti. Αν όμως κοιτάξουμε τα πράγματα από πιο κοντά, η εικόνα αλλάζει. Οι επικρίσεις που δέχεται η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. για υπερβολική, αν όχι αποκλειστική, έμφαση στα επικοινωνιακά τεχνάσματα φαίνεται ότι έχουν κάποια βάση.

Θα βοηθούσε μια σύγκριση με το πρόσφατο παρελθόν. Στη μεταπολιτευτική περίοδο έγιναν δύο μείζονες προσπάθειες να αλλάξει η πολιτική και ιδεολογική φυσιογνωμία της χώρας: η πρώτη από τον Ανδρέα Παπανδρέου και η δεύτερη από τον Κώστα Σημίτη.

Βάζοντας κατά μέρος το πώς τους κρίνουμε, δεν χωράει αμφιβολία ότι αμφότεροι πρότειναν κάτι ουσιαστικά καινούργιο: ο Παπανδρέου την αριστερόστροφη «Αλλαγή» και ο Σημίτης τον εκσυγχρονισμό. Και για να κερδηθούν τα μυαλά και οι καρδιές των ψηφοφόρων, οργανώθηκε εκ των πραγμάτων μια επικοινωνιακή εκστρατεία σε πολλά επίπεδα που δεν περιορίστηκε στη διαχείριση της πολιτικής καθημερινότητας – π.χ. ποια θέματα προωθούμε και ποια αποφεύγουμε ή πώς μιλάμε, σε ποιους και τι λέμε, κ.ο.κ.– αλλά παρήγαγε πολιτικό λόγο, δημιουργώντας ένα γενικότερο κλίμα.

Μερικοί θα πουν ότι η σημερινή κυβέρνηση επαναλαμβάνει ακριβώς το ίδιο. Υπάρχει όμως μια διαφορά και είναι τεράστια: το πού βαδίζει η χώρα και το πώς βαδίζει έχει ήδη αποφασιστεί από άλλους.

Τούτου δεδομένου, το μόνο που μπορεί να κάνει ο ένοικος του Μαξίμου είναι να διαχειριστεί επικοινωνιακά μια ολέθρια κατάσταση. Με αυτή την έννοια έχουν δίκιο όσοι λένε ότι η κυβέρνηση Τσίπρα – Καμμένου έχει ρίξει σχεδόν όλο το βάρος όχι στο πώς θα αλλάξουν τα πράγματα, όπως υποσχέθηκε προεκλογικά, αλλά πώς θα περιοριστεί η πολιτική χασούρα επειδή τα πράγματα δεν πρόκειται να αλλάξουν.

Συγκεκριμένα, η κυβέρνηση προσπαθεί να μας πείσει ότι θέλει να κάνει το σωστό αλλά οι κακοί ξένοι δεν την αφήνουν, ενώ οι μέχρι προσφάτως γερμανοτσολιάδες δεν ανταποκρίνονται στο ενωτικό κάλεσμα για συμπαράταξη.

Η οποία, σημειωτέον, δεν θα αποτρέψει το απευκταίο αλλά απλώς θα καταγράψει τη γενικευμένη δυσαρέσκεια για τα σκληρά μέτρα που η κυβέρνηση έχει ήδη δεχτεί να εφαρμόσει. Με άλλα λόγια, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν στην αντιπολίτευση, για όλα έφταιγε η κυβέρνηση. Κι όταν έγινε κυβέρνηση, οι ευθύνες μετατοπίστηκαν στην αντιπολίτευση. Αρα δεν φταίμε εμείς για τίποτα.

Αυτό το μοτίβο κυριαρχεί στον εκ Μαξίμου εκπορευόμενο επικοινωνιακό λόγο. Ο ΣΥΡΙΖΑ, με εμβέλεια μνήμης που συνήθως αποδίδουμε στα χρυσόψαρα, έχει διαγράψει όσα διαλαλούσε επί πέντε χρόνια. Αναφέρω ενδεικτικά ότι δεν θα ενδώσει ή ότι οι πιστωτές θα χορεύουν στον δικό του σκοπό.

Επιπλέον, με μια κίνηση υψηλής στρεψοδικίας, εκείνοι που μας παρότρυναν να διαλέξουμε είτε το μεγάλο Ναι είτε το μεγάλο Οχι, σήμερα θέλουν να τους επιβραβεύσουμε επειδή αποφάσισαν να πουν και τα δύο.

Εξηγούμαι: τις προάλλες ο Δ. Μάρδας έκανε μια συλλεκτικής αξίας δήλωση. Κατ’ αρχάς, χαρακτήρισε «δειλές» τις προηγούμενες κυβερνήσεις επειδή «τρέναραν» την εφαρμογή των μέτρων που είχαν επιβάλει οι ανάλγητοι πιστωτές, με αποτέλεσμα να χαθεί η δυναμική. Εμείς όμως, υπογράμμισε, θα τα εφαρμόσουμε και μάλιστα χωρίς καθυστερήσεις, «παρά το γεγονός ότι διαφωνούμε».

Συμπέρασμα: Οσοι πιστεύουν ότι τα προαπαιτούμενα των νεοφιλελεύθερων δανειστών θα αναθερμάνουν την οικονομία έχουν κάθε λόγο να μας χειροκροτήσουν γιατί, σε αντίθεση με τους κιοτήδες προκατόχους μας, εμείς δεν θα διστάσουμε. Κι όσοι τα θεωρούν άδικα και αντιαναπτυξιακά, θα πρέπει κι εκείνοι να μας χειροκροτήσουν επειδή, ξανά σε αντίθεση με τους άλλους, δηλώνουμε ότι δεν μας αρέσουν. Κοινώς, μονά ζυγά δικά μας.

Μετά από όλα αυτά, η αντίδραση των κομμάτων της αντιπολίτευσης αλλά και πολλών επικριτών του ΣΥΡΙΖΑ ήταν αναμενόμενη και απολύτως δικαιολογημένη.

Ηρθε η ώρα να καταλάβει και η «πρώτη φορά Αριστερά» ότι όλα εδώ πληρώνονται: οι κούφιες δημαγωγικές υποσχέσεις (αν τα πίστευαν, αποδείχθηκαν επικίνδυνα αφελείς, αν δεν τα πίστευαν, αθεράπευτα ψεύτες), η αλαζονεία, οι μεγάλες και εύκολες κουβέντες που κάποτε ακούγονταν μόνο στη Βουλή των Εφήβων, η δαιμονοποίηση των αντιπάλων, η εξουσιολαγνεία και μια σειρά αντιδράσεων που κανείς μέχρι τώρα δεν είχε διανοηθεί να συνδέσει με την κουλτούρα της Αριστεράς.

Τίθεται όμως το εξής ερώτημα: Αν το ζητούμενο δεν είναι μόνο η ταπείνωση του ΣΥΡΙΖΑ, αν όντως, όπως συχνά λέμε, προέχει μια αλλαγή κατεύθυνσης που θα αυξήσει τις πιθανότητες να βγούμε κάποτε από την κρίση, μήπως θα πρέπει να ξαναδούμε την πρόταση για ευρείες συναινέσεις;

Δύσκολο το ερώτημα και την απάντηση δεν τη γνωρίζω. Σημειώνω όμως ότι κάποιοι άνθρωποι νουνεχείς και αποδεδειγμένα καλοπροαίρετοι έχουν ταχθεί, έστω διερευνητικά, υπέρ μιας τέτοιας κίνησης. Το ελάχιστο που καλούμαστε να κάνουμε είναι να το συζητήσουμε πιο ψύχραιμα.

Θέμα επικαιρότητας:
Νέα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ

Σύνολο: 411 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι