Η κριτική στον λαϊκισμό

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 02/01/2016

Ενα χαρακτηριστικό του λαϊκισμού, ίσως το πιο σημαντικό, είναι ο συνδυασμός της απλουστευτικής διάγνωσης με την υπόσχεση μιας εύκολης θεραπείας.

Τα κοινωνικά δεινά αποδίδονται αυτομάτως και αποκλειστικά στο χάσμα ανάμεσα στους λίγους ισχυρούς και τους πολλούς αναμάρτητους, η δε λύτρωση έρχεται όταν ο λαός, υπό την ηγεσία ενός μαχητικού ηγέτη που υποτίθεται ότι τον εκφράζει αλλά στην ουσία τον χειραγωγεί, αποκαθιστά την πραγματική δημοκρατία επειδή η μόνη δυνατή εκδοχή τής κακώς εννοούμενης εξουσίας ήταν εκείνη που ανέτρεψε.

Αν δεχτούμε αυτόν τον ορισμό του λαϊκισμού, όσοι τον επικρίνουν – και πολύ καλά κάνουν, θα πρόσθετα – οφείλουν επί ποινή ακυρώσεως, να μην επαναλαμβάνουν τα λάθη που του καταλογίζουν.

Ισως ο πιο σίγουρος τρόπος να το πετύχουν είναι να αντιμετωπίζουν εξίσου κριτικά και τις δικές τους διαγνωστικές απόψεις και θεραπευτικές προτάσεις, ή για να το πω αλλιώς, να μη σκέφτονται μόνο πώς θα στριμώξουν τους αντίπαλούς τους, αλλά να φυλάνε μερικά από τα δύσκολα ερωτήματα για τον εαυτό τους.

Ενα συγκεκριμένο παράδειγμα: η κυβέρνηση λοιδορήθηκε επειδή, από τότε που υπέγραψε το τρίτο μνημόνιο, προσπαθεί να περάσει το μήνυμα «δεχόμαστε πράγματα που είχαμε υποσχεθεί ότι θα απορρίψουμε επειδή δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά, αλλά τα δεχόμαστε με πόνο ψυχής».

Εχω την εντύπωση –και δεν την έχω μόνο εγώ– ότι πρόκειται για επικοινωνιακό τέχνασμα. Ο ΣΥΡΙΖΑ ξέρει ότι η κωλοτούμπα θα του στοιχίσει και προσπαθεί να περιορίσει τη χασούρα. Οι επικριτές του όμως οφείλουν να απαντήσουν στο εξής ερώτημα: τι διαφορετικό θα μπορούσε να κάνει;

Η απάντηση που έχει δοθεί είναι να διαλέξει. Η εφαρμογή του τρίτου μνημονίου χωρίς κλαψουρίσματα, ή παραίτηση.

Κοντολογίς, σύμφωνα με τον αντιπολιτευτικό λόγο, η έννοια της κυβερνώσας Αριστεράς έχει αποδειχτεί αθεράπευτα αντιφατική εφόσον οι δύο όροι που τη συνθέτουν αλληλοαναιρούνται.

Για να κυβερνήσει θα πρέπει να πάψει να είναι Αριστερά και για να παραμείνει Αριστερά θα πρέπει να πάψει να κυβερνάει.

Το συμπέρασμα αυτό, το οποίο σημειωτέον δεν διατυπώνεται ρητά αλλά έμμεσα, μας οδηγεί σε ορισμένα απορρέοντα ερωτήματα που οι επικριτές της κυβέρνησης, όχι τυχαία, αποφεύγουν να θέσουν: εάν η κυβέρνηση πρέπει να εγκαταλείψει τους αγωνιστικούς λεονταρισμούς στο όνομα ενός προσγειωμένου ρεαλισμού, σε ποιο σημείο ο ρεαλισμός γίνεται υποταγή;

Μήπως η αποδοχή της ισχύουσας πραγματικότητας την αναπαράγει, καθιστώντας έτσι ακόμα πιο δύσκολη την αλλαγή της;

Επιπλέον, τι είναι αυτό που δεν επιτρέπει στην Αριστερά να κυβερνήσει εφαρμόζοντας το πρόγραμμά της; Πρόκειται για τον συγκεκριμένο συσχετισμό δυνάμεων, άρα μιλάμε για συγκυρία, ή το αίτημα της Αριστεράς κατ’ ουσίαν αντιβαίνει σε κάποια προφανή και αυταπόδεικτη αρχή που αποτελεί «φυσιολογικό» χαρακτηριστικό της κοινωνίας, όπως την ζούμε και όπως την σκεφτόμαστε;

Αν αναλύσουμε προσεκτικά τις επικρίσεις που διατυπώνονται κατά της κυβέρνησης νομίζω ότι θα διαπιστώσουμε πως οι αντίπαλοί φροντίζουν να μη θέσουν αυτά τα ερωτήματα και κυρίως το τρίτο, επειδή θα αναγκαστούν να διαλέξουν τη μία ή την άλλη διαζευκτική απάντηση. Κάτι που δεν θέλουν, για να μπορούν έτσι να χρησιμοποιούν όποια τους βολεύει κατά περίσταση.

Τις περισσότερες φορές επικαλούνται την αρνητική συγκυρία –και εδώ έχουν δίκιο– αλλά ταυτόχρονα υπαινίσσονται ότι η Αριστερά, με την έμφαση που δίνει στην κοινωνική δικαιοσύνη και την ισότητα, είναι εξ ορισμού λανθασμένη εφόσον αντιβαίνει στη «φύση» του ανθρώπου, αρνούμενη να αποδεχτεί την υπέρτατη αξία της αυτονομίας και της ελευθερίας του ατόμου.

Η οποία ελευθερία εκφράζεται πρωτίστως με όρους οικονομικούς: οι φόροι πρέπει να μειωθούν για να μπορέσει ο καθένας να διαθέτει κατά βούληση τα χρήματα που δεν θα καταβάλει στο κράτος, επιβραβεύοντας τους δημιουργικούς και άξιους επιχειρηματίες και οδηγώντας σε πτώχευση τους ανίκανους και τεμπέληδες, όπως επιτάσσει το δόγμα του νεοφιλελεύθερου ανταγωνισμού.

Ισως όλα αυτά ακούγονται θεωρητικά και αφηρημένα, αλλά στην πραγματικότητα διαμορφώνουν τον πολιτικό λόγο.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι υπέρμαχοι της ελεύθερης οικονομίας στην Ελλάδα ασχολούνται αποκλειστικά με τον δικό μας κρατισμό – ο οποίος είναι όντως υπαρκτό πρόβλημα και βαθιά πληγή – αλλά δεν τους αρέσει να μιλάνε για τη διεθνή οικονομική κρίση, η οποία δεν χρεώνεται στον κρατισμό αλλά στην απληστία του ιδιωτικού τομέα, που απαλλαγμένος από ρυθμιστικούς κανόνες μας έφερε στο «παρά ένα» της καταστροφής.

Υποθέτω ότι τα παραπάνω θα μπορούσαν να διαβαστούν ως συνηγορία υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ. Ειλικρινά, δεν έχω τέτοια πρόθεση.

Εξάλλου, τα ενοχλητικά ερωτήματα που η Αριστερά σκοπίμως δεν θέτει γιατί θα υπονόμευαν τη δική της λαϊκιστική ρητορική είναι πολλά, ίσως περισσότερα.

Π.χ. γιατί όλοι καταθέτουν τη συναισθηματική τους αντίδραση όταν αναγκάζονται να αθετήσουν τις προεκλογικές υποσχέσεις τους, ενώ το απλό ερώτημα «γιατί τις δώσαμε;» παραμένει ταμπού;

Οταν όμως η πολιτική γίνεται με όρους δικανικής αντιπαράθεσης το ζητούμενο δεν είναι να αποδείξεις ότι εσύ έχεις δίκιο, αλλά να πείσεις ότι ο αντίπαλός σου έχει άδικο.

Με αυτή τη λογική, η αλήθεια που προτείνεται δεν είναι κάτι το οποίο έχει προηγουμένως υποστεί την πλέον αυστηρή βάσανο του κριτικού λόγου, αλλά το ιδεολογικό και κομματικό όφελος που αποκομίζουμε όταν φροντίζουμε να αποσιωπούμε τα δύσκολα ερωτήματα που θα αμφισβητήσουν τη δική μας πρόταση.

Θέμα επικαιρότητας:
Νέα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ

Σύνολο: 411 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι