Εχει ο καιρός γυρίσματα

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 12/03/2017

Ως γνωστόν, η μνησικακία, η χαιρεκακία και γενικότερα η τάση να υπενθυμίζουμε στους άλλους τα λάθη τους, δεν ανήκουν στην κατηγορία των ευγενών αισθημάτων. Προδίδουν μικροψυχία, ενοχλούν, θρέφουν την αντιπαλότητα και στέκονται εμπόδια στις προσπάθειες να βρεθεί μια μέση οδός συνεννόησης.

Είναι όμως ανθρώπινα. Και ίσως, αν τα εξωτερικεύσουμε σε μικρές δόσεις, αντί να τα κρατάμε μέσα μας, θα μπορέσουμε να τα θέσουμε υπό έλεγχο ή να τα μετριάσουμε.

Επειτα απ’ αυτή τη (μάλλον ιδιοτελή) εισαγωγή θα ήθελα να καταθέσω δύο δικές μου μνησικακίες. Η πρώτη συνοψίζεται σε μια εικόνα που μου έρχεται στον νου όποτε ακούω πολιτικούς και δημοσιολογούντες να λένε ότι δεν έφερε η κρίση τα μνημόνια, αλλά τα μνημόνια την κρίση.

Είναι η εικόνα μιας ηλιόλουστης Αθήνας με εκατοντάδες χιλιάδες αντιστεκόμενους πολίτες στους δρόμους να διαδηλώνουν παθιασμένα κατά της μεταρρύθμισης του ασφαλιστικού που είχε το θράσος να προτείνει ο Γιαννίτσης. Φωνή λαού, οργή Θεού.

Ηταν όλοι εκεί: οι «αριστεροί» του ΠΑΣΟΚ που έπιναν νερό στο όνομα του Ακη Τσοχατζόπουλου, ο ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ και σίγουρα κάποιοι δεξιοί που ήθελαν να προασπίσουν τα κεκτημένα τους, χωρίς να τους ενδιαφέρει τι σήμαινε για τους υπόλοιπους ένα τέτοιο αίτημα.

Εκ των υστέρων μάθαμε ότι αν η μεταρρύθμιση Γιαννίτση είχε περάσει και αν είχαμε προβληματιστεί από την έκθεση Σπράου αντί να λέμε ότι ο σοβαρός αυτός άνθρωπος ήθελε να πεθαίνουμε πιο νωρίς, ένα μεγάλο μέρος του δημοσιονομικού προβλήματος θα λυνόταν και δεν θα φτάναμε εδώ που φτάσαμε.

Φυσικά αραιά και πού ακούγεται η άποψη ότι φταίμε κι εμείς, ακόμα και από κυβερνητικά χείλη. Κανείς όμως, εξ όσων γνωρίζω, δεν προτίθεται να μιλήσει συγκεκριμένα και όχι με κονσερβαρισμένες φράσεις για το θέμα.

Δηλαδή κανείς δεν θέλει να μας πει αν και πόσο επιβαρύνθηκε το χρέος από τη συνταξιοδότηση στα πενήντα πέντε ή ακόμα και στα πενήντα, και από τις συντάξεις που υπερέβαιναν τον τελευταίο μισθό, και να μας πει επίσης αν εκείνοι που τις απαίτησαν κι εκείνοι που τους τις έδωσαν φέρουν κάποια ευθύνη –προσοχή, δεν λέω όλη την ευθύνη, ούτε καν τη μεγαλύτερη– για τα σημερινά δεινά.

Μολονότι αδυνατώ να το αποδείξω, είμαι σίγουρος ότι το «φταίξαμε κι εμείς» λέγεται για να ισχυριστούν μερικοί ότι το είπαν και έτσι να κλείσει το θέμα και να ασχοληθούμε αποκλειστικά με τους πραγματικά κακούς. Τους άλλους.

Η δεύτερη μνησικακία μου είναι προσωπική: την εποχή που συνέβαιναν όλα αυτά είχα ακούσει τα εξ αμάξης από ομοϊοδεάτες μου στον Συνασπισμό με αφορμή τον Σημίτη. Αν είχα ψηφίσει ποτέ ΠΑΣΟΚ θα το καταλάβαινα. Η κομματική αντιπαλότητα είναι ο κανόνας στην κοινοβουλευτική δημοκρατία και οι μετοικεσίες προς τα δεξιά προκαλούσαν ανέκαθεν έντονες αντιδράσεις στην Αριστερά.

Αλλο ήταν όμως το αμάρτημά μου: δεν μισούσα τον Σημίτη με τη δέουσα ένταση, γιατί δεν μπορούσα να δεχθώ ότι ο τότε πρωθυπουργός, εκτελώντας οδηγίες απευθείας από τον σατανά, οδηγούσε τη χώρα στην ηθική καταρράκωση και την απόλυτη καταστροφή.

Θυμάμαι ότι απέδωσα τη στάση τους σε ένα γενικότερο κλίμα ιδεολογικής καθαρότητας που επικρατούσε, μέσα στο οποίο, και με δεδομένο ότι ο Συνασπισμός θα παρέμενε μικρό κόμμα που θεωρούσε νίκη την είσοδο στη Βουλή, το ζητούμενο δεν ήταν να προταθούν συγκεκριμένες αριστερές λύσεις, αλλά το ποιος είναι πιο αριστερός από ποιον. Κι επειδή τα λόγια δεν κοστίζουν, η πλειοδοσία αριστεροσύνης έγινε ο μόνος τρόπος να διακριθείς.

Μάλλον θα καταλάβατε πού το πάω. Δεν ξέρω πώς θα αντιδρούσε κάποιος άλλος, όμως εγώ μια ικανοποίηση την αισθάνομαι όταν βλέπω να αγκαλιάζουν σήμερα τον Πάνο Καμμένο περιβεβλημένο τη στολή παραλλαγής και να συγκυβερνούν με τα υπόλοιπα μπουμπούκια των ΑΝ.ΕΛΛ. εκείνοι που τότε είχαν αναθέσει στον εαυτό τους το αποκλειστικό δικαίωμα να εκδίδουν πιστοποιητικά ιδεολογικής ενημερότητας, εκείνοι που κυκλοφορούσαν με το αριστερόμετρο στο χέρι. Ισως επειδή στη συγκεκριμένη περίπτωση βοηθάει και η σύγκριση με τον Σημίτη.

Ο ξενέρωτος λοιπόν, ο λογιστάκος με τα γυαλάκια, επέλεξε τη σύγκρουση για να επιβάλει τη συνταγματική τάξη στη μαχόμενη Εκκλησία του Χριστόδουλου, με τις λαοσυνάξεις, τα λάβαρα, τη δημαγωγία. Και τα κατάφερε.

Ο λεβέντης και μαχητικός Αλέξης Τσίπρας που δεν αφήνει μύγα να καθίσει στο αριστερό σπαθί του, ο πρωθυπουργός της πρώτη φορά Αριστεράς, άκουσε τον Πάνο Καμμένο να διαβεβαιώνει τον αρχιεπίσκοπο να μην ανησυχεί. Γιατί ένα τηλέφωνο να του έκανε, και την επόμενη μέρα ο πρόεδρος των ΑΝ.ΕΛΛ. θα έριχνε την κυβέρνηση. Ποτέ δεν μάθαμε πώς αντέδρασε ο πρωθυπουργός ή αν αντέδρασε. Εχει ο καιρός γυρίσματα.

Θέμα επικαιρότητας:
Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ

Σύνολο: 129 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι