1821

Γιάννης Μπαλαμπανίδης, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 28/04/2021

Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε ένα μάλλον ανεπίσημο αφισάκι της «Επιτροπής 1821», όπου μια κορδέλα ένωνε τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας και τον Περικλή με τον Κολοκοτρώνη, τον Παλαιών Πατρών Γερμανό και την Μπουμπουλίνα, και αμέσως μετά με τον γιατρό Παπανικολάου και τη Μαρία Κάλλας, καταλήγοντας στον Γιάννη Αντετοκούνμπο.

Αν προσπεράσουμε το τετριμμένο σχήμα της τρισχιλιετούς συνέχειας του έθνους, που «ξεχνάει» περίπου χίλια χρόνια αφού το Βυζάντιο δεν υπάρχει (γιατί άραγε;), η εικόνα είχε κάτι τολμηρό: έναν μαύρο μπασκετμπολίστα, γεννημένο στα Σεπόλια, να εγγράφεται στην ίδια ιστορική γραμμή με τις μεγάλες μορφές του έθνους, πλαισιωμένο από άλλους δυο «συγχρόνους», έναν επιστήμονα και μια καλλιτέχνη. Οι αναμενόμενες αντιδράσεις («χάθηκε να βάλουν έναν καθαρό Ελληνα, ας πούμε από την ομάδα ποδοσφαίρου του 2004;») ήταν μειοψηφικές. Αυτή η εικόνα ενός έθνους ανοιχτού και με αυτοπεποίθηση αποδείχθηκε μάλλον ισχυρή και πειστική.

Και να πάλι η «παραδόξως νεωτερική» χώρα μας, κατά τον τίτλο του βιβλίου του Γιάννη Βούλγαρη («Ελλάδα: μια χώρα παραδόξως νεωτερική», Πόλις, 2019), η οποία στα 200 αυτά χρόνια έκανε σπουδαία βήματα στους θεσμούς και τις κοινωνικές νοοτροπίες που διαψεύδουν τα εύκολα σχήματα της «υστέρησης» και της «υπανάπτυξης», βρίσκεται σε μια «παραδόξως αντινεωτερική» κατάσταση. Συζητάμε παθιασμένα, σκιαμαχούμε καλύτερα, εάν και πώς θα πρέπει να διευκολύνουμε το δικαίωμα ψήφου λ.χ. σε Ελληνοαμερικανούς τέταρτης γενιάς, που κανένας δεσμός δεν τους δένει με τη χώρα αλλά έχουν από καιρό ενσωματωθεί, επιτυχώς, στο αμερικανικό μοντέλο (γιατί δεν πρόκειται εν προκειμένω για το αυτονόητο προφανώς δικαίωμα ψήφου των brain drainers) – την ίδια στιγμή που για να δώσουμε την ελληνική ιθαγένεια σε τρίτης γενιάς μετανάστες, που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν εδώ, μιλούν ελληνικά και πηγαίνουν στο ελληνικό σχολείο, τους ζητάμε στις εξετάσεις για την κτήση ιθαγένειας να απαντήσουν σωστά στο ερώτημα «Πόσες φορές έχει προεδρεύσει η Ελλάδα στο Συμβούλιο της Ε.Ε.;» ή «Τον 19ο αιώνα κτίσθηκε αντίγραφο του ναού του Ηφαίστου: α. στο Αμστερνταμ β. στο Βερολίνο γ. στη Βιέννη ή δ. στη Σόφια;»

Οπως όταν το παιδί που μεγάλωσε και ζει στη μεγαλούπολη επισκέπτεται σπανίως το χωριό και κάποιος μακρινός θείος το ρωτάει: «Τίνος είσαι συ;» – η κάπως γκροτέσκα πια ιδέα ότι το αν «ανήκεις σε μας» το επικυρώνει η εξ αίματος καταγωγή, ακόμη κι αν είναι τόσο μακρινή που δεν διακρίνεται πια.

Το έθνος, όπως μας έχουν μάθει σημαντικοί μελετητές του σαν τον Μπένεντικτ Αντερσον, είναι μια φαντασιακή κοινότητα («Φαντασιακές κοινότητες», Νεφέλη, 1997). Κανένας μας δεν θα γνωρίσει ποτέ στη ζωή του τη συντριπτική πλειονότητα από τα εκατομμύρια συμπατριώτες, είτε ζουν από γενιές στη Βοστόνη είτε εκπατρίστηκαν μες στην κρίση για να εργαστούν στο Βερολίνο είτε μεγαλώνουν ως παιδιά μεταναστών στις γειτονιές της Αθήνας. Αυτό δεν σημαίνει ότι η εθνική κοινότητα είναι λιγότερο πραγματική. Το αίσθημα ότι ανήκουμε σε κάτι κοινό είναι ένα βαθύ αίσθημα αδελφότητας, που μπορεί να μας κάνει ακόμη και να δίνουμε τη ζωή μας.

Ετσι, μπορεί κάποιος να αισθάνεται ισχυρό ψυχικό δεσμό με τη χώρα ακόμη κι αν τον χωρίζουν ωκεανοί από αυτήν, εξού και είναι σημαντικό να διευκολύνεται η διασπορά να ψηφίσει, στον βαθμό που το επιθυμεί – ας μην ξεχνάμε ότι και η διασπορά δεν είναι ενιαία ούτε ως προς την εκλογική της συμπεριφορά, παρά τις υπεραπλουστεύσεις που ακούγονται. Είναι όμως εξαιρετικά ασύμμετρο να γίνεται τόσο πολλή κουβέντα για ένα ανήκειν συχνά «καταγωγικό» και ισχνό και τόσο λίγη για ένα «ανήκειν» απολύτως παρόν και στενά δεμένο με τη χώρα.

Αν όπως έλεγε ο Ερνέστ Ρενάν «το έθνος είναι ένα καθημερινό δημοψήφισμα», δηλαδή μια καθημερινή επιβεβαίωση της επιθυμίας μας να ανήκουμε όλοι στη φαντασιακή, αλλά πολύ πραγματική, εθνική μας κοινότητα, τότε τα παιδιά και τα παιδιά των παιδιών των μεταναστών που έρχονται στη χώρα μας ασκούν καθημερινά και στην πράξη αυτό το «δικαίωμα ψήφου». Θα ήταν δείγμα εθνικής μας αυτοπεποίθησης να συζητάμε κατά προτεραιότητα πώς θα τους δώσουμε και το «κανονικό» δικαίωμα ψήφου, χωρίς να εξαρτάται από το αν γνωρίζουν την απάντηση στην ερώτηση «Οταν κάποιος αρρωσταίνει, φτιάχνουμε φανουρόπιτα για να γίνει καλά: σωστό ή λάθος;» Διαφορετικά, θα γιορτάζουμε τα 200 χρόνια του νεότερου εθνικού μας βίου μίζερα και φοβικά, αφήνοντας μερικά από τα παιδιά μας (τους Αντετοκούνμπο, όπως παλιότερα τον Οδυσσέα Τσενάι και άλλα που δεν μάθαμε το όνομά τους) στα χέρια εθνών που νιώθουν κάπως πιο σίγουρα για τον εαυτό τους.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι