Αναπόφευκτη νέα φάση έντασης με την Τουρκία

Αν επικρατήσει η δημαγωγία

Μιχάλης Μορώνης, Ελευθεροτυπία, 19/04/2004

Με δεδομένη, καθ’ όλες τις ενδείξεις, την απόρριψη του σχεδίου Ανάν από τους Ελληνοκύπριους, οι πάντες σε Κύπρο και Ελλάδα προσπαθούν να προσδιορίσουν τις μετά το δημοψήφισμα του Σαββάτου εξελίξεις στο Κυπριακό και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, μέσα σε κλίμα έντονης αντιπαράθεσης και σύγχυσης. Σε τέτοιο βαθμό, ώστε: «Απορριπτικοί» να μην κατανοούν ότι δικαιώνουν τον Αττίλα όταν κάνουν λόγο για «περίοδο τριακονταετούς ειρήνης» στην Κύπρο. Και «συναινετικοί» απολογητές τής πολιτικής της προσέγγισης της Τουρκίας να καταγγέλλουν τον πρωθυπουργό Κ. Καραμανλή, επειδή τονίζει ότι «οι ελληνοτουρκικές σχέσεις θα εξελιχθούν ομαλά, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος».

Ολοι πάντως συμφωνούν ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση λειτουργεί καταλυτικά στο Κυπριακό και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Είτε γιατί η ένταξη της Κύπρου την 1η Μαΐου εγγυάται την εφαρμογή του σχεδίου Ανάν αμβλύνοντας τα αρνητικά του στοιχεία, κατά τους υποστηρικτές του «ναι», είτε, κατά τους «απορριπτικούς», γιατί η συμμετοχή της Κύπρου στην Ενωση προσφέρει τη δυνατότητα διευθέτησης του προβλήματος βάσει των ευρωπαϊκών αρχών και αξιών. Κατά την άποψή τους μάλιστα, θα πρέπει να εκμεταλλευθούμε την επιθυμία της Τουρκίας να ενταχθεί στην Ε.Ε. για να επιβάλουμε τις λύσεις που επιθυμούμε στο Κυπριακό και τα ελληνοτουρκικά.

Είναι όμως εφικτό αυτό; Μήπως, αντιθέτως, η αδιαλλαξία και η αναβίωση του πνεύματος του «νεο-μακεδονικού αγώνα» οδηγούν αναπόφευκτα στη λογική της αντιπαράθεσης και των δυναμικών λύσεων του παρελθόντος και ό,τι συνεπάγεται αυτή;

Το παράδοξο, οι υποστηρικτές του «όχι», που καταγγέλλουν διεθνείς συνωμοσίες σε βάρος μας με τη συμμετοχή εταίρων μας, να διατείνονται ότι μέσω της Ε.Ε. θα επιβάλουμε στην άλλη πλευρά όποια λύση επιθυμούμε σε Κύπρο και Αιγαίο, ίσως να μην έχει σημασία. Ασχέτως αν αποκαλύπτει τη σύγχυσή τους και δείχνει την ασυνέπειά τους, το αβάσιμο τελικά των επιχειρημάτων τους...

Στον άκρατο «φιλοευρωπαϊσμό τους», όμως, δεν θέλουν να θυμούνται ότι η Ενωση διέπεται από τη βασική αρχή του συμβιβασμού αντιτιθέμενων εθνικών συμφερόντων. Γι’ αυτό και οι όποιες λύσεις επιδιώκουμε σε Κύπρο και Αιγαίο θα πρέπει να βασίζονται σε συμβιβασμό, όπως ο επώδυνος που προτείνεται με το σχέδιο Ανάν.

Αυτό το μήνυμα, άλλωστε, είναι σαφές ότι μας στέλνει η Ε.Ε. με την υποστήριξη που παρέχει στο σχέδιο Ανάν και την άρνησή της να στηρίξει την αδιάλλακτη στάση του Τάσσου Παπαδόπουλου. Γιατί αύριο να αλλάξει γνώμη; Μήπως γιατί, μετά την αναθεώρηση του καταστατικού χάρτη της Ε.Ε., θα εξασθενήσει η αρχή της αρνησικυρίας, του βέτο, που πιστεύουμε ότι μπορούμε να χρησιμοποιούμε για να επιβάλουμε στην Τουρκία τις απόψεις και θέσεις μας;

Γι’ αυτό, το ερώτημα που τίθεται σαφώς είναι αν επιθυμούμε τον συμβιβασμό ή την αδιαλλαξία, η οποία μας επιτρέπει να ζούμε στους ακριβούς, κατά κυριολεξίαν και μεταφοράν, μύθους μας.

Το διάγγελμα του προέδρου της Κύπρου Τάσσου Παπαδόπουλου, αν και χαρακτηριστικό δείγμα κρυψίνοιας, αποκαλύπτει τις προθέσεις του. Την άρνησή του να διαπραγματευθεί, που υποδηλώνει η παρατήρησή του «παρέλαβα κράτος διεθνώς ανεγνωρισμένο. Δεν θα παραδώσω κοινότητα». Την προτίμησή του στη διατήρηση του status quo, αφού θεωρεί «τίμημα που καλούμαστε να πληρώσουμε... το να καταλύσουμε τη διεθνώς ανεγνωρισμένη κρατική μας οντότητα, ακριβώς τη στιγμή που ενισχύεται η διεθνής πολιτική της βαρύτητα με την ένταξη στην Ε.Ε.». Και δεν κρύβει τον ευσεβή πόθο του για καθυπόταξη των Τουρκοκυπρίων, με την απόρριψη των συμφωνιών υψηλού επιπέδου Μακαρίου - Ντενκτάς του 1977 και Κυπριανού - Ντενκτάς του 1979 περί διζωνικής και δικοινοτικής λύσης, που υπονοεί με τη φράση του: «Είμαστε έτοιμοι για μετάλλαξη του σημερινού κράτους σε ομοσπονδία που θα διέπεται καθοριστικά από δημοκρατικές αρχές και από πλήρη σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα». Με την εφαρμογή δηλαδή της αρχής της πλειοψηφίας των Ελληνοκυπρίων και της μειοψηφίας των Τουρκοκυπρίων.

Το όραμα αυτό, που οδήγησε στη διχοτόμηση της Κύπρου, είναι προφανές ότι συνεπαίρνει μεγάλη μερίδα «απορριπτικών» σε Ελλάδα και Κύπρο, οι οποίοι διαγράφουν την ιστορία και εμμένοντας στους μύθους παρερμηνεύουν τις σημερινές συγκυρίες και τις διεθνείς συμφωνίες και συνθήκες. Γι’ αυτό:

- Δεν παραδέχονται ότι η διχοτόμηση της Κύπρου επήλθε το 1963-64 -οπότε ο Μακάριος, σε συνεννόηση με το Λονδίνο, επιδίωξε την αλλαγή του Συντάγματος και με τη βοήθεια του Γρίβα δημιούργησε τους περιβόητους θυλάκους, την Πράσινη Γραμμή στη Λευκωσία και έφερε στην Κύπρο την ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ- και όχι το 1974 με την τουρκική εισβολή και κατοχή, την οποία προκάλεσε η επάρατος βασιζόμενη στο εθνικό όραμα της Ενωσης της Κύπρου με την Ελλάδα.

- Καταγγέλλουν το σχέδιο Ανάν ως προϊόν συνωμοσίας σε βάρος μας που εξυπηρετεί τα ιμπεριαλιστικά σχέδια της Νέας Παγκόσμιας Τάξης των ΗΠΑ, παρ’ όλο που επί δεκαετίες εκλιπαρούσαμε την Ουάσιγκτον να παρέμβει στο Κυπριακό. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στη σημερινή συγκυρία η αντιμετώπιση του Κυπριακού δεν προσφέρει στον πρόεδρο Μπους το επιχείρημα ότι ενδιαφέρεται για την ειρηνική διευθέτηση των διαφορών.

- Προβλέπουν, μετά το κλείσιμο του Κυπριακού, την απεμπόληση και των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων στο Αιγαίο, το οποίο θεωρούν αρχιπέλαγος, ασχέτως αν δεν αναγνωρίστηκε αυτό από το διεθνές δίκαιο της θάλασσας.

- Και θεωρώντας περίπου προδοτική την πολιτική της προσέγγισης της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια, τάσσονται υπέρ του εκβιασμού της, με βασικό όπλο την «τρισκατάρατη» συμφωνία του Ελσίνκι, που προσδιορίζει την πορεία της προς την Ε.Ε.

Στο κλίμα αυτό του πατριωτικού παροξυσμού, που είναι προφανές ότι μας διακατέχει και πάλι, η πολιτική ηγεσία μας έδειξε πρωτοφανή αντοχή, αν συγκρίνουμε τη στάση της μ’ αυτή του προ δεκαετίας συμβουλίου των αρχηγών για το νεο-μακεδονικό. Πηγαίνοντας κόντρα στον δημοφιλέστατο σήμερα πρόεδρο της Κύπρου Τάσσο Παπαδόπουλο και στο λαϊκιστικό ρεύμα που επικρατεί, ο πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Γ. Παπανδρέου και ο πρόεδρος του Συνασπισμού Ν. Κωνσταντόπουλος έδειξαν ότι είναι πραγματικοί ηγέτες. Η δημαγωγία, όμως, δεν έχει εκλείψει, γι’ αυτό ο κίνδυνος να οδηγηθούμε σε όξυνση της πολιτικής αντιπαράθεσης και κατά συνέπεια σε νέο εθνικό αδιέξοδο είναι σοβαρός. Επικίνδυνο παράδειγμα, η καταγγελία του Ευάγγ. Βενιζέλου ότι ο πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής μπορεί «να εξαγγέλλει με ευγενικό τρόπο μία δραματική αλλαγή του δόγματος που διέπει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, θεωρώντας ότι αυτές δεν επηρεάζονται πλέον από το Κυπριακό».

Οχι, βεβαίως, γιατί θυμίζει το περιβόητο «βάλαμε το Κυπριακό στο ράφι», που είχε εξαγγείλει ο αείμνηστος αρχηγός του στο Νταβός το 1988. Αλλά, γιατί μπορεί να σημαίνει ότι το ΠΑΣΟΚ ως αντιπολίτευση απαρνείται τα όσα πολύ σημαντικά έχει συμφωνήσει ως κυβέρνηση με την Τουρκία για τη διευθέτηση του Αιγαιακού σε 22 ή 23 συναντήσεις. Γεγονός που καθιστά αναπόφευκτη την επιστροφή στην πολιτική της έντασης και της στρατιωτικής αντιπαράθεσης με την Τουρκία. Στη μεταφορά, δηλαδή των προβλημάτων και πάλι στο πεδίο της στρατιωτικής ισχύος, όπου η Τουρκία πλεονεκτεί, αντί του περιορισμού τους σ’ αυτό της λεγόμενης ήπιας ισχύος, όπου σαφώς υπερτερούμε.

Ούτως ή άλλως πάντως η επιστροφή στο κακό παρελθόν, του ανταγωνισμού των εξοπλισμών και των κρίσεων, που μόνο δεινά προοιωνίζεται, φαίνεται αναπόφευκτη, όσο επικρατεί η λογική των εραστών της στρατιωτικής ισχύος και όσο ο πρόεδρος της Κύπρου Τάσσος Παπαδόπουλος δεν ξεκαθαρίζει τι θέλει: τη διχοτόμηση ή τη μέσω βασάνων και κόπων επανένωση του νησιού, δεδομένου ότι η απόπειρα καθυπόταξης των Τουρκοκυπρίων οδήγησε στην τραγωδία της Κύπρου.

Θέμα επικαιρότητας:
Κυπριακό

Σύνολο: 252 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι