Τι άλλαξε και τι δεν άλλαξε

21η Απριλίου 1967

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 06/05/2017

Τα πενηντάχρονα από την 21η Απριλίου 1967 έφεραν ξανά στο προσκήνιο το πραξικόπημα, τη δικτατορία, την πτώση της και τι επακολούθησε. Με την ευκαιρία αυτή, και χωρίς να περιμένουμε άλλα εφτά χρόνια όταν θα γιορτάσουμε τη μεταπολίτευση, αξίζει ίσως τον κόπο να σκεφτούμε πόσο και πώς μεταμορφώθηκε η χώρα, δηλαδή τι άλλαξε και τι δεν άλλαξε τον τελευταίο μισό αιώνα.

Γενικεύοντας, μπορούμε να πούμε ότι, σε πολιτικό επίπεδο, η μεταπολίτευση ήταν μια ευδιάκριτη τομή, με την έννοια ότι δεν επανέφερε το πρότερο καθεστώς, αλλά εκθεμελίωσε το μετεμφυλιακό κράτος που στο όνομα της εθνικοφροσύνης είχε επιβάλει πρώτα έναν αστυνομοκρατούμενο και κατ’ όνομα μόνο κοινοβουλευτισμό και στη συνέχεια τη χούντα.

Κι επειδή η τομή αυτή αποδείχθηκε τόσο ριζική και τελεσίδικη, είναι σήμερα δύσκολο για όποιους δεν βίωσαν τις δεκαετίες του πενήντα και του εξήντα να συλλάβουν καν τι σήμαινε τότε ο αυταρχισμός της Δεξιάς. Ετσι εξηγείται μάλλον η περισσή ευκολία με την οποία μερικοί ισχυρίζονται ότι και σήμερα χούντα έχουμε, παραβλέποντας το γεγονός ότι στη μεταπολίτευση αναγνωρίστηκαν επιτέλους και στην Ελλάδα τα στοιχειώδη πολιτικά και ατομικά δικαιώματα που ισχύουν στον υπόλοιπο πολιτισμένο κόσμο.

Ενδεικτικά, νομιμοποιήθηκε το ΚΚΕ, δεν υπάρχουν εκτοπισμένοι σε ξερονήσια, το πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων καταργήθηκε, όποιος διαβάζει την «Αυγή» δεν προσάγεται στο αστυνομικό τμήμα για εξακρίβωση στοιχείων ή κάτι χειρότερο, κανείς δεν λαμβάνει σημείωμα να περάσει από την Ασφάλεια «δι’ υπόθεσίν του» και οι νέοι που εγγράφονται στο πανεπιστήμιο δεν οφείλουν να προσκομίσουν πιστοποιητικό από τον παπά της ενορίας τους κ.ο.κ. Ολα αυτά τα χρωστάμε στη μεταπολίτευση, ας μην το ξεχνάμε.

Με τη βοήθεια της ύστερης γνώσης όμως, θα πρέπει να θέσουμε το εξής άβολο ερώτημα: μήπως η μεταπολίτευση έκλεισε μεν τους λογαριασμούς με το κακό παρελθόν, αλλά ούτε μας προετοίμασε ούτε μας έδωσε τα εφόδια για να αποφύγουμε ή να θεραπεύσουμε τα νέα δεινά που μας περίμεναν στη γωνία, για να μην πω ότι τα προκάλεσε;

Θα απαντούσα ότι μέχρι ενός σημείου αυτό αληθεύει. Οσον αφορά την Αριστερά, η αδράνειά της δεν οφείλεται τόσο σε άρνηση να αναγνωρίσει τα νέα προβλήματα όσο στο γεγονός ότι στην αρχική, εικονοκλαστική φάση, την απασχόλησαν οι εκκρεμότητες από τα παλιά. Εννοώ ότι δαπάνησε τεράστιες ποσότητες σκέψης και πάθους στον εσωτερικό της διχασμό, με τους μεν να παραμένουν πιστοί στη Σοβιετική Ενωση η οποία εξεμέτρησε τον βίον το 1989 και τους δε να επιλέγουν τον ευρωκομμουνισμό που είχε την ίδια τύχη.

Κι όλα αυτά ενώ η πολιτική και η κοινωνία σταδιακά πασοκοποιούνταν. Δηλαδή, σταθερή άνοδος του βιοτικού επιπέδου χωρίς πραγματική ανάπτυξη, με τα δύο κόμματα εξουσίας να εφαρμόζουν τη γνωστή συνταγή, κληροδοτημένη από το αμαρτωλό παρελθόν: αντί να αναμορφώσουν το απαρχαιωμένο κράτος, το διόγκωσαν βολεύοντας τα δικά τους παιδιά.

Η δε Αριστερά, μολονότι τους κατηγορούσε για ευνοιοκρατία, αναλάμβανε να υπερασπιστεί τους διορισμένους ως εργαζόμενους πλέον, αξιώνοντας αυξήσεις και προνόμια μέσα σε ένα γενικευμένο κλίμα ανέφελης ευζωίας και αισιοδοξίας. Και όταν κάποιοι λίγοι χτύπησαν το καμπανάκι του κινδύνου, ούτε τα κόμματα ούτε ο ευημερών λαός το άκουσε. Κι έτσι φτάσαμε, ανίδεοι και χορτάτοι, όπως λέει ο Σεφέρης, εδώ που φτάσαμε.

Αυτή ήταν η θεμελιώδης αντίφαση της μεταπολίτευσης. Από τη μια άλλαξε ριζικά και προς το καλύτερο τους όρους της πολιτικής. Για να χρησιμοποιήσω την κατεξοχήν αμφιλεγόμενη έννοια, τους «εκσυγχρόνισε».

Από την άλλη όμως, διατήρησε και ίσως ενίσχυσε τα αντανακλαστικά μας, τους βαθιά ριζωμένους αυτοματισμούς της νεοελληνικής σκέψης: δεν φταίμε εμείς αλλά οι άλλοι που βυσσοδομούν εναντίον μας, ο ένοχος είναι πάντα ένας και οι υπόλοιποι αθώοι, η κριτική αναβάλλεται για μετά τη μάχη, η οποία, ως γνωστόν, δεν τελειώνει ποτέ, εγώ ψήφισα σωστά αλλά οι υπόλοιποι ψήφισαν λάθος (όπως φάνηκε σε πρόσφατη δημοσκόπηση) και φυσικά η μόνη λύση είναι η εγγεγραμμένη στο εθνικό μας DNA Αντίσταση (το άλφα πάντα κεφαλαίο για να τονιστεί η οντολογική, δηλαδή η μη πολιτική της διάσταση).

Με τη δυναμική της εξαντλημένη, αυτάρεσκη και κυρίως μεταλλαγμένη, η θνήσκουσα μεταπολίτευση διάβασε την κρίση με τα γυαλιά της ιδεολογίας που την προκάλεσε. Ολα αυτά αποτυπώθηκαν στην περίφημη φωτογραφία (μια εικόνα αξίζει χίλιες λέξεις) όπου βλέπουμε τον Χρήστο Σπίρτζη του βαθέος ΠΑΣΟΚ και την εκ των Ανεξάρτητων Ελλήνων Ραχήλ Μακρή -συστεγαζόμενοι τότε στον ΣΥΡΙΖΑ- να ποζάρουν ως επιτέλους νικητές, με φόντο ένα τεράστιο πορτρέτο του Βελουχιώτη σε στιλ ποπ-αρτ.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι