Περί διακρίσεων

Γιάννης Μπαλαμπανίδης, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 19/07/2017

Από την κατάρρευσή του το 2012, ο χώρος της Κεντροαριστεράς εγκλωβίστηκε σε μια στρατηγική περιδίνηση και στη διαρκή αναζήτηση μιας ανεύρετης ενότητας βασισμένης κυρίως στα πρόσωπα και όχι στις ιδέες.

Η απολεσθείσα υπό το βάρος των μνημονιακών καταναγκασμών προοδευτική ταυτότητα και η βεβιασμένη σύμπλευση με τον άλλοτε ασυμφιλίωτο αντίπαλο, την ώρα που ο αντιμνημονιακός ΣΥΡΙΖΑ σάρωνε τον χώρο στα αριστερά του Κέντρου, διαμόρφωσαν ένα κλίμα όπου οι φυγόκεντρες δυνάμεις ήταν ισχυρότερες από τις κεντρομόλες.

Στο πρόσφατο συνέδριο της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, για πρώτη φορά (με την εξαίρεση ίσως της «έκκεντρης» απόπειρας της κίνησης των 58), ο χώρος αυτός επιχειρεί να ανακτήσει την πολιτική του ορατότητα και συνοχή.

Η ΔΗΣΥ απέφυγε τη μάταιη αναζήτηση της «ορθής» απάντησης στο επίμονο ερώτημα «με ποιους θα πάτε», που συνοδεύει το εκ δεξιών ή εξ αριστερών φλερτ· μάταιη καθόσον το ερώτημα δεν μπορεί να απαντηθεί παρά μόνο μετά την κάλπη.

Αντ’ αυτού, επέλεξε να ενισχύσει την πολιτική αυτοδυναμία της, δηλαδή να ξανασκεφτεί την ταυτότητά της – στοιχείο θεμελιώδες της πολιτικής, και όχι άσκηση ενδοσκόπησης, καταπώς θα έλεγε ένας ρηχός πραγματισμός του συρμού.

Αναζητώντας μια επικαιροποιημένη θεμελίωση της προοδευτικής, και δη της σοσιαλδημοκρατικής ταυτότητας, οι κύριοι παίκτες εκδίπλωσαν παραλλαγές που συγκλίνουν σε ένα κομβικό σημείο.

Η πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ πλαισίωσε την παραταξιακή συνείδηση μιας συμμαχίας διαφορετικών ευαισθησιών (σοσιαλιστές, ανανεωτική Αριστερά, οικολογία, κεντρώοι) στη διάκριση «προόδου και συντήρησης», προκρίνοντας τις αξίες της Αριστεράς έναντι της «συντηρητικής παλινόρθωσης».

Εγγύτερα στην πολιτική εισήγηση του συνεδρίου, ο πρόεδρος της ΔΗΜΑΡ υπογράμμισε ότι το συμμαχικό σχήμα οριοθετείται από τις κεντρικές πολιτικές διαιρέσεις Αριστερά-Δεξιά και πρόοδος-συντήρηση, με μέτωπο στον λαϊκισμό και τον αντι-ευρωπαϊσμό.

Σε πιο «παραδοσιακή» γλώσσα, ο Γ. Παπανδρέου μίλησε για μια «παράταξη της σύγχρονης Αριστεράς» συνδέοντας πολιτικό φιλελευθερισμό, πράσινη ανάπτυξη και σοσιαλισμό (αν και χωρίς να του δίνει συγκεκριμένο περιεχόμενο).

Σε αυτό το κλίμα, φάνταζε ανορθογραφία η τοποθέτηση του Β. Βενιζέλου, που χαράζει πορεία προς ένα «προοδευτικό Κέντρο», το οποίο προσδιορίζεται πρωτίστως διά της αντίθεσης προς τον παντοειδή λαϊκισμό (με μια εξαιρετικά ευρεία χρήση του όρου, που περιέλαβε ακόμη και τους Βρετανούς Εργατικούς), βάζοντας στη θέση της διάκρισης Αριστερά-Δεξιά την αντίθεση εθνικολαϊκισμός vs ρεαλισμός.

Και αυτό σε οξεία, υπαρξιακή σχεδόν αντίθεση με τη Φ. Γεννηματά, που νωρίτερα υποστήριζε ότι απορρίπτει ως απλουστευτική την αναγωγή όλων των πολιτικών συγκρούσεων σε μια κυρίαρχη αντίθεση «λαϊκισμού-δημοκρατίας».

Είναι αλήθεια ότι, σε αυτά τα χρόνια της κρίσης, η πόλωση μνημόνιο-αντιμνημόνιο επισκίασε τις θεμελιώδεις πολιτικές διαιρέσεις, κρύβοντας ταυτόχρονα κάτω από το χαλί της πολεμικής τις ενδογενείς αιτίες της ελληνικής κρίσης, τα ελλείμματα της ευρωπαϊκής διαχείρισής της και τη νηφάλια συζήτηση επ’ αυτών.

Ανάμεσα στα σαρωτικά πολιτικά αποτελέσματά της ήταν η «ανίερη» ώσμωση ΠΑΣΟΚ-Ν.Δ. και κατόπιν του ΣΥΡΙΖΑ με ακραία δεξιά κόμματα (ΛΑΟΣ και ΑΝ.ΕΛΛ.).

Σαν κατοπτρικό είδωλο, στο δίπολο αυτό αντιτάχθηκε ένα άλλο, εξίσου φασματικό, που κατά κανόνα πήρε τη μορφή «λαϊκισμός-υπευθυνότητα».

Αραγε, λοιπόν, στη χώρα μας εξεμέτρησε τον βίο της η μείζων πολιτική διαίρεση της νεωτερικότητας μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς;

Αυτό το γνωσιακό σχήμα που, όπως έχει γράψει προσφυώς ο Μαρσέλ Γκοσέ (στο σημαντικό έργο που επιμελήθηκε ο ιστορικός Pierre Nora «Les lieux de mémoire», 1992), μας επιτρέπει να κατανοούμε την πολιτική ως αυτό που είναι, δηλαδή ένας ριζικός ανταγωνισμός.

Οσο και αν διακινείται, εγχωρίως και διεθνώς (με αφορμή λ.χ. την περίπτωση Μακρόν), η άποψη ότι πρόκειται για επιβίωση άλλων εποχών, πολιτική μεταφυσική, παρ’ όλα αυτά η διάκριση παραμένει ζώσα – αν δεν επανεπιβεβαιώνεται κιόλας σε καθοριστικές πολιτικές μάχες, όπως συνέβη στις ΗΠΑ και στη Βρετανία.

Ενας από τους λόγους της αντοχής της είναι ότι σε αντίθεση με άλλες προτεινόμενες διακρίσεις, όπως «μνημόνιο-αντιμνημόνιο» στα καθ’ ημάς, «συστημισμός-αντισυστημισμός» ή «λαϊκισμός-υπευθυνότητα» εδώ και αλλού, η διάκριση Αριστερά-Δεξιά αφήνει τον αναγκαίο δημοκρατικό χώρο αναγνώρισης του πολιτικού αντιπάλου.

Οχι μόνο δεν είναι μια «στρατοπεδική» αντίληψη για τα πράγματα (παρότι ενίοτε η παραφθορά της είναι τέτοια, αν σκεφτούμε λ.χ. τα γαλάζια και πράσινα καφενεία της δεκαετίας του 1980), αλλά τελικά, μέσα από την πιο σφοδρή, θεμελιώδη σύγκρουση, αναγνωρίζει με τρόπο ουσιωδώς πλουραλιστικό και φιλελεύθερο τουλάχιστον δύο διαφορετικές κοσμοαντιλήψεις (Weltanschauung), διακριτά σχέδια για τη διαχείριση του κοινού μας βίου που μάχονται να κατακτήσουν την καρδιά της πλειοψηφίας.

Σε πλήρη αντίθεση, δηλαδή, με τις άλλες διακινούμενες διακρίσεις, οι οποίες προϋποθέτουν την πλήρη δικαίωση για το ένα τους σκέλος (κατά περίπτωση, τον «αντισυστημισμό» ή την «υπευθυνότητα») και την ταύτιση του αντιπάλου (θεωρούμενου, αντίστοιχα, ως «συστημικού» ή «λαϊκιστή») με το απόλυτο πολιτικό κακό. Ετσι που καταργείται η ίδια η ουσία της δημοκρατικής πολιτικής και βρισκόμαστε εγγύτερα στην κάθετη, πολεμική διάκριση α λα Καρλ Σμιτ ανάμεσα στον φίλο και τον εχθρό.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι