Κιότο... διά νομοσχεδίου ΑΠΕ... σχεδόν μηδέν στο "πηλίκον"

Στάθης Λουκάς, Αυγή, 22/02/2006

Οι τιμές του πετρελαίου "τραβάν την ανηφόρα" ερωτοτροπώντας, στις συχνές ταλαντώσεις τους, με τα 70 δολ. ανά βαρέλι για πολλούς και διαφόρους λόγους.

Πρώτον: ο φόβος για επαύξηση της έντασης με το Ιράν πράγμα που θα οδηγήσει από τη μια μεριά σε "έλλειψη" των 2,5 εκατομμυρίων βαρελιών την ημέρα και από την άλλη σε μια εντελώς αδιέξοδη κρίση στην περιοχή του αραβοπερσικού κόλπου, χωρίς ελπίδα "αξιοπρεπούς" εξόδου των ΗΠΑ από το "ιρακινό έλος" και την τιμή του πετρελαίου στα ύψη.

Δεύτερον: η πολιτική αστάθεια στη Νιγηρία, δεκάτου παγκόσμιου παραγωγού και όγδοου εξαγωγέα, που οφείλεται στο ότι (σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα) το 57% του πληθυσμού ζει με ένα δολάριο το μήνα και το 1% βάζει στην τσέπη το 80% των 45 δισ. δολαρίων που είναι τα έσοδα από την εξαγωγή πετρελαίου.

Τρίτον: η μείωση της παραγωγής φυσικού αερίου στη Σιβηρία λόγω των υπερβολικά υψηλών και παρατεταμένων χαμηλών θερμοκρασιών.

Σύγχρονα δε η Κίνα κάνει επενδύσεις 9 δισεκατομμυρίων δολαρίων, σε εταιρίες και κοιτάσματα πετρελαίου, από την Κεντρική Ασία στην Αφρική και από την Αφρική στη Λατινική Αμερική, ενώ η Ε.Ε. ψάχνεται να τετραγωνίσει τον κύκλο -που δεν υπάρχει- της ελλιπούς ενεργειακής εξωτερικής πολιτικής. Πράγμα που δείχνει και ο ρόλος της στην "κρίση" του Ιράν.

Τα μόνιμα και δομικά στοιχεία της έρπουσας ενεργειακής κρίσης μπαίνουν, σχεδόν σε συχνά περιοδικά διαστήματα, σε διαδοχικές συσπάσεις από συγκυριακά φαινόμενα -διάφορης προέλευσης- που τινάζουν προς τα πάνω τις τιμές του πετρελαίου, ξεκινώντας κάθε φορά από ένα διαφορετικό (πάντα προς τα επάνω) σημείο ισορροπίας την τελευταία διετία. Θα περίμενε κανείς ότι η κυβέρνηση των πολλών και μεγάλων υποσχέσεων μπροστά σε αυτή την κατάσταση θα εκμεταλλεύονταν την ευκαιρία των ενεργειακών Νομοσχεδίων για να δημιουργήσει την αφετηρία μιας ενεργειακής μεταρρύθμισης που θα προβάλλονταν στο αβέβαιο ενεργειακά μέλλον στηριγμένη στις ΑΠΕ και στην ορθολογική χρήση και εξοικονόμηση ενέργειας.

Όμως νομοσχέδιο για τις ΑΠΕ, εκείνο για την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, εκείνο για το Εθνικό Συμβούλιο Ενέργειας κ.λπ., φαίνεται ότι έχουν "καταρτιστεί" σαν οι κυβερνώντες να μην έχουν συνειδητοποιήσει πλήρως -ή αντίθετα έχουν μια συγκεκριμένη περιοριστικά συντηρητικά δεξιά προσέγγιση- ότι η χώρα μας έχει υπογράψει το Πρωτόκολλο του Κιότο που ισχύει ήδη από τις 16/02/05. Από το οποίο απορρέουν δεσμεύσεις και υποχρεώσεις, ο τρόπος ικανοποίησης των οποίων είναι υπό διαμόρφωση.

Ακριβώς τα παραπάνω, πέρα από τις τεχνικές και κανονιστικές πράξεις, απαιτούν καινούργια καθήκοντα από την λειτουργία των θεσμών στα διάφορα επίπεδα καθώς και την συμμετοχή νέων θεσμικών και κοινωνικών υποκειμένων. Στην πραγματικότητα απαιτείται να διαμορφωθεί ένα εθνικό ενεργειακό-περιβαλλοντικό πρόγραμμα με την συνεργασία των υπό διαμόρφωση περιφερειών, νέων άλλων θεσμικών υποκειμένων και περιβαλλοντικών οργανώσεων. Ευρισκόμαστε δε σε κατάλληλη εποχή συνταγματικών αλλαγών. Μόνο κάτω από μια τέτοια θεώρηση μπορεί να έχει επιτυχία και αποτελεσματικότητα η συμμετοχή της Τ.Α, επιστημονικών και περιβαλλοντικών φορέων στα διάφορα επίπεδα συμβολής.

Πρόκειται βασικά για ένα Νομοσχέδιο, όπως παρουσιάζεται μέχρι στιγμής, για την μη προώθηση των ΑΠΕ και των Εναλλακτικών Τεχνολογιών για τους παρακάτω λόγους:

α. Αντί να προωθείται, θάβεται η προοπτική της ηλιακής ενέργειας είτε κάτω από την σύνθετη θερμική, είτε το πιο σημαντικό και ανησυχητικό κάτω από τη φωτοβολταϊκή μορφή της.

β. Αντί να προωθείται, θάβεται η προοπτική της εναλλακτικής τεχνολογίας της συμπαραγωγής και κατά συνέπεια της τηλεθέρμανσης που είναι μια από τις τεχνολογίες, μαζί με την συμπαραγωγή και την ηλιακή ενέργεια, που απαιτεί η εφαρμογή της Οδηγίας 2002/91/ΕΚ για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων. Τεχνολογία με πολλαπλές επιπτώσεις: εξοικονόμηση ενέργειας(25% με 40%), ανάλογη μείωση εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα (σεβασμός Κιότο), αποσυμφόρηση δικτύων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας ( αποφυγή black-out). Κατά συνέπεια η εφαρμογή της οδηγίας θα "περιορισθεί" στην πριμοδότηση του φυσικού αερίου. Σε αντίθεση με τον τύπο και το πνεύμα της, που είναι εκείνο της προώθησης των ΑΠΕ (σύνθετη θερμική και φωτοβολταϊκή) και εναλλακτικών τεχνολογιών (συμπαραγωγή και τηλεθέρμανση).

γ. Δεν υπάρχει στοιχειωδώς η λογική της ορθολογικής χρήσης και εξοικονόμησης ενέργειας.

δ. Δεν υπάρχει ίχνος "εισαγωγής" μη κεντρικών θεσμικών υποκειμένων στον ενεργειακό προγραμματισμό ενώ τα κοινωνικά υποκείμενα περιορίζονται εξ αντικειμένου στον ΣΕΒ.

Τα περιθώρια παρέμβασης για να καλυτερεύσει η παραγωγικότητα της ενέργειας είναι πάρα πολύ μεγάλα, ενώ η kWh που εξοικονομείται, συνήθως, στοιχίζει λιγότερο από την παραγόμενη. Στις περισσότερες περιπτώσεις η καλυτέρευση αυτή συμφέρει και οικονομικά. Ενδεικτικά αναφέρω ότι:

α. η πρωτογενής ενεργειακή ένταση (kep= ισοδύναμα κιλά πετρελαίου/ευρώ 95) της ελληνικής οικονομίας κατά την εντεκαετία 1990-2001 μειώθηκε κατά 1,9%, ενώ ο μέσος όρος της Ε.Ε. (15) μειώθηκε κατά 9,3%, επόμενα πέρασε από το 20,5% που ήταν μεγαλύτερη το 1990 στο 31% το 2001.

β. η τελική ενεργειακή ένταση πέρασε την ίδια περίοδο από το 35% -που ήταν μεγαλύτερη του μέσου όρου της Ε.Ε. (15)- στο 45,3 % .

γ. η ενεργειακή ένταση στη βιομηχανία πέρασε από το 40,4% -που ήταν μεγαλύτερη από το μέσο όρο της Ε.Ε. (15, 2000)- στο 73,3%

δ. η δε ενεργειακή ένταση στην γεωργία είναι μεγαλύτερη από εκείνη των άλλων μεσογειακών χωρών της Ε.Ε., χωρίς να μην αναφερθούμε σε μεταφορές κ.λπ.

ε. η κατά κεφαλή κατανάλωση πετρελαίου ενώ το 1993 ήταν κατώτερη κατά 5,6%, σε σχέση με το μέσο ευρωπαϊκό όρο (Ε.Ε. των 15) σήμερα είναι μεγαλύτερη κατά 13,05%

ζ. πρώτη θέση στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα ανά μονάδα ΑΕΠ ( Κg CO2/$ μονάδες αγοραστικής δύναμης του 95), ενώ το1990 κατείχαμε την πέμπτη θέση.

Ενώ, κερασάκι στην τούρτα, επάνω από το 67 % της ηλεκτρικής ενέργειας παράγεται από απαρχαιωμένους λιγνιτικούς ατμοηλεκτρικούς σταθμούς που ξεφορτώνουν το εξτρακόστος στην κοινωνία και το περιβάλλον.

Που σημαίνει απλά ότι πρώτον πράγματι τα περιθώρια είναι μεγάλα και δεύτερον στη χώρα μας δεν έχουμε ουσιαστικά μια πολιτική διακυβέρνησης της ζήτησης.

Και αυτό γιατί τα συστήματα παραγωγής της ενέργειας και τα μοντέλα κατανάλωσης διαμορφώθηκαν σε μια περίοδο που υπήρχε άφθονη προσφορά ορυκτών ενεργειακών πηγών και σε χαμηλές σχετικά τιμές, ενώ το σύστημα των τιμολογίων δεν λάβαινε καθόλου υπ’ όψη το περιβαλλοντικό κόστος.

Ενώ η ιστορική περίοδος που διανύουμε χαρακτηρίζεται από ακριβώς αντίθετες τάσεις των τιμών των ενεργειακών πηγών, όχι μόνο μεσοπρόθεσμα και από ανάγκη καλλιέργειας προοπτικά διαφορετικών μοντέλων κατανάλωσης της ενέργειας. Ακριβώς αυτά θα απαιτούσαν να ακολουθηθεί ο δύσβατος φαινομενικά, μεταρρυθμιστικός δρόμος - των ΑΠΕ, της Συμπαραγωγής, της ορθολογικής χρήσης και εξοικονόμησης ενέργειας με την συμμετοχή καινούργιων θεσμικών και κοινωνικών υποκειμένων στον ενεργειακό προγραμματισμό - που θα προβάλλονταν μακροπρόθεσμα στην εποχή του υδρογόνου και των κυψελών καυσίμου.

Μια και η καταπολέμηση της σπατάλης είναι ένα από τα βασικά προβλήματα του ενεργειακού συστήματος και δη του ελληνικού. Η αποτελεσματικότητα χρήσης της ενέργειας, σε αυτό, είναι πολύ χαμηλή σε σχέση με αυτή που μπορεί να επιτευχθεί θεωρητικά, πρακτικά και οικονομικά. Μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που μπορεί να θεωρηθεί "σαν μια εν δυνάμει εναλλακτική ενεργειακή πηγή". Η ανθρωπότητα εκμεταλλεύτηκε και εκμεταλλεύεται αυτή την "καθαρή ενεργειακή πηγή" μέσω μιας συνεχούς αύξησης της αποτελεσματικότητας στις τελικές εφαρμογές χρήσης της ενέργειας και στους ενεργειακούς μετασχηματισμούς. Αυτή η αύξηση της αποδοτικότητας της ενέργειας "κάλυψε, την τελευταία τεσσαρακονταετία, το ήμισυ σχεδόν της αύξησης της ζήτησης της ενέργειας".

Μετά τις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του ’70 η μείωση της ενεργειακής έντασης "συνέβαλε στο να μειωθεί κατά 35% η ζήτηση της ενέργειας" στην Ευρώπη. Και για το 2020 προβλέπεται μια μείωση της ζήτησης ενέργειας κατά το ένα πέμπτο, με παρεμβάσεις που συμφέρουν από οικονομική σκοπιά, όπως προκύπτει από την "Πράσινη βίβλο για την ενεργειακή απόδοση" της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Το νομοθετικό έργο της σημερινής κυβέρνησης, όπως παρουσιάζεται με τα τελευταία νομοσχέδια, παραμένει "μεταρρυθμιστικό" μόνο φρασεολογικά και μικρόπνοο και κάθε άλλο παρά είναι μια προσπάθεια ανοίγματος του άλλου δρόμου. Πρόκειται για μια κλασσικά δεξιά πολιτική που στοχεύει στην άκριτη αύξηση της προσφοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Μια πολιτική οπισθοδρομική, καθόλου εκσυγχρονιστική και ανταγωνιστική και σε αντίθεση με τις δεσμεύσεις που απορρέουν από την υπογραφή του Πρωτοκόλλου του Κιότο. "Σεμνά και ταπεινά" ακολουθείται η πεπατημένη της ενεργειακής σπατάλης και της "ενεργειακής ανασφάλειας" μια και "πράσινα βιβλία κ.λπ." είναι για κουτόφραγκους και σκανδιναβούς.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι