Το παράδοξο της επικοινωνίας και ο ΣΥΡΙΖΑ

Μαρία Μπουτζέτη, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 10/12/2019

Μία παραδοξότητα ακολουθεί την επικοινωνία στην πολιτική: υπερεκτιμάται και υποτιμάται κατά περίσταση. Οταν υπερεκτιμάται, αποκτά διαστάσεις υπερφυσικές. Δεν είναι λίγες οι φορές που παρουσιάζεται ως εργαλείο δόλιο, σχεδόν σκοτεινό. Οι «υποχθόνιοι» επικοινωνιολόγοι πλάθουν φανταχτερά τεχνάσματα επιχειρώντας να παραπλανήσουν την κοινή γνώμη και, δυστυχώς, συχνά το επιτυγχάνουν.

Απέναντί τους οι «φιλαλήθεις» πολιτικοί, αναλαμβάνουν την υποχρέωση να τα αποδομήσουν σε ένα πλασματικό παιχνίδι ρόλων «καλών-κακών». Αλλες πάλι φορές, συνήθως σε στιγμές απόγνωσης, γίνεται επίκληση στην επικοινωνία ως πανάκεια όλων των επιμέρους λειτουργικών αδυναμιών. Οταν υποτιμάται, η επικοινωνία αντιμετωπίζεται με ερασιτεχνισμό. Στις ανεπίσημες συζητήσεις λανθάνει η πεποίθηση ότι δεν προϋποθέτει ιδιαίτερες δεξιότητες -άλλωστε «δεν είναι επιστήμη»- αφού καθένας με στοιχειώδη αίσθηση του περιβάλλοντος μπορεί να τη φέρει σε πέρας.

Στην πραγματική της όμως διάσταση η επικοινωνία είναι άρρηκτα συνυφασμένη με το περιεχόμενο. Για την ακρίβεια, είναι η ευκαιρία της βέλτιστης παρουσίασής του. Οπως η πολιτική προϋποθέτει την επικοινωνία, έτσι και η πειστική επικοινωνία προϋποθέτει ουσία. Δημιουργείται λοιπόν μία σχέση αμφίπλευρη: αφενός η επικοινωνία χωρίς ουσία είναι μπαλόνι που σκάει, αφετέρου η ουσία χωρίς κατάλληλη επικοινωνία κινδυνεύει να παρερμηνευτεί, να ατονήσει, να λοξοδρομήσει, να χαθεί στην υπερπληθώρα της διακινούμενης πληροφορίας.

Οπως κάθε στρατηγική -και η επικοινωνιακή- προϋποθέτει συνέπεια. Δεν είναι διεργασία στιγμιαία, δεν εξαντλείται σε «μία ευρηματική ατάκα», «προχωρημένα εικαστικά». Δεν συνίσταται στην παρθενογένεση, στο διαφορετικό για το διαφορετικό. Δεν είναι «μια καλή ιδέα» που αγοράζεται από το ράφι του σούπερ μάρκετ. Απεναντίας, διαμορφώνεται στον χρόνο και για τον λόγο αυτό είναι σημαντικό τα μηνύματα να είναι επαναλαμβανόμενα στέρεα και συμπαγή προκειμένου να εμπεδώνονται ως αληθή. Ο εκφραστής τους πρέπει να τα εκπέμπει με αυτοπεποίθηση, δίχως να αμφιταλαντεύεται. Συνεπώς, η επικοινωνία είναι το ύφασμα πάνω στο οποίο συγκρατείται ένα κέντημα, ένα ολοκληρωμένο σχέδιο - δηλαδή ένα αφήγημα.

Την ίδια στιγμή, η στρατηγική εμπεριέχει φιλοσοφική θεώρηση όσον αφορά την κατανόηση/πρόβλεψη της μεγάλης εικόνας. Ο,τι σήμερα μοιάζει σημαντικό, ενδεχομένως στην πορεία να έχει μηδαμινή αξία και επαναλαμβανόμενα σφάλματα φαινομενικά μικρής κλίμακας μπορούν να υπονομεύσουν τη μεγάλη διαδρομή. Τέλος, η επικοινωνία προϋποθέτει να ακούμε. Ο μονόλογος οδηγεί αργά ή γρήγορα σε ναρκισσιστική θέαση και επομένως σε μη επικοινωνία. Μία πνευματική ελίτ που θεωρεί ότι κατέχει την απόλυτη αλήθεια, αναπόφευκτα θα οδηγηθεί σε έναν περίκλειστο χώρο επιρροής, με λόγο και δράση εσωτερικής κατανάλωσης.

Οσα γενικά αναφέρθηκαν αντικατοπτρίζονται σε λανθασμένη τακτική του ΣΥΡΙΖΑ και υποδεικνύουν τη νέα κατεύθυνση που πρέπει να αναζητηθεί για τη σύζευξη ουσίας και επικοινωνίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ με το 31,5% του Ιουλίου, φέροντας την ορμή της περιόδου διακυβέρνησης, πέτυχε σε σημαντικό βαθμό το πρόταγμα συντήρησης και διεύρυνσης του πολιτικού του ακροατηρίου προς τον προοδευτικό χώρο. Ομως, δεν υποστήριξε με αρκετή αυτοπεποίθηση την επιλογή αυτή. Η επικοινωνία των εκλογών φανέρωσε την εσωτερική του αμηχανία, όπως η γλώσσα του σώματος αποκαλύπτει τις αντιφατικές διεργασίες του νου. Το ακροατήριο εντοπίζει ενστικτωδώς τις τρύπες του αφηγήματος, όπως και τις αδυναμίες μίας πλοκής. Τρία βασικά σημεία:

■ Επικοινωνιακός κατακερματισμός, προϊόν αμηχανίας:

Προεκλογικά, μεγάλος αριθμός σποτ, διαφορετικού ύφους και χωρίς συνοχή, εξέπεμπαν αγωνία να ειπωθεί βιαστικά και κατακερματισμένα κάτι για όλα τα ακροατήρια. Ο λόγος τους, συχνά καταγγελτικός, προάγγελος μιας περιόδου αντιπολίτευσης. Ακόμη και στη δεύτερη, βελτιωμένη μεν, φάση, με σποτ επικεντρωμένα στον Αλέξη Τσίπρα, εξέλιπε το πλήρες αφήγημα της διαδρομής που διανύθηκε: ποιοι είμαστε, τι συναντήσαμε, τι πιστέψαμε, πώς αγωνιστήκαμε, τι καταφέραμε, τι θέτουμε ως προτεραιότητα, γιατί αξίζουμε και πάλι την εμπιστοσύνη, τι σας καλούμε να ασπαστείτε. Τέσσερα-πέντε σποτ δυνατού περιεχομένου και ενιαίας αισθητικής θα συνέθεταν αποτελεσματικότερα τον στόχο του αδιαίρετου αφηγήματος.

■ Πολιτικός λόγος και πολιτικός προσανατολισμός:

Ηδη το κεντρικό μήνυμα των ευρωεκλογών περί «Ελλάδας των πολλών» γεννούσε ερωτήματα: Ποιοι είναι οι πολλοί, πώς προσδιορίζονται; Είναι ομοιογενής ομάδα; Επιτρέπει η ένταξη στους πολλούς την ύπαρξη επιμέρους διαφορών; Επιτρέπει διαβαθμίσεις; Σε δεύτερο επίπεδο ανάλυσης, το μήνυμα προκαλούσε τον ακροατή να αναλογιστεί αν ανήκει στους πολλούς. Ακόμη όμως και αν δεν τοποθετούσε τον εαυτό του στους λίγους εξαιρετικά προνομιούχους, δεν μπορούσε να βεβαιωθεί αν η δική του ματιά θα αξιολογηθεί ή θα εξατμιστεί σε μία ισοπεδωτική λογική.

Σε τελικό επίπεδο ανάλυσης, το μήνυμα αποκτούσε μία λανθάνουσα πολεμική χροιά. Οι «πολλοί» δεν βρίσκονται σε αντιπαραβολή με την αξία του ατόμου (και, διευκρινίζω, όχι του ατομικισμού). Οι «πολλοί» είναι πολλές ατομικές ιστορίες. Μοιράζονται τα ίδια προβλήματα, έχουν κοινές διεκδικήσεις αλλά και προσωπικά όνειρα. Αντιθέτως, μία αναφορά σε μια χώρα που περιλαμβάνει όλους, θα ενθάρρυνε την προσωπική ταύτιση, καθώς μετά τον σκόπελο της κρίσης θα δημιουργούσε τις συνθήκες να ανακτήσουμε τα όνειρά μας. Τα όνειρα που δεν χάσαμε, παρά μόνο αναβάλαμε.

Ο λόγος μοιάζει ακόμη να προσπαθεί να ισορροπήσει αγωνιωδώς. Μια διάχυτη φοβία εμφωλεύει στη διαρκή επίκληση στο «συναίσθημα της Αριστεράς», που κάνει τη σύμπραξη με τον προοδευτικό χώρο να μοιάζει «γάμος από συμβιβασμό», λύση ανάγκης αντί συνειδητής επιλογής, σε μία καθαρά λειτουργική ανάγνωση «μας στήριξαν, τους θέλουμε». Η ενσωμάτωση σύγχρονων πλειοψηφικών όρων, όπως «κοινωνικοί αγώνες», «κοινωνικά αιτήματα», «κοινωνικές διεκδικήσεις» που προτάσσονται απέναντι στις μεγάλες παγκόσμιες προκλήσεις, θα εκφράσει με περισσότερη αυτοπεποίθηση τον στόχο της συμπόρευσης, όχι ως απειλής αλλά ως ευκαιρίας.

■ Ενα νέο αφήγημα:

Κατά την περίοδο διακυβέρνησης, εν μέσω κρίσης και μίας τραυματισμένης κοινωνίας, δημιουργήθηκε δίχτυ ασφαλείας για τους αδύναμους, πολιτική παρακαταθήκη για τον ΣΥΡΙΖΑ. Την ίδια στιγμή, όμως, εξέλιπε μία ευρύτερη μελλοντική προοπτική, που δεν συνδέεται με την περιορισμένη λόγω οικονομικής επιτήρησης δυνατότητα παροχών. Απουσίαζε, ακόμη και ως αντίληψη, ένα όραμα προς φιλοπρόοδους πολίτες, που ναι μεν σήμερα δεν εντάσσονται στους προνομιούχους, αλλά στα επόμενα 10 χρόνια δεν αναμένουν τη ζωή τους στατική, δεν τους αρκεί να «βγαίνει ο μήνας».

Απεναντίας, φιλοδοξούν σε βελτίωση συνθηκών, προσδοκούν μέρες ευημερίας. Δεν αναπτύχθηκε δηλαδή ένα νέο όραμα κοινωνικής κινητικότητας, αποτέλεσμα της νέας μεγάλης πολιτικής αλλαγής που με την έλευσή του ο ΣΥΡΙΖΑ είχε την ευκαιρία να σηματοδοτήσει. Σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να γίνει ο κύριος εκφραστής του κοινωνικού αυτού οράματος. Για τον λόγο αυτό χρειάζεται να κομίζει προτάσεις που δεν εγγράφονται στη λογική της επιβίωσης αλλά της συλλογικής βελτίωσης.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι