41 χρόνια από τη Συμφωνία Προσχώρησης στην ΕΟΚ

Σωτήρης Ντάλης, Τα Νέα, 28/05/2020

Στις 28 Μαΐου 1979 υπογράφεται στην Αθήνα, στο Ζάππειο Μέγαρο, η ιστορική Συμφωνία Προσχώρησης της Ελλάδας στην ΕΟΚ που έμελλε να αλλάξει ριζικά τη σύγχρονη ιστορία της χώρας. «Το χρονόμετρο του κριτή σταματάει όταν ο αθλητής κόβει το νήμα στο τέρμα του δρόμου. Ετσι μπορούμε να πούμε ότι εκείνη τη μέρα κόψαμε το νήμα στο αγώνισμα της ένταξης στην Ευρώπη. Πότε όμως έδωσε ο αφέτης το σήμα να αρχίσουμε να τρέχουμε; H εύλογη απάντηση θα ήταν το 1975, όταν η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να ζητήσει την ένταξη» έγραφε ο πρέσβης Βύρων Θεοδωρόπουλος (1920-2010), που είχε οριστεί το 1976 από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή επικεφαλής της ελληνικής διαπραγματευτικής ομάδας για τις διαπραγματεύσεις ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ. Και όμως η πορεία της χώρας προς την Ευρώπη άρχισε πολλά χρόνια νωρίτερα, όταν το 1959 αποφασίστηκε να επιδιώξουμε την έστω και απλή σύνδεσή μας με την τότε ΕΟΚ (βλ. «Η ευρωπαϊκή ενοποίηση, η Ελλάδα και ο κόσμος. 60 χρόνια από τις Συνθήκες της Ρώμης 1957-2017», εκδόσεις Παπαζήση 2018).

Τα θεμέλια. Δυο χρόνια πιο πριν, το 1957, η Συνθήκη της Ρώμης είχε θέσει τα θεσμικά θεμέλια της οργανωμένης ευρωπαϊκής συνεργασίας. Περάσαμε έτσι από την περιορισμένη στον άνθρακα και τον χάλυβα ΕΚΑΧ των έξι (Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Βέλγιο, Ολλανδία και Λουξεμβούργο) στην ΕΟΚ. Η χώρα βρέθηκε μπροστά στο δίλημμα να επιδιώξει έστω και την απλή σύνδεση με την ΕΟΚ, μια και η κατάσταση της οικονομίας δεν επέτρεπε τη συμμετοχή της Ελλάδας ως πλήρους μέλους, ή να προτιμήσει να γίνει πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ) στην οποία την καλούσαν οι ΑΆγγλοι. Εκείνη την περίοδο μια επιτροπή υπό τον Γιάγκο Πεσμαζόγλου επεξεργάστηκε τα οικονομικά στοιχεία των δυο λύσεων. Ομως την απόφαση την έλαβε ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής, όχι με βάση τα οικονομικά δεδομένα αλλά με κριτήριο καθαρά πολιτικό, διευκρίνιζε ο Βύρων Θεοδωρόπουλος.

Ετσι το 1959 ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις σύνδεσης της Ελλάδας με τις ευρωπαϊκές κοινότητες, οι οποίες ολοκληρώθηκαν στις 9 Ιουλίου 1961, με την υπογραφή στην Αθήνα της Συμφωνίας Σύνδεσης. Ακολούθησε το πάγωμα των σχέσεων Ελλάδας - ΕΟΚ την περίοδο 1967-1974 λόγω της δικτατορίας, για να υπάρξει μια ουσιαστική επανεκκίνηση το 1975, όταν η κυβέρνηση (πάλι) Καραμανλή ζητεί την ένταξη.

Επειτα από διαπραγματεύσεις τριών ετών και με καθοριστική Σύνοδο Κορυφής αυτή της 18ης Δεκεμβρίου 1978 επί γερμανικής προεδρίας, όπου όλα τα επίμαχα ζητήματα διευθετήθηκαν, φτάσαμε στην ιστορική υπογραφή της 28ης Μαΐου 1979.

Καθισμένος στα πίσω καθίσματα στο αίθριο του Ζαππείου, ο Βύρων Θεοδωρόπουλος έβλεπε με βαθιά ικανοποίηση τον Καραμανλή, τον Ράλλη και τον Κοντογεώργη να υπογράφουν τη Συνθήκη Ενταξης. «Ηταν πράγματι για μένα, τώρα που πλησίαζε η αποχώρησή μου από την ενεργό υπηρεσία, η πιο σοβαρή, για να μην πω η μόνη υπόθεση που έβλεπα να ολοκληρώνεται» έγραφε αυτός ο κορυφαίος πρωταγωνιστής της διαπραγμάτευσης για την ενσωμάτωση της χώρας στην ευρωπαϊκή ενοποιητική διαδικασία.

Είκοσι χρόνια αργότερα. Αυτή η ιστορική πορεία της Ελλάδας προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, που ξεκινάει το 1959, ολοκληρώνεται είκοσι χρόνια αργότερα, το 1979, και δίνει πλέον τη θέση της στην πορεία συμμετοχής της χώρας στην ευρωπαϊκή ενοποιητική διαδικασία, είναι και μια παράλληλη πορεία με το δίλημμα της Ελλάδας ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση και ανάμεσα στον εκσυγχρονισμό και την παράδοση.

Το είχε συνοψίσει με τον καλύτερο τρόπο ένας κορυφαίος πανεπιστημιακός δάσκαλος, ο Αργύρης Φατούρος: «Η προσαρμογή της Ελλάδας στο καθεστώς του μέλους της ευρωπαϊκής κοινότητας συνάντησε πολυδιάστατες δυσκολίες. Δυσκολίες και αντιδράσεις προήλθαν κυρίως από τη λαϊκή απροθυμία να εγκαταλείψει τις παλιές συνήθειες και από την έλλειψη εξοικείωσης με τους νεότερους τρόπους συμπεριφοράς. Αξίζει να τονιστεί ότι οι "παλιές συνήθειες" δεν ήταν ιδιαίτερα "ανατολικές", αλλά αυτή η παραδοχή λειτούργησε ως ένας θεραπευτικός μύθος που επινοήθηκε για να δικαιολογήσει κάθε αντίσταση στην αλλαγή. Για την ακρίβεια, οι δυσκολίες της ελληνικής προσαρμογής δεν ήταν ριζικά διαφορετικές από αυτές της υπόλοιπης Ευρώπης: βιομήχανοι των οποίων οι επιχειρήσεις ευημερούσαν με κεφάλαια του Δημοσίου και ταυτόχρονα απολάμβαναν κρατική προστασία από ανταγωνιστές, δημόσιοι υπάλληλοι εθισμένοι σε περίπλοκες και αναποτελεσματικές διαδικασίες, τράπεζες που λειτουργούσαν ως κυβερνητικές υπηρεσίες, ελεύθεροι επαγγελματίες που συστηματικά δεν δήλωναν τα εισοδήματά τους, έμποροι που επιβίωναν χάρη σε δάνεια και προστατευτικές κυβερνητικές ρυθμίσεις και πολιτικοί που άνετα έπαιζαν τον ρόλο του Αϊ-Βασίλη - όλοι αυτοί έβρισκαν την προσαρμογή σε μια σύγχρονη κι ανταγωνιστική κοινωνία δυσάρεστη και ενοχλητική» (1).

Από το 1979 η Ελλάδα ακολούθησε μια στρατηγική επιλογή που οδήγησε στη βαθύτερη ενσωμάτωσή της στην ευρωπαϊκή ενοποιητική διαδικασία. Αυτή τη στρατηγική επιλογή ολοκλήρωσε με εύστοχο τρόπο ο Κώστας Σημίτης με την ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη το 2001 και την καθοριστική συμβολή του στην ένταξη της Κύπρου.

Η Ελλάδα σήμερα πρέπει να ξαναπιστέψει στην ευρωπαϊκή προοπτική της, η οποία διέτρεξε σοβαρό κίνδυνο να αυτοακυρωθεί είτε από πολιτικό ερασιτεχνισμό, είτε από αμφιλεγόμενες πολιτικές στρατηγικές από τις κυβερνήσεις συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Σε μια νέα εποχή «μετα-λαϊκισμού», πρέπει να ενισχυθούν τα όποια συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας έχουν απομείνει και να διευρυνθεί ο διεθνής ρόλος της. Προς αυτή την κατεύθυνση, έχουμε ανάγκη από έναν εξωστρεφή πατριωτισμό που δεν φοβάται την περαιτέρω ενίσχυση της ευρωπαϊκής ενοποίησης και θέλει την Ελλάδα να προκόβει σε μια ισχυρή Ευρώπη.

Θέμα επικαιρότητας:
ΕΥΡΩΠΗ

Σύνολο: 12 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι