Αντίλογος στον αντίλογο

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 30/05/2020

Μια από τις παρενέργειες όταν γράφεις σε τακτά διαστήματα κείμενα προς δημοσίευση είναι ο πονοκέφαλος. Πρέπει κάθε φορά να βρεις ένα θέμα γενικού ενδιαφέροντος, να μην είναι δυσνόητο, να έχεις κάτι να πεις και να μην ξεπερνάει τις εφτακόσιες λέξεις. Θα ήθελα λοιπόν να ευχαριστήσω όσους ενοχλήθηκαν από το κείμενό μου με τίτλο «Οι νεκροί της Μαρφίν». Τους ευχαριστώ επειδή τη φορά αυτή μου υπέδειξαν το θέμα: να εξηγήσω τι εννοώ και γιατί διαφωνούμε.

Τα αρνητικά σχόλια συνοψίζονται χοντρικά σε δύο επιχειρήματα. Σύμφωνα με το πρώτο, εφόσον οι δράστες παραμένουν άγνωστοι, τι νόημα έχει να αποδίδουμε ευθύνες; Ή στην πιο σκληρή εκδοχή του, η όλη υπόθεση ήταν μια προβοκάτσια για να συκοφαντηθεί η Αριστερά. Αυτή η στάση, δηλαδή ό,τι δεν μας συμφέρει δεν συνέβη, έχει προϊστορία με κλασικό παράδειγμα τον Ζαχαριάδη και τον Πλουμπίδη.

Για όσους το αγνοούν ή το ξέχασαν, ο ηγέτης του ΚΚΕ κατήγγειλε τον Πλουμπίδη που κρυβόταν στην Αθήνα ως πράκτορα της Ασφάλειας. Ο Πλουμπίδης όμως πιάστηκε, πέρασε από στρατοδικείο, καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε. Πώς γίνεται η Ασφάλεια να εκτελεί τους δικούς της ανθρώπους; Η απάντηση του Ζαχαριάδη δεν απέχει πολύ από τις θεωρίες για προβοκάτσια στη Μαρφίν: απλούστατα ο Πλουμπίδης δεν εκτελέστηκε· τον φυγάδευσαν στην Αμερική όπου ζούσε ζωή χαρισάμενη.

Η υπόθεση Πλουμπίδη και οι νεκροί της Μαρφίν έχουν μια τραγική διάσταση· αλλά το να θέλουμε να μην ισχύει κάτι που αντιβαίνει σε εκείνο το οποίο πιστεύουμε, είναι μια αντίδραση ανθρώπινη. Ολοι το έχουμε κάνει. Στην πολιτική όμως το να πιστεύουμε τις καθησυχαστικές και βολικές ερμηνείες μάς προγυμνάζει για πολύ χειρότερα και αποδεικνύεται άλλο ένα καρφί στο φέρετρο της κριτικής σκέψης που υποτίθεται ότι υπερασπίζεται η Αριστερά.

Το δεύτερο επιχείρημα το ακούω επί δεκαετίες. Συνοπτικά έχει ως εξής: Η κριτική στην Αριστερά αποβαίνει προς όφελος των αντιπάλων της που όλοι ξέρουμε πόσο κακοί είναι. Και ερωτώ: Αν είναι τόσο κακοί, αν με χίλιους τρόπους προσπαθούν συνεχώς να πλήξουν εμάς τους καλούς, ποια θα ήταν η κατάλληλη στιγμή να διατυπώσουμε επιφυλάξεις και να απευθύνουμε ενοχλητικά ερωτήματα;

Οταν ο ΣΥΡΙΖΑ είχε αέρα στα πανιά του, η κριτική υπονόμευε την προοπτική να κερδίσει την εξουσία. Οταν την κέρδισε, έπρεπε και πάλι να σιωπήσουμε για να μη γίνει μια απλή παρένθεση. Κι όταν την έχασε το ίδιο ξανά, για να μη διευκολύνουμε τον Μητσοτάκη να εφαρμόσει τα νεοφιλελεύθερα μέτρα του. Κοντολογίς, σκάσε και κολύμπα. Αν θέλεις το καλό της Αριστεράς και στο όνομα χιλιάδων που αγωνίστηκαν, φυλακίστηκαν και εκτελέστηκαν οφείλεις να στοιχηθείς πίσω από τον Καρανίκα και τον Πολάκη κραδαίνοντας το Documento.

Οσο για τις εκδηλώσεις μνήμης, είτε στην επέτειο της δολοφονίας του Γρηγορόπουλου είτε στην επέτειο της Μαρφίν, υπάρχει ένα στοιχείο γνήσιου πένθους που αισθάνονται κυρίως οι δικοί τους άνθρωποι. Σε εμάς τους υπόλοιπους όμως φτάνουν ως επικοινωνιακά μηνύματα με σαφέστατα πολιτική στόχευση. Και τα επικοινωνιακά μηνύματα λειτουργούν αποτελεσματικά όταν οι αποδέκτες τους πειστούν ότι το ποταπό αυτό εργαλείο το χρησιμοποιούν μόνο οι αντίπαλοί μας, ενώ εμείς μιλάμε τη γλώσσα της καρδιάς και λέμε μόνο την αλήθεια.

Φοβάμαι ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το παιχνίδι ο ΣΥΡΙΖΑ το έχασε. Γιατί αποδοκίμασε μεν την πυρπόληση της Μαρφίν –το ίδιο ισχύει για τη Νέα Δημοκρατία με τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου– αλλά το έκανε με αστερίσκους. Δηλαδή φταίει η τράπεζα που ανάγκασε τους εργαζόμενους να δουλεύουν εκείνη την ημέρα ή δεν φρόντισε να υπάρχουν μέτρα πυρασφάλειας, φταίει ο Χρυσοχοΐδης που δεν τους έπιασε τότε ή ας μιλήσουμε για τη βία που ασκούν οι εργοδότες, και διάφορα άλλα που ενδέχεται να ευσταθούν περισσότερο ή λιγότερο.

Αλλά η ευθύνη εκείνων που πέταξαν τις μολότοφ παραμένει στο ακέραιο. Αυτό που καταλογίζω στον ΣΥΡΙΖΑ και γενικά στην Αριστερά είναι ότι δεν ενοχλήθηκαν αρκετά, για δύο λόγους που αγγίζουν την ουσία του προβλήματος: διότι οι νεκροί της Μαρφίν έσπασαν το μονοπώλιο της Αριστεράς σε αθώα θύματα και διότι, ακόμα κι αν διαφωνούν ειλικρινά και έντονα με τους κουκουλοφόρους, τους τοποθετούν στη σωστή πλευρά του οδοφράγματος. Το ίδιο ίσχυε για τη «17 Νοέμβρη». Την καταδίκασαν με μισή καρδιά. Δεν είχαν το θάρρος και την πολιτική εντιμότητα του Αγγελου Ελεφάντη να πουν, «πολιτικά εγκλήματα, αλλά εγκλήματα».

Το ξέρω, υπάρχει και η κόντρα με τους απέναντι. Αλλά η πικρή πείρα διδάσκει πως δεν θα φτάσουμε ποτέ στον καλύτερο κόσμο που ονειρευόμαστε αν βαδίζουμε με τις γροθιές υψωμένες και τα μυαλά μεσίστια.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι