Η συνεισφορά του τουρισμού στην ελληνική οικονομία και η ανάγκη επαναπροσδιορισμού της στρατηγικής του

Λόης Λαμπριανίδης, Αυγή, 14/07/2020

Η τουριστική οικονομία σε παγκόσμιο επίπεδο αναμένεται να xτυπηθεί ιδιαίτερα σφοδρά (μείωση 60-80% για το 2020 σε σχέση με το 2019). Οι προβλέψεις για την Ελλάδα φαίνονται εξίσου δυσοίωνες και αναμένεται να είναι ιδιαίτερα έντονες σε εκείνες τις νησιωτικές περιοχές όπου και συγκεντρώνεται πολύ μεγάλο μέρος της τουριστικής δραστηριότητας

Εισαγωγή

Η τουριστική οικονομία σε παγκόσμιο επίπεδο αναμένεται να xτυπηθεί ιδιαίτερα σφοδρά (μείωση 60-80% για το 2020 σε σχέση με το 2019). Οι προβλέψεις για την Ελλάδα φαίνονται εξίσου δυσοίωνες και αναμένεται να είναι ιδιαίτερα έντονες σε εκείνες τις νησιωτικές περιοχές όπου και συγκεντρώνεται πολύ μεγάλο μέρος της τουριστικής δραστηριότητας. Τα κοινωνικά αποτελέσματα από το πλήγμα στην απασχόληση που θα προκληθεί αναμένονται τραγικά. Στο κείμενο που ακολουθεί θα επικεντρωθούμε σε μια προσπάθεια κατανόησης του ρόλου του τουρισμού στην ελληνική οικονομία, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζουμε αυτό το σοκ της κρίσης ως μια ευκαιρία αναστοχασμού.

Σήμερα, και λόγω των συνεπειών του κορονοϊού, στην Ελλάδα διαμορφώνεται μια οριακά απαξιωτική στάση απέναντι στον τουρισμό. Ακούγεται συχνά ότι είναι «μονοκαλλιέργεια» χωρίς συνδέσεις με άλλες οικονομικές δραστηριότητες· ότι είναι ευάλωτος στη συγκυρία (πανδημία, ταξιδιωτικές οδηγίες, κ.λπ.)· ότι ως προϊόν πολυτελείας και όχι πρώτης ανάγκης είναι από τα πρώτα που «κόβονται» σε περιόδους οικονομικής κρίσης· ότι είναι εποχική δραστηριότητα, χαμηλών αμοιβών για τους εργαζόμενους με την αναλογία μάλιστα μισθών/κερδών να βαίνει επιδεινούμενη· ότι καταναλώνει πολύτιμους περιβαλλοντικούς πόρους και δημιουργεί λόγω του μεγάλου όγκου του (34,4 εκατομμύρια αφίξεις το 2019) τεράστιες πιέσεις στις δημόσιες υποδομές, στο οδικό δίκτυο, αλλά και στα δίκτυα ύδρευσης, ηλεκτρισμού, κ.λπ., στις περιοχές με μεγάλη τουριστική συγκέντρωση· τέλος, ότι είναι συγκεντρωμένος χωρικά σε λίγες περιοχές και βασίζεται στις μαζικές ροές (βλ. μαζικός τουρισμός), που ελέγχονται από τους μεγάλους tour operators.

Όλα αυτά, και πολλά άλλα, έχουν βάσιμες πλευρές. Όμως, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως στον τουρισμό διαθέτουμε ως χώρα πολλά πλεονεκτήματα: τεράστια φυσικά συγκριτικά πλεονεκτήματα (ήλιο, θάλασσα), δηλαδή τα βασικά στοιχεία του μαζικού τουριστικού τρίπτυχου: «ήλιος, άμμος και θάλασσα», αλλά και φυσικά χαρακτηριστικά που μπορούν να αποτελέσουν πεδίο σημαντικής ανάπτυξης θεματικών τουριστικών δραστηριοτήτων. Διαθέτουμε επίσης ιδιαίτερα πλούσια πολιτιστική κληρονομιά, εξαιρετικό φυσικό τοπίο με πλούσια βιοποικιλότητα και οργανωμένη υποδομή με παράδοση πολλών χρόνων, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει σημειώσει άλματα ποιοτικής αναβάθμισης. Και, βέβαια, ο τουρισμός έχει σημαντική συνεισφορά τόσο στο ΑΕΠ όσο και στην απασχόληση. Συνεπώς, δεν έχουμε την πολυτέλεια ως χώρα να αγνοήσουμε αυτό το βασικό τομέα οικονομικής δραστηριότητας, αλλά πρέπει οπωσδήποτε να σκεφτούμε τον επαναπροσδιορισμό του, εντός ενός ευρύτερου αναστοχασμού για την παραγωγική μας αναδιάρθρωση.

Πρέπει να επαναπροσδιοριστεί ο ρόλος του τουρισμού στην ελληνική οικονομία

Συνήθως υπάρχει μια υπερεκτίμηση της συμβολής του τουρισμού τόσο στην ελληνική οικονομία (18 δισ. ευρώ ήτοι 11,7% ΑΕΠ το 2019) όσο και στην απασχόληση (16,7%). Η εκτίμηση της συνεισφοράς του στο ΑΕΠ γίνεται με την απλή διαίρεση της εγχώριας τουριστικής δαπάνης με το ΑΕΠ της οικονομίας. Έτσι, όμως, υπάρχει υπερεκτίμηση της συμβολής του τουρισμού στην οικονομία, γιατί αυτή περιλαμβάνει κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων, ενώ δεν λαμβάνει υπόψη τις ενδιάμεσες αναλώσεις που χρησιμοποιούνται για να παραχθεί το τουριστικό προϊόν που απαιτείται για την κάλυψη της τουριστικής ζήτησης, οι οποίες συμπεριλαμβάνουν και εισαγόμενες εισροές.

Δηλαδή, δεν μετράμε με ακρίβεια την οικονομική δραστηριότητα του τουρισμού, καθώς δεν διαθέτουμε τα αναγκαία εργαλεία. Έτσι, ακούγονται εκτιμήσεις με τεράστιες αποκλίσεις ως προς την άμεση και έμμεση συμβολή στο ΑΕΠ (φτάνουν μέχρι 30,9% σύμφωνα με τον ΣΕΤΕ) και την απασχόληση (μέχρι 44,2% σύμφωνα με τον ΣΕΤΕ). Αυτό είναι ένα γενικότερο πρόβλημα στη χώρα μας, η οποία διαθέτει περιορισμένη «συλλογική αναλυτική δυνατότητα» και δεν στηρίζεται στον «τεκμηριωμένο σχεδιασμό και ανάλυση των δημόσιων πολιτικών» που υλοποιούνται.

Η σύγχρονη αναγνωρισμένη προσέγγιση για την εκτίμηση της συμβολής του τουριστικού τομέα στην οικονομία είναι μέσω του συστήματος των Δορυφόρων Λογαριασμών Τουρισμού, δια των οποίων εκτιμάται η τουριστική ακαθάριστη προστιθέμενη αξία, το τουριστικό ακαθάριστο εγχώριο προϊόν και ο δείκτης της συμβολής του τουρισμού στην οικονομία. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του ΟΟΣΑ για το 2017 ο μέσος όρος της άμεσης συμβολής του τουρισμού στο ΑΕΠ στις χώρες του ΟΟΣΑ ήταν 4,4% και στην Ελλάδα ήταν 6,8%, ενώ αντίστοιχα για την απασχόληση ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ ήταν 6,9% και της Ελλάδας 10,0%.

Πρέπει λοιπόν να επαναπροσδιοριστεί ο ρόλος του τουρισμού στην ελληνική οικονομία; Ασφαλώς ναι. Το τετριμμένο «να κάνουμε την κρίση (της πανδημίας) ευκαιρία» δεν έχει απολύτως κανέναν νόημα, εάν δεν συζητήσουμε τεκμηριωμένα για το πώς λειτουργεί η «τουριστική βιομηχανία» σήμερα.

Η αγορά του μαζικού τουρισμού είναι παγκόσμια και πολύ ανταγωνιστική

Η αγορά του μαζικού τουρισμού είναι παγκόσμια και πολύ ανταγωνιστική: σήμερα έχει φθάσει το 1,4 δισ. τουρίστες, δηλ. το 18,4% του παγκόσμιου πληθυσμού.

Η θεώρηση των «Παγκόσμιων Αλυσίδων Αξίας» και των «Παγκόσμιων Δικτύων Παραγωγής» αποτελούν τόσο ένα ικανοποιητικό θεωρητικό πλαίσιο ανάλυσης όσο και μεθοδολογικό εργαλείο για την πληρέστερη κατανόηση των επιπτώσεων της λειτουργίας της οικονομίας υπό το πρίσμα της παγκοσμιοποίησης.

Ο δυνητικός τουρίστας, πριν ταξιδέψει, έρχεται σε επαφή με κάποιο γραφείο τουριστικών ταξιδιών ή Tour Operator ή κάποιο διαδικτυακό ιστότοπο διά του οποίου οργανώνεται η μεταφορά του στον τόπο προορισμού, το κατάλυμα, το αυτοκίνητο που θα νοικιάσει, κ.λπ.

Με βάση υπολογισμούς, από το σύνολο των δαπανών ενός τουρίστα που έρχεται στην Ελλάδα το 45% μένει εκτός χώρας (το παίρνουν ο Tour Operator ή διαδικτυακοί μεσάζοντες ή τουριστικά γραφεία των χωρών προορισμού, αεροπορικές εταιρείες, ενοικιάσεις αυτοκινήτων) και μόνο το 55% φτάνει στην Ελλάδα (καταλύματα 36%, εστιατόρια 9%, εμπορικά καταστήματα 4%, γραφεία εσωτερικού τουρισμού 3,2%, ενοικιάσεις αυτοκίνητων 1,3%).

Σε κάθε αλυσίδα αξίας υπάρχουν κάποιοι βασικοί δρώντες που καθορίζουν τον τρόπο οργάνωσης της αλυσίδας. Στον τουρισμό, ηγέτιδα επιχείρηση είναι ο Tour Operator (Τ.Ο.), που έχοντας απευθείας πρόσβαση στον τελικό καταναλωτή έχει τεράστια δύναμη. Οι Τ.Ο. ουσιαστικά μεταπωλούν τουριστικά προϊόντα και υπηρεσίες που συνήθως δεν παράγουν οι ίδιοι, αλλά απλώς τα συνδυάζουν, προκειμένου να προσφέρουν ένα τελικό «τουριστικό πακέτο» στον δυνητικό επισκέπτη. Αποτελούν το συνδετικό κρίκο μεταξύ της προσφοράς (π.χ. υπηρεσίες εναέριας μετακίνησης και φιλοξενίας στα καταλύματα) και της ζήτησης των τελικών καταναλωτών. Κάποιοι T.O. επιτελούν και ρόλο «παραγωγού» εντός της τουριστικής βιομηχανίας, με την έννοια ότι έχουν τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο καταλυμάτων ή και αεροπορικών εταιριών. Μάλιστα, σε συνδυασμό με τους μεγάλους αερομεταφορείς, έχουν τη δύναμη να επηρεάσουν καθοριστικά την οργάνωση του συνόλου των τουριστικών ροών σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά και την πορεία ολόκληρων περιοχών που αποτελούν τουριστικούς προορισμούς.

Οι Τ.Ο. διαπραγματεύονται με τις επιχειρήσεις προσφοράς τουριστικών καταλυμάτων από θέση ισχύος, γιατί ο «μέσος» ιδιοκτήτης ενός καταλύματος συνήθως γνωρίζει πως σε αυτή τη διαπραγμάτευση δεν κινδυνεύει απλώς να χάσει τους πελάτες «από τον διπλανό του», αλλά και από κάποιον ανταγωνιστή του σε άλλη χώρα, σε άλλη ήπειρο, όπου το κόστος λειτουργίας μπορεί να είναι πολύ χαμηλότερο. Όσο η διαπραγμάτευση γίνεται χωρίς κάποιο εμφανές συγκριτικό πλεονέκτημα (υπεργολαβία ποσότητας) τόσο ο διαπραγματευόμενος με τον T.O. είναι συγκριτικά αδύναμος. Επομένως, στόχος πρέπει να είναι να κινηθούμε σε μια κατεύθυνση όπου θα προσφέρεται κάτι ιδιαίτερο (υπεργολαβία ποιότητας), ώστε ο ξενοδόχος λχ. να μπορεί να συνδιαλλαγεί με καλύτερους όρους ή/και να μπορέσει να απευθυνθεί κατευθείαν στην αγορά χωρίς μεσάζοντες.

Η είσοδος των ηλεκτρονικών πλατφορμών στην καθημερινή ζωή επαναστατικοποίησε τη διαδικασία προσφοράς και ζήτησης και στον τουρισμό (μίσθωσης καταλύματος, αεροπορικών εισιτηρίων, κ.λπ.). Οι πλατφόρμες αποτελούν πηγές συλλογής και χρήσης του νέου «μαύρου χρυσού» της εποχής μας, των μεγάλων δεδομένων. Το εύρος δραστηριοτήτων των πάσης φύσεως ηλεκτρονικών πλατφορμών αυξάνεται με εκθετικούς ρυθμούς προκαλώντας α) ένα, συχνά δραστικό, μετασχηματισμό της δομής των αγορών στις οποίες δραστηριοποιούνται, β) μεγάλες μεταβολές στις ροές εσόδων μιας χώρας, δ) δραστικές μεταβολές στην αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα των παρεχομένων υπηρεσιών και δ) σημαντικές επιπτώσεις στην ποσότητα και την ποιότητα της απασχόλησης.

Η μαζική χρήση του internet οδήγησε στην είσοδο στο παιχνίδι των διαδικτυακών μεσαζόντων και των αεροπορικών εταιρειών χαμηλού κόστους (LCC). Έτσι, δημιουργήθηκε ένα επιπλέον κανάλι, το οποίο θα μπορούσε να αποφέρει μεγαλύτερα ποσοστά κερδοφορίας για τα καταλύματα, καθώς οι όροι λειτουργίας είναι καλύτεροι σε σχέση με τους όρους των συμβολαίων που υπογράφονται με τους Τ.Ο. Όμως, σε τελευταία ανάλυση, τα καταλύματα και πάλι εξαρτώνται από έναν (διαφορετικό) ενδιάμεσο κρίκο που δραστηριοποιείται σε παγκόσμιο επίπεδο και έχει αποκτήσει και αυτός τεράστια δύναμη. Με λίγα λόγια, ένα ολιγοπώλιο υποκατέστησε ένα άλλο.

Η τεχνολογία δίνει την ευκαιρία σε ταξιδιώτες να απολαύσουν εξαιρετικά εξατομικευμένα προϊόντα και εμπειρίες σε γνωστούς αλλά και νέους προορισμούς. Επίσης, τους επιτρέπει να έχουν πιο διαφανείς και συγκρίσιμες πληροφορίες διαθέσιμες κατά τη λήψη αποφάσεων σχετικά με το πού να ταξιδέψουν, πώς να φτάσουν εκεί, τι είδους κατάλυμα να επιλέξουν, πού να καταναλώσουν, και ποια αξιοθέατα να επισκεφθούν. Αυτό έχει ως συνέπεια τη συμπίεση των τιμών των καταλυμάτων, ενώ δίνει την αίσθηση στον υποψήφιο τουρίστα ότι φτιάχνει μόνος του το τουριστικό πακέτο, αλλά στην ουσία αυτό «καθοδηγείται» σε μεγάλο βαθμό από τις τουριστικές πλατφόρμες.

Ο πελάτης δεν γνωρίζει το τουριστικό προϊόν πριν το καταναλώσει, η φήμη λοιπόν που κατέχει μια μονάδα για παροχή ποιοτικών υπηρεσιών αποκτά καθοριστική διάσταση. Οι αλυσίδες ξενοδοχείων, εκμεταλλευόμενες τη φήμη τους, εξαπλώνονται σε όλο τον κόσμο -συχνά μάλιστα με τη σύναψη συμβολαίων παραχώρησης του ονόματος της διεθνούς αλυσίδας ή συμφωνιών διαχείρισης. Έτσι, κάποιες ξενοδοχειακές μονάδες στην Ελλάδα, ακόμη και πολύ μεγάλες, με παροχή υπηρεσιών πολύ υψηλής ποιότητας, οδηγούνται σε τέτοιες λύσεις.

Τα τελευταία 10 χρόνια αναπτύχθηκε μια νέα τουριστική αγορά γύρω από τις «βραχυχρόνιες μισθώσεις ακινήτων» (αυτό που συχνά αποκαλείται Airbnb), δημιουργώντας με ταχύτητες ασύλληπτες νέες αγορές που δεν υπήρχαν καν πριν. [...]

Έχει ιδιαίτερη σημασία η τουριστική δραστηριότητα να συνδεθεί στενά με την υπόλοιπη οικονομία

Οι επιπτώσεις που έχει μια τουριστική δραστηριότητα στην εθνική και τοπική οικονομία εξαρτώνται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τις διασυνδέσεις της με αυτές. Σε μια ακραία περίπτωση, έχουμε αυτό που ονομάζεται «Καθεδρικοί ναοί στην έρημο». Δηλαδή δημιουργείται μια πολυτελέστατη ξενοδοχειακή μονάδα με ελάχιστη σχέση με την τοπική ή/και εθνική οικονομία. «Όλα» εισάγονται από το εξωτερικό, τόσο κατά την κατασκευή όσο και για την καθημερινή λειτουργία της επιχείρησης. Ομοίως, και τα ανώτερα στελέχη της επιχείρησης είναι «εισαγόμενα». Ο τοπικός πληθυσμός εργάζεται σε ανειδίκευτες κακοπληρωμένες δουλειές. Αντιθέτως, αυτό που πρέπει να στοχεύουμε είναι η σύνδεση της τουριστικής μονάδας με την τοπική οικονομία, τόσο κατά την κατασκευή της όσο και κατά τη λειτουργία της. Σήμερα αυτό γίνεται σε ελάχιστο βαθμό, με πολύ ισχνές συνέργειες με άλλους τομείς (αγροτοδιατροφή, κ.λπ.).

Αυτό, όμως, έχει επίσης δύο πλευρές: αφενός την τουριστική βιομηχανία, αφετέρου την υπόλοιπη οικονομία, η οποία δεν έχει τα απαραίτητα μεγέθη, τις οικονομίες κλίμακας, ενώ παράλληλα έχει εγκαταλειφθεί πλήθος δραστηριοτήτων (γεωργία, κτηνοτροφία, χειροτεχνία, μικρή βιοτεχνία) υπέρ του εύκολου κέρδους που διαφαινόταν στον τουρισμό. Αλλά και -θα έλεγα πρωτίστως- το ανθρώπινο δυναμικό, που σε αυτές τις περιπτώσεις είναι κατά κύριο λόγο εισαγόμενο, ιδίως σε ό,τι αφορά τις -κατά τεκμήριο- καλύτερα αμειβόμενες διοικητικές θέσεις.

Οι ελληνικές Περιφέρειες όχι απλά δεν αποτελούν ολοκληρωμένα παραγωγικά συστήματα, αλλά θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι «διάτρητες». Σύμφωνα με μελέτη των Φωτόπουλου, Πετράκου (2013), εάν υπάρξει μια καταναλωτική ιδιωτική δαπάνη ή μια ιδιωτική επένδυση ή μια δημόσια επένδυση 100 ευρώ, τότε αυτό που συμβαίνει σε γενικές γραμμές είναι πως το 50% κατευθύνεται στην Αθήνα, περίπου το 25% παραμένει στην Περιφέρεια και το υπόλοιπο διαμοιράζεται στις υπόλοιπες Περιφέρειες. Βεβαίως, υπάρχουν πολύ σημαντικές διαφορές μεταξύ των Περιφερειών.

Ο σύγχρονος τουρίστας τείνει να προτιμά περισσότερο την «κατανάλωση εμπειριών», τις «αυθεντικές εμπειρίες» σε σχέση με παραδοσιακά προϊόντα και υπηρεσίες. Όπως επισημαίνει ο OECD, oι Millennials θεωρούν ότι οι τουριστικές εμπειρίες, τα ταξίδια, έχουν μεγαλύτερη προτεραιότητα για αυτούς από ό,τι, για παράδειγμα, η αγορά σπιτιού ή αυτοκινήτου.

Ο τουρίστας αγοράζει όνειρα που προσδοκά ότι θα βιώσει κατά την επίσκεψή του σε έναν τουριστικό προορισμό, αγοράζει την προσδοκία μιας εμπειρίας. Αυτή είναι μια τάση που θα μπορούσε να θέσει ξανά την τοπική κουλτούρα, αλλά και την τοπική οικονομία, στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος.

Όμως, σήμερα ένα μεγάλο τμήμα των προϊόντων που αγοράζονται και καταναλώνονται σε πολλούς τουριστικούς προορισμούς έχουν παραχθεί κάπου αλλού. Ο τουρίστας που θέλει να ζήσει την τοπική εμπειρία θα ήθελε να δει τα εργαστήρια, τις βιοτεχνίες, τους αγρότες, τους τεχνίτες, τους υφαντές, τους ανθρώπους που έφτιαξαν όλα αυτά τα προς πώληση προϊόντα. Ο τουρίστας θα καταναλώσει τοπικά προϊόντα (για να απολαύσει την εμπειρία της περιοχής) και θα τα αναζητήσει μετά στην πατρίδα του, όταν επιστρέψει (θα προωθηθούν έτσι οι εξαγωγές ποιοτικών τοπικών προϊόντων).

Οι συνέργειες είναι λοιπόν καθοριστικές. Μια περιοχή δεν μπορεί να παραμείνει ελκυστική στους τουρίστες που αναζητούν μια «τουριστική εμπειρία», όταν καταντήσει ένα «σκηνικό» για τουρίστες. Αποτελεί, λοιπόν, προϋπόθεση η ύπαρξη ολοκληρωμένων παραγωγικών συστημάτων (γεωργία, κτηνοτροφία, ελαφρά βιομηχανία κτλ.) που θα συνδεθούν οργανικά με τον τουρισμό («ελληνικό πρωϊνό», γαστρονομικός και πολιτιστικός τουρισμός, κλπ.).

Χρειάζονται δραστικές αλλαγές στην τουριστική, αλλά και στη γενικότερη αναπτυξιακή πολιτική στην Ελλάδα

Η τουριστική πολιτική δεν μπορεί παρά να αποτελεί μέρος μιας συνολικότερης πολιτικής για την πορεία της χώρας. Η πορεία που ακολουθεί η ελληνική οικονομία σήμερα σε κάποιο βαθμό έχει τις ρίζες σε μια διαμάχη για τον προσανατολισμό της ελληνικής οικονομίας που ξεκίνησε τη μεταπολεμική περίοδο και στην οποία τελικά επικράτησαν οι πολύ περισσότερο ορθόδοξες και άτολμες θέσεις Βαρβαρέσσου, έναντι της ανεξάρτητης και καινοτομικής σκέψης Μπάτση και, στη συνέχεια, Αγγελόπουλου, κ.ά.

Σήμερα, πρέπει λοιπόν να αναθεωρήσουμε το κλισέ «ο τουρισμός είναι η βαριά βιομηχανία ή η ατμομηχανή της ανάπτυξης της χώρας». Ο τουρισμός δεν έδειξε να μπορεί να αναπληρώσει την απουσία της πραγματικής «βαριάς βιομηχανίας» που, στη σημερινή πραγματικότητα, σημαίνει προηγμένη οικονομία της γνώσης. Η χώρα θα πρέπει να στραφεί προς την οικονομία της γνώσης, πρέπει να υπάρξει μια συνολική μετακίνηση της οικονομίας στην αλυσίδα αξίας προς την παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών με μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία, ώστε να βελτιωθεί η θέση της χώρας μας στο Διεθνή Καταμερισμό Εργασίας. Αυτό, εκτός των άλλων, σημαίνει παραγωγή περισσότερων διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων και υπηρεσιών και αύξηση της συμμετοχής της βιομηχανίας στο παραγόμενο ΑΕΠ. Στο πλαίσιο αυτό υπάρχει ανάγκη αναδιάρθρωσης του τουρισμού σε μια κατεύθυνση αναβάθμισης και εκσυγχρονισμού, η οποία θα ενέτασσε τον κλάδο στη συνολική εθνική προσπάθεια μετακίνησης της χώρας προς την οικονομία της γνώσης.

Προφανώς αυτό δεν σημαίνει πως ξαφνικά η χώρα μας θα αρχίσει να παράγει αφειδώς νέα προϊόντα και υπηρεσίες ή ότι θα παράγει πυραύλους! Ασφαλώς θα πρέπει να παραχθούν και νέα προϊόντα και υπηρεσίες που θα μας επιτρέπουν να συμμετάσχουμε με αξιώσεις στην 4η Βιομηχανική Επανάσταση, ωστόσο το βάρος δεν μπορεί παρά να είναι στις δραστηριότητες που υπάρχουν ήδη, οι οποίες όμως θα πρέπει να αλλάξουν προς αυτήν την κατεύθυνση: να ενσωματώνουν γνώση και καινοτομία.

Η τουριστική μας πολιτική χαρακτηρίζεται εδώ και δεκαετίες από αποσπασματικότητα και βραχυπρόθεσμες επιδιώξεις, ενώ πάρα πολλά κεφάλαια δόθηκαν υπό τη μορφή κινήτρων για την ανάπτυξη του κλάδου με μικρά, αναντίστοιχα αποτελέσματα.

Είναι κοινός τόπος πλέον πως η τουριστική πολιτική θα πρέπει να κατευθυνθεί, όπως προτείνει μεταξύ άλλων και ο ΟΟΣΑ, προς πιο ομαλή γεωγραφική κατανομή των τουριστών που θα βοηθήσει τόσο την αποσυμφόρηση κάποιων περιοχών όσο και την αναζωογόνηση κάποιων λιγότερο ανεπτυγμένων περιοχών. H Ελλάδα θα πρέπει να γίνει ένας ελκυστικός προορισμός για όλο το χρόνο. Μια πιο ομοιόμορφη κατανομή του τουρισμού καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους θα αύξανε την παραγωγικότητα με την καλύτερη χρήση των υφιστάμενων πόρων, ιδιωτικών και δημόσιων. Και, βέβαια, θα οδηγούσε και σε πιο σταθερές θέσεις απασχόλησης, και άρα και σε έναν ενάρετο κύκλο ενίσχυσης του ανθρώπινου κεφαλαίου και ανάπτυξης της επιχειρηματικότητας. Προς αυτή την κατεύθυνση θα βοηθούσε η διαφοροποίηση και προς άλλες μορφές τουρισμού, εστιάζοντας ιδιαίτερα στα νέα θεματικά τουριστικά προϊόντα και τον τουρισμό ειδικού ενδιαφέροντος, όπως ο ιατρικός, ο πολιτιστικός, ο αγροτουρισμός και ο προσκυνηματικός τουρισμός, οι κρουαζιέρες, τα καταδυτικά πάρκα, υγείας και ευεξίας, τα συνέδρια και οι εκδηλώσεις, ο πολυτελής τουρισμός, οι προσβάσιμοι τουριστικοί προορισμοί, οι διακοπές στην πόλη (city breaks) και η ελληνική γαστρονομία. Αναμφίβολα, βέβαια, ο βασικός κορμός θα παραμείνει προσανατολισμένος στο τρίπτυχο «ήλιος- άμμος-θάλασσα».

Η τουριστική πολιτική θα πρέπει να βοηθήσει στην κατεύθυνση της μετάβασης του κλάδου στην οικονομία της γνώσης. Πρέπει να συνεχίσουμε να έλκουμε μεγάλο αριθμό τουριστών, απομακρυνόμενοι όμως από τη λογική του «μαζικού τουρισμού» μέσω της βελτίωσης της ποιότητας των προσφερόμενων υπηρεσιών και των υποδομών, καθώς και μέσα από πολιτικές περιβαλλοντικής αναβάθμισης, υιοθέτηση στρατηγικών μηδενικού ενεργειακού αποτυπώματος, κατάργηση της χρήσης πλαστικού, κ.λπ. Μέσω της ανάπτυξης συνεργειών μέσα στον τουριστικό κλάδο, αλλά και με την υπόλοιπη οικονομία (π.χ. «ελληνικό πρωϊνό» και επισκέψεις σε οινοποιεία). Από την πλευρά του δημοσίου χρειάζονται πολιτικές για την αναβάθμιση των υποδομών (δρόμοι, δίκτυα, αεροδρόμια, κ.λπ.), της παρεχόμενης εκπαίδευσης, της πολιτικής κινήτρων που θα ενισχύει τη διαδικασία μετάβασης των επιχειρήσεων της τουριστικής οικονομίας σε παραγωγή υπηρεσιών υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, καθώς και συνεργασιών. [...]

Θέλουμε ένα ποιοτικό τουριστικό προϊόν που θα αναδεικνύει, θα προβάλλει και θα προστατεύει το βασικό μας συγκριτικό πλεονέκτημα δηλαδή το φυσικό, αρχιτεκτονικό, λαογραφικό και πολιτιστικό κεφάλαιό μας (τον πολιτισμό, αρχαίο και σύγχρονο: το Φεστιβάλ Επιδαύρου, αλλά και το εξαιρετικής ποιότητας, για ένα διάστημα, φεστιβάλ χορού Καλαμάτας, λόγου χάρη). Η πολιτιστική αυθεντικότητα είναι σημαντικό εργαλείο για χώρες και προορισμούς προκειμένου να προσελκύσουν τουρίστες. Ο πολιτισμός και το φυσικό περιβάλλον πρέπει να αντιμετωπιστούν ως ένα τεράστιο κεφάλαιο της τουριστικής ανάπτυξης και όχι ως εμπόδιο στις επενδύσεις, όπως συχνά παρουσιάζεται από κάποιους. [...]

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι