Οταν οι ηγέτες μίλησαν για τη Μεταπολίτευση

Γιάννης Βούλγαρης, Τα Νέα, 01/08/2020

Όταν οι πολιτικοί ηγέτες μιλούν για την Ιστορία δεν κρίνουμε τα λεγόμενά τους με την επιστημονική μεζούρα. Προέχει να καταλάβουμε το ιδεολογικοπολιτικό περιεχόμενο της αναδρομής και την πολιτική πρόθεση σε σχέση με το παρόν και το μέλλον. Γιατί αυτά δείχνουν ποια «εικόνα της χώρας» έχει ή δεν έχει στο μυαλό του ο συγκεκριμένος ηγέτης, πράγμα σημαντικό, γιατί οι εθνικοί στόχοι και οι προγραμματικές κατευθύνσεις ενός κόμματος συνδέονται οργανικά με την «ανάγνωση» της ιστορικής εποχής μέσα στην οποία προτείνονται. Αν η αναδρομή γίνεται σε περιόδους που η ταυτότητα της παράταξής τους είναι αποκρυσταλλωμένη, το «ιστορικό αφήγημα» εκπέμπει συνοχή και «βεβαιότητα». Αν, αντιθέτως, γίνεται σε φάση κρίσης ή αναδιαμόρφωσης της ταυτότητας της παράταξης, τότε και το «ιστορικό αφήγημα» γίνεται πιο αντιφατικό. Μπορεί μάλιστα να χρησιμεύσει για την κατανόηση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η παράταξη.

Υπό αυτό το πρίσμα είχε ενδιαφέρον η αναφορά των πολιτικών ηγετών στη Μεταπολίτευση κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου για τις διαδηλώσεις στη Βουλή. Ο δημοσιογραφικός φακός εστίασε αφενός στη σχετική αντιπαράθεση Κυριάκου Μητσοτάκη - Αλέξη Τσίπρα, γεγονός που ήδη αποσιωπούσε την ενδιαφέρουσα παρουσία του ΚΙΝΑΛ, αφετέρου στην «είδηση» ότι ο Τσίπρας «αποδέχτηκε τη Μεταπολίτευση». Το γεγονός μπορεί να μην ενδιαφέρει ιδιαιτέρως τη Μεταπολίτευση, εννοούσε όμως ότι ο ηγέτης του ΣΥΡΙΖΑ «παραδέχτηκε» πως η μεταπολιτευτική Ελλάδα υπήρξε μια ιστορική περίοδος δημοκρατίας και ευημερίας, που μάλιστα η γενιά του απήλαυσε χωρίς να υποβληθεί στις ταλαιπωρίες των πιο ηλικιωμένων. Προφανές; Για τη μεγάλη πλειονότητα, ναι - όσο και ότι ο ήλιος βγαίνει από την ανατολή. Οχι όμως για τους αριστερούς και ακροδεξιούς «αγανακτισμένους» που εννιά χρόνια πριν φώναζαν από κοινού το φιλοφασιστικό σύνθημα «η χούντα δεν τέλειωσε το ʼ73». Ούτε τους μετέπειτα ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ όταν αποκαλούσαν τη μεταπολιτευτική Ελλάδα συλλήβδην «παλαιό καθεστώς» και θεωρούσαν το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ περίπου διαφθορεία.

Η «παραδοχή» του Τσίπρα συνάδει προφανώς με την ανάγκη απαγκίστρωσης από εκείνο το πλαίσιο και την προσπάθεια να ενσωματώσει την πάλαι ποτέ ΠΑΣΟΚική εκλογική βάση στον ΣΥΡΙΖΑ. Το εγχείρημα περιέχει αρκετές αντιφάσεις, ιδεολογικοπολιτικές και ιστορικές συνάμα, και προς το παρόν τουλάχιστον πιστοποιεί την κρίση ταυτότητας του ΣΥΡΙΖΑ παρά την υπέρβασή της. Αυτό αποτυπώθηκε και στην «ιστορική» περιδιάβαση του Τσίπρα. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ήταν η υιοθέτηση του χαρακτηρισμού «βρώμικο ʼ89», υιοθεσία που ορθώς ξεσήκωσε την μήνιν των εκ του Συνασπισμού προερχόμενων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, αναγκάζοντάς τον να τα μαζέψει και να θυμηθεί ότι εκτός από τη λαθεμένη παραπομπή του Ανδρέα Παπανδρέου υπήρξε όντως σκάνδαλο Κοσκωτά. Αυτό όμως είναι δευτερεύον πρόβλημα και αφορά τα εσωκομματικά του ΣΥΡΙΖΑ. Το μείζον είναι η αντίληψη που προβάλλει ο Τσίπρας για τις παθογένειες της μεταπολιτευτικής Ελλάδας και τις αιτίες της κρίσης του 2010. Επιστράτευσε εν προκειμένω τις γνωστές κοινοτοπίες που λανσάρει κατά κόρον ένας επιφανειακός δημόσιος λόγος για το πελατειακό κράτος, τις πελατειακές σχέσεις εν γένει και τα σκάνδαλα. Οχι ότι δεν υπήρχαν, αλλά μένοντας σε αυτά παρακάμπτεται το μείζον πρόβλημα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Πώς δηλαδή ο ριζικός εκδημοκρατισμός, η ραγδαία μαζικοποίηση των συνδικαλιστικών και κοινωνικών οργανώσεων, η διεύρυνση του κράτους πρόνοιας, δεν μπόρεσαν να συνδυαστούν με μια στρατηγική ανάπτυξης και δημοσιονομικής ισορροπίας. Αποτέλεσμα; Παγιώθηκε βαθμιαία ένας εσωστρεφής κοινωνικοπολιτικός συνασπισμός και μια αντίστοιχη νοοτροπία που μπλόκαραν τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Τόσο τα τότε κόμματα εξουσίας (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ) όσο και η Αριστερά στήριξαν ή πλειοδότησαν στην παγίωση αυτού του συνασπισμού. Το να αγνοείς αυτό το πρόβλημα, εκφράζει και προδικάζει τη γενικότερη αδυναμία του κόμματός σου να επεξεργαστεί μια στρατηγική εθνικής ανασυγκρότησης της χώρας μετά τα Μνημόνια και ενόψει της λεγόμενης 4ης βιομηχανικής επανάστασης.

Ας είναι. Η αναδρομή του Αλέξη Τσίπρα είχε δύο πολιτικούς στόχους. Ο πρώτος ήταν να παρουσιαστεί σαν Ανδρέας στη θέση του Ανδρέα, και γιʼ αυτό τεμάχισε το ΠΑΣΟΚ. Χρέωσε όλα τα κακά στην περίοδο «από τη δεκαετία του 1990 και μετά», παρασιωπώντας το ιστορικά προφανές: ότι η δεκαετία του 1980 ήταν η περίοδος που παράλληλα με τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, μειώθηκε ουσιωδώς η ανταγωνιστικότητα της χώρας και διαμορφώθηκαν οι δομικές συνθήκες των δημοσιονομικών ανισορροπιών και της υπερχρέωσης της χώρας. Στην πραγματικότητα, η παρασιώπηση τεμάχισε την πορεία του «όλου ΠΑΣΟΚ», ανδρεϊκού και μετανδρεϊκού, όχι μόνο σημιτικού, προς την ωριμότητα. Δηλαδή, την αποδοχή της ευρωπαϊκής προοπτικής που σήμερα αποδεικνύεται και γεωπολιτικά πολύτιμη, την ένταξη στο ευρώ, για το οποίο πολλά σημερινά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ είχαν αντιρρήσεις, εξού και η άνεση με την οποία αποπειράθηκαν το Grexit, τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης, περιορισμού του κομματικού ελέγχου του κράτους (ΑΣΕΠ, Ανεξάρτητες Αρχές) ώστε να μην ελέγχει η κυβέρνηση όλους τους αρμούς της εξουσίας, κ.ά.

Σε αυτόν τον τεμαχισμό της ιστορίας του ΠΑΣΟΚ και τελικά της μεταπολιτευτικής Ελλάδας αντέδρασε το ΚΙΝΑΛ, το οποίο έχει χάσει μεν την εκλογική του βάση, αλλά διατηρεί τη συνείδηση της πορείας προς την ωριμότητα, κι έτσι διεκδίκησε τη συμβολή του στις κατακτήσεις αλλά και υπογράμμισε την ανάγκη υπέρβασης των παθογενειών.

Ο δεύτερος πολιτικός στόχος ήταν και είναι να απαντήσει στην κρίση ταυτότητας του ΣΥΡΙΖΑ μετά τη διακυβέρνησή του, οξύνοντας τον «αντιδεξισμό» ως κυρίαρχο ιδεολογικοπολιτικό χαρακτηριστικό. Για πρώτη νομίζω φορά υπαινίχτηκε τις ευθύνες της διακυβέρνησης ΝΔ 2004 - 2009, πράγμα αληθές, αλλά που θα του προσθέσει στο προσεχές μέλλον άλλο ένα κεφάλαιο αυτοκριτικής όχι μόνο για τον Καμμένο, αλλά και για την «υπόγεια καραμανλική συνιστώσα» της κυβέρνησής του. Σε κάθε περίπτωση, από εκλογική άποψη, η λειτουργία του ΣΥΡΙΖΑ ως εναλλακτικού πόλου εξουσίας, αντίπαλου της ΝΔ σε ένα δικομματικό σύστημα, είναι το πιο πειστικό και εύκαιρο μέσο αυτοπροσδιορισμού. Ομως από ιδεολογικοπολιτική άποψη δεν φτάνει ο αντιδεξισμός που προτείνει ο Τσίπρας για να κάνει τον ΣΥΡΙΖΑ «προοδευτικό» πόλο του συστήματος. Αντιθέτως φαίνεται να τον εγκλωβίζει σε μια παρωχημένη και προγραμματικά στείρα αντιπαράθεση καθώς δεν παρακολουθεί την εξέλιξη της ΝΔ. Η ΝΔ έχει ξεκόψει εδώ και χρόνια, μαζί με την ελληνική κοινωνία, από την αντιβενιζελική ρίζα της μετεμφυλιακής Δεξιάς, καθώς ο Ελευθέριος Βενιζέλος αναγνωρίζεται πλέον ως «εθνάρχης» και η βασιλεία αποτελεί ανάμνηση που σβήνει. Η δημοκρατική Μεταπολίτευση δεν μονοπωλείται μεν από τον ρόλο του Κωνσταντίνου Καραμανλή όπως καθʼ υπερβολή τόνισε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην ίδια συζήτηση, αλλά μαζί με την «Ευρώπη», συνιστά οπωσδήποτε ταυτοτικό στοιχείο της σημερινής ΝΔ. Η μετεμφυλιακή περίοδος όντως φέρνει σε κάποια αμηχανία τη ΝΔ όπως φάνηκε, καθώς δεν έχει καταφέρει να συνδυάσει σε ενιαίο δικό της «ιστορικό αφήγημα» τον αντιαριστερό λόγο της συντηρητικής μερίδας της με τον αντιολοκληρωτικό της φιλελεύθερης. Από την άλλη όμως, αμφιβάλλω πολύ αν η σημερινή κοινωνία έχει τη διάθεση να επιβραβεύσει έναν «αντιδεξιό» ΣΥΡΙΖΑ που καταφεύγει στον Εμφύλιο και στα «πέτρινα χρόνια» για να ορίσει την ταυτότητά του.

Είπαμε. Σε περιόδους κρίσης ταυτότητας, ο περί ιστορίας λόγος των ηγετών μπορεί να κάνει εμφανέστερες τις αδυναμίες της σημερινής τους προσπάθειας και να προειδοποιήσει για τα όρια της στόχευσής τους.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι