Δύο στρατηγικές

Γιώργος Σταθάκης, Τα Νέα, 21/11/2020

Οι στόχοι της πράσινης μετάβασης για το 2030 και το 2050 είναι δεδομένοι. Η Ελλάδα έχει προσυπογράψει τη Συμφωνία για το Κλίμα του Παρισιού, και φυσικά έχει προσυπογράψει τους δεσμευτικούς στόχους της Ευρωπαϊκής Ενωσης για την παραγωγή από ΑΠΕ του 60% της ενέργειας το 2030 και του 100% το 2050. Αντίστοιχοι στόχοι υπάρχουν για τη μεγάλη μείωση των εκπομπών ρύπων σε κατοικία, μεταφορές, βιομηχανία και τον εκμηδενισμό τους το 2050.

Είναι επίσης δεδομένο ότι η αγορά ενέργειας θα λειτουργεί με τους ευρωπαϊκούς κανόνες, όπως αυτοί εξειδικεύονται στο «τάργκετ μόντελ», δηλαδή στη διασύνδεση των εθνικών αγορών σε περιφερειακό επίπεδο (εν προκειμένω της Ελλάδας με την Ιταλία και τη Βουλγαρία), τη μετάβαση των ΑΠΕ από καθεστώς εγγυημένων τιμών σε διαγωνιστικές διαδικασίες (και αργότερα σε πλήρη

απελευθέρωση) και φυσικά τη λειτουργία του Χρηματιστηρίου Ενέργειας αρχικά με βραχυχρόνιες, αργότερα με μεσοπρόθεσμες και διμερείς αγορές.

Εντούτοις η μετάβαση χρειάζεται ένα συγκεκριμένο σχέδιο ενεργειακής μετάβασης να απαντάει σε τρία σημαντικά κριτήρια. Πρώτον, την αποτελεσματικότητά του, τη διασφάλιση δηλαδή σχετικά φτηνής ενέργειας σε καταναλωτές και επιχειρήσεις. Δεύτερον, την κοινωνική διάσταση, το γεγονός δηλαδή ότι όλοι πρέπει να συμμετέχουν χωρίς κοινωνικούς αποκλεισμούς και με τα οικονομικά οφέλη από τη μετάβαση να διαχέονται σε πολλούς. Τρίτον, την αναπτυξιακή διάσταση, την ενίσχυση δηλαδή εγχώριων αλυσίδων παραγωγής αξίας, της τεχνολογίας και της απασχόλησης.

Υπάρχουν δύο στρατηγικές, δύο διαφορετικά μοντέλα στην πράσινη μετάβαση που έχουν διαφορετικά προτάγματα και έχουν διαφορετικές συνέπειες σε σχέση με τα τρία αυτά κριτήρια. Το πρώτο μοντέλο επικεντρώνεται σε έργα μεγάλης κλίμακας, σε μεγάλες διασυνδέσεις και δίκτυα μεταφοράς ενέργειας και αποκλειστικά σε μεγάλες επενδύσεις παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας. Το δεύτερο μοντέλο εδράζεται στην αυτοκατανάλωση, την παραγωγή και κατανάλωση δηλαδή ενέργειας από τα ίδια τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, την τοπικότητα και την ανάπτυξη τοπικών δικτύων, και φυσικά πιο συμμετοχικές μορφές στις επενδύσεις και τη διαχείριση (ενεργειακές κοινότητες).

Το δεύτερο μοντέλο προκρίνεται κατά κανόνα από τις οικολογικές οργανώσεις και βρίσκεται στο επίκεντρο των προτάσεων των Πράσινων, της Αριστεράς, εν πολλοίς και της Σοσιαλδημοκρατικής ομάδας στην Ευρώπη. Αυτό αποτυπώνεται και στα ίδια τα τελικά κείμενα των ευρωπαϊκών συμφωνιών, όπου γίνεται ιδιαίτερη μνεία, στην αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας, στις ενεργειακές κοινότητες, και στη δυνατότητα θετικών διακρίσεων υπέρ πιο συμμετοχικών διαδικασιών χωρίς να θεωρείται ότι παραβιάζονται οι κανόνες του ανταγωνισμού.

Η καταλληλότητα αυτού του μοντέλου για την Ελλάδα είναι αυτονόητη λόγω των νησιών. Η ενεργειακή αυτονομία και το πρασίνισμα των νησιών με τοπική παραγωγή και τοπικά δίκτυα, που θα καλύπτουν τις ενεργειακές ανάγκες της κατοικίας, των μεταφορών και του τουρισμού είναι σαφώς μονόδρομος. Αλλά η δημιουργία τοπικών μορφών συμμετοχής, με ενεργειακές κοινότητες και άλλες μορφές θα δώσει μεγάλη ώθηση στο ίδιο το εγχείρημα. Το μοντέλο όμως είναι κατάλληλο και για την ενδοχώρα.

Από κοινωνική σκοπιά το μοντέλο αυτό μπορεί να αποτρέψει φαινόμενα κοινωνικού αποκλεισμού και ενεργειακής φτώχειας. Η χρηματοδότηση επενδύσεων για τις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες (με τη συμμετοχή των δήμων) θα δημιουργήσει ένα πλαίσιο επενδύσεων σε ΑΠΕ που θα διαμορφώσουν συνθήκες ισότιμης πρόσβασης σε ρεύμα, θέρμανση, εξοικονόμηση ενέργειας και άλλες υπηρεσίες.

Τέλος, από αναπτυξιακή σκοπιά, όπως η εξοικονόμηση ενέργειας έχει πολλή εγχώρια προστιθέμενη αξία, έτσι και ένα αποκεντρωμένο τοπικό σύστημα παραγωγής και κατανάλωσης ενέργειας μπορεί να κινητοποιήσει τις υπάρχουσες παραγωγικές δυνάμεις σε έξυπνα δίκτυα, μετρητές, τοπικά δίκτυα και πληθώρα άλλων δραστηριοτήτων που θα αξιοποιήσει υπαρκτό ανθρώπινο δυναμικό, τεχνολογία και παραγωγή.

Εν κατακλείδι, προφανώς το διακύβευμα δεν είναι να κινηθούμε αποκλειστικά με το ένα ή άλλο μοντέλο. Αλλά το μείγμα έχει τεράστια σημασία. Και η πιο ισχυρή εμπειρική διάσταση προέρχεται από τη Γερμανία, ανάμεσα σε άλλες χώρες. Εκεί η αναλογία είναι δύο τρίτα σε επενδύσεις μεγάλης κλίμακας, ένα τρίτο σε ενεργειακές κοινότητες και τοπικά σχήματα. Ως κανόνας μπορεί να είναι η αρχή. Οι πράσινοι πόροι χρηματοδότησης πρέπει να κατανεμηθούν με βάση ένα υπαρκτό σχέδιο ενεργειακής μετάβασης που θα υπηρετεί τις οικονομικές, κοινωνικές και αναπτυξιακές και συμμετοχικές μέριμνες.

Θέμα επικαιρότητας:
Οικονομία

Σύνολο: 17 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι