Το φαινόμενο της αντίστασης στη δικτατορία

Πολυμέρης Βόγλης, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 23/04/2021

Στη μνήμη του Δημοσθένη Δώδου

Για τους περισσότερους ανθρώπους η αντίσταση κατά της δικτατορίας των συνταγματαρχών είναι συνδεδεμένη με τη φοιτητική διαμαρτυρία του 1973. Η κατάληψη της Νομικής και αργότερα η εξέγερση του Πολυτεχνείου έδειξαν με τον πιο αδιάψευστο τρόπο την αντίθεση της ελληνικής κοινωνίας στο δικτατορικό καθεστώς. Ωστόσο, η αντίσταση στη δικτατορία δεν περιορίστηκε μόνο σε αυτές τις μαζικές κινητοποιήσεις του 1973. Η αντίσταση είχε ξεκινήσει αμέσως μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου.

Οι πρώτες αντιδικτατορικές οργανώσεις, όπως το Πατριωτικό Αντιδικτατορικό Μέτωπο και η Δημοκρατική Αμυνα, δημιουργήθηκαν τις πρώτες μέρες μετά το πραξικόπημα, ενώ και άλλες αντιδικτατορικές οργανώσεις σχηματίστηκαν μέσα στους επόμενους μήνες (Δημοκρατικές Επιτροπές Αντιστάσεως, Ελληνικό Δημοκρατικό Κίνημα, «Ρήγας Φεραίος», κ.ά.). Κάποιες οργανώσεις στράφηκαν στην αφύπνιση της ελληνικής κοινωνίας κατά του καθεστώτος μέσα από προκηρύξεις και τρικάκια. Αλλες οργανώσεις υιοθέτησαν πιο δυναμικές μορφές δράσης, με την τοποθέτηση εκρηκτικών μηχανισμών σε στόχους-σύμβολα της δικτατορίας. Παράλληλα, οι Ελληνες φοιτητές στο εξωτερικό ξεκίνησαν έναν πολύμορφο αγώνα με διαδηλώσεις, συναυλίες, συζητήσεις για την ευαισθητοποίηση της διεθνούς κοινής γνώμης κατά της χούντας – και πράγματι ένα κύμα νέου φιλελληνισμού εξαπλώθηκε στη Δ. Ευρώπη για την υπεράσπιση της δημοκρατίας. Αντίσταση στη χούντα, λοιπόν, υπήρξε από πολύ νωρίς, αλλά δεν ήταν μαζική μέχρι το 1973. Το ερώτημα είναι γιατί;

Ο βασικός λόγος ήταν η «αποτελεσματικότητα» των πραξικοπηματιών την 21η Απριλίου. Μέσα σε λίγες ώρες, πάνω από οκτώ χιλιάδες άνθρωποι είχαν συλληφθεί: κομματικά στελέχη, συνδικαλιστές, στελέχη μαζικών οργανώσεων και κινήσεων της Αριστεράς. Υστερα από λίγες μέρες εκτοπίστηκαν στη Γυάρο, μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1967, οπότε άρχισε η σταδιακή απελευθέρωσή τους. Το πλήγμα ήταν συντριπτικό καθώς όλοι και όλες που θα μπορούσαν να οργανώσουν ένα μαζικό κίνημα αντίστασης εξουδετερώθηκαν. Η «επιτυχία» αυτή δεν θα ήταν εφικτή εάν τα προηγούμενα χρόνια, κατά τη διακυβέρνηση της χώρας από την ΕΡΕ, δεν είχαν ετοιμαστεί σχέδια αντιμετώπισης του υποτιθέμενου «κομμουνιστικού κινδύνου» και δεν είχαν συγκεντρωθεί ονόματα, διευθύνσεις κατοικιών και γραφείων, κ.λπ., τα οποία αξιοποιήθηκαν την ημέρα του πραξικοπήματος για τη διενέργεια των συλλήψεων.

Ταυτόχρονα, το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινωνίας αδράνησε στα χρόνια της επταετίας. Η πολιτική εξουσία από τα χρόνια του Εμφυλίου και έπειτα κατόρθωσε να πειθαρχήσει την ελληνική κοινωνία. Αυτό το πέτυχαν μέσα από πολιτικές καταστολής και φόβου, όπως τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, οι δηλώσεις νομιμοφροσύνης, οι εκτοπίσεις, η βία, η δράση των παρακρατικών και οι απαγορεύσεις. Το κλίμα του φόβου «έσπασε» στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1960, όταν ήρθε στο προσκήνιο μια νεότερη γενιά, η οποία δεν έφερε το βάρος της ήττας και των συνεπειών της από τα χρόνια της Αντίστασης και του Εμφυλίου. Αυτή η νεότερη γενιά πρωταγωνίστησε στον αγώνα κατά της χούντας μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1970.

Το κόστος για όσους συμμετείχαν στην αντίσταση ήταν υψηλό. Οποιος αναλάμβανε να μοιράσει μια προκήρυξη ή να τοποθετήσει έναν εκρηκτικό μηχανισμό γνώριζε ότι διέτρεχε βέβαιο κίνδυνο. Διακινδύνευε να συλληφθεί, να βασανιστεί, να οδηγηθεί στο έκτακτο στρατοδικείο και να καταδικαστεί σε πολυετή φυλάκιση. Σε αντίθεση με τον μύθο που καλλιεργήθηκε τις τελευταίες δεκαετίες, ότι «η χούντα δεν ήταν και τόσο σκληρή», όσοι συνελήφθησαν για την αντιδικτατορική δράση τους βίωσαν τη φρίκη των βασανιστηρίων. Οι γραπτές μαρτυρίες, όπως της Κ. Αρσένη, του Τ. Μήνη, του Π. Κοροβέση και πιο πρόσφατα του Γ. Σεργόπουλου, οι καταθέσεις των θυμάτων στις δίκες των βασανιστών στη Μεταπολίτευση, η έκθεση για την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που προκάλεσε την αποχώρηση της Ελλάδας από το Συμβούλιο της Ευρώπης, θα αποτελούν πάντα αδιάψευστα τεκμήρια της βίας του καθεστώτος.

Η αντίσταση δεν ήταν υπόθεση όλων των πολιτικών δυνάμεων. Οι νέοι και οι νέες που επέλεξαν τον δρόμο της αντίστασης ανήκαν στον χώρο του Κέντρου και της Αριστεράς. Ο πολιτικός χώρος της Δεξιάς σιώπησε και κράτησε στάση αναμονής. Οι λίγες φωτεινές εξαιρέσεις και οι μεμονωμένες ενέργειες δεν αλλάζουν τη γενική εικόνα. Η στάση του ιστορικού ηγέτη της παράταξης Κ. Καραμανλή είναι χαρακτηριστική. Στην πρώτη του δήλωση δύο μέρες μετά το πραξικόπημα εξέφρασε απλά τη λύπη του για την κατάλυση της δημοκρατίας και έσπευσε να κατηγορήσει ως υπεύθυνους τον Γ. Παπανδρέου και την Ενωση Κέντρου. Και όταν η δικτατορία έπνιξε στο αίμα την εξέγερση του Πολυτεχνείου, προτίμησε να σιωπήσει και να μην κάνει καμιά δήλωση.

Η αντίσταση στη διάρκεια της δικτατορίας ήταν και παραμένει αναπόσπαστο τμήμα της δημοκρατικής συνείδησης της ελληνικής κοινωνίας. Οσο και εάν κάποιοι απαξιώνουν τη σημασία και το φαινόμενο της αντίστασης, όσο και εάν κάποιοι εξωραΐζουν τη δικτατορία, η αντίσταση θα παραμένει το καταστατικό στοιχείο της ιστορίας και της μνήμης όσων αγωνίζονται για έναν καλύτερο κόσμο.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι