Μετά τον πόλεμο που είχε ξεμείνει

Γιάννης Βούλγαρης, Τα Νέα, 21/08/2021

Εκ πρώτης όψεως είναι σαν η Ιστορία να έκανε κύκλο και να γύρισε εκεί που είχε αρχίσει. Το 2001 οι Αμερικανοί έδιωξαν τους Ταλιμπάν, είκοσι χρόνια αργότερα, το 2021, οι Ταλιμπάν έδιωξαν τους Αμερικανούς. Κι όμως η Ιστορία είχε εν τω μεταξύ τρέξει με απίστευτη ταχύτητα αλλάζοντας εποχή. Αυτός ήταν ένας πόλεμος που είχε ξεμείνει γιατί κάποιος πρόεδρος των ΗΠΑ έπρεπε να τον τελειώσει. Και γιατί η Αμερική πρέπει να προσανατολιστεί στη νέα εποχή χωρίς παρελθοντικούς περισπασμούς. Ελαχε στον Μπάιντεν και αυτός ανταποκρίθηκε, πληρώνοντας προς το παρόν το κόστος. Θα μπορούσε η επιχείρηση απεμπλοκής να είχε γίνει πιο μεθοδευμένα; Ετσι φαίνεται. Πάντα όμως θα ήταν διαχείριση μιας αποτυχίας των ΗΠΑ και της Δύσης.

Υπό το σοκ των εξελίξεων και των εικόνων, οι εκτιμήσεις για τις διεθνείς επιπτώσεις έχουν κατά κανόνα δραματικό χαρακτήρα. Στην πραγματικότητα, η εξέλιξη στο Αφγανιστάν περισσότερο από το να θέτει νέα προβλήματα, μας βοηθά να κατανοήσουμε το βάθος των αλλαγών που έχουν λάβει χώρα την τελευταία εικοσαετία. Ακόμα σημαντικότερο, δείχνει την επιτακτικότητα των απαντήσεων που πρέπει να αναζητηθούν. Το βασικό ερώτημα αφορά τον «δυτικό κόσμο» και είναι σαφές. Κέρδισε τον Ψυχρό Πόλεμο του 20ού αιώνα αλλά δυσκολεύεται ή αρνείται να προσαρμοστεί στις συνθήκες του πολυκεντρικού κόσμου και της παγκοσμιοποίησης που ο ίδιος δρομολόγησε. Από αλαζονεία; Από νοσταλγία της ηγεμονίας που ασκούσε, ή καλύτερα που φανταζόταν ότι θα ασκούσε, στον μεταδιπολικό κόσμο; Αυτό μπορεί να ίσχυε στη δεκαετία του 1990 ή ακόμα και το 2001, όταν ξεκίνησε ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας και η επέμβαση στο Αφγανιστάν. Ηταν η εποχή που η Αμερική αισιοδοξούσε ότι θα είναι η μόνη υπερδύναμη, η «Δύση» θεωρούσε ότι ο δημοκρατικός καπιταλισμός ήταν πια το παγκόσμιο πρότυπο, ο Φουκουγιάμα μιλούσε για το «Τέλος της Ιστορίας» και ο Τόνι Νέγκρι από την απέναντι μεριά, για τη νέα «Αυτοκρατορία». Εχουν μείνει ακόμα κολλημένες η Αμερική και η Δύση σε αυτή την αυταπάτη; Οχι, Βαθμιαία συνειδητοποιούσαν ότι το οικονομικό και το στρατιωτικό τους βάρος στην παγκόσμια σκηνή μειωνόταν. Πουθενά αλλού δεν φάνηκε πιο καθαρά από την εξέλιξη της εμπλοκής τους στη ευρεία Μέση Ανατολή και γενικότερα στην αντοχή τους να διεξάγουν πόλεμο. Η ιδέα των πολεμικών επεμβάσεων για ανθρωπιστικούς λόγους που προώθησε ο «φιλελεύθερος διεθνισμός» στη δεκαετία 1990 αποτελεί παρελθόν. Στο Αφγανιστάν η επέμβαση ήταν περίπου υποχρεωτική μετά την ταπείνωση των Δίδυμων Πύργων, αλλά τα αλαζονικά σχέδια των νεοσυντηρητικών του Μπους να ανασυγκροτήσουν τη Μέση Ανατολή με τον πόλεμο στο Ιράκ αποδείχτηκαν γρήγορα φιάσκο. Στη Λιβύη του Καντάφι αρκέστηκαν σε πολεμικές επιχειρήσεις από μακριά, ενώ στη Συρία απείχαν παρά την τεράστια ανθρωπιστική κρίση. Το 2003 ο διεθνολόγος Ρόμπερτ Κέιγκαν εξηγούσε στο πλατύ κοινό πώς αντιλαμβανόταν τη μεταδιπολική εποχή το νεοσυντηρητικό ρεύμα στο οποίο ανήκε. Εβλεπε να ανοίγεται ένα χάσμα μεταξύ Αμερικής και Ευρώπης. Η Ευρώπη θα αρκούνταν στην «τρυφηλή» μεταμοντέρνα όψη της νέας εποχής, ζώντας σε έναν δικό της κόσμο, ειρηνιστικό, καντιανό, ευημερίας, κανόνων και συναινέσεων. Η Αμερική έχοντας την ευθύνη διατήρησης της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης πραγμάτων, θα ζούσε στον χομπσιανό κόσμο της πολεμικής ισχύος και του σκληρού ανταγωνισμού. Την ίδια εποχή, άλλοι μελετητές ήταν πιο επιφυλακτικοί ή ευθέως κριτικοί. Ο συντηρητικός ιστορικός Νάιαλ Φέργκιουσον αποκαλούσε την Αμερική «αδρανή Κολοσσό» και ο σοσιαλδημοκράτης Μάικλ Μαν «ασυνάρτητη Αυτοκρατορία». Πράγματι, γρήγορα φάνηκε ότι τα πράγματα ήταν πιο περίπλοκα. Η Αμερική δεν είχε την ισχύ που προσωρινά έμοιαζε να έχει ως μοναδική υπερδύναμη, η κοινή της γνώμη δεν άντεχε το οικονομικό και ανθρώπινο κόστος παρατεταμένων στρατιωτικών επεμβάσεων, και ακόμα λιγότερο το κόστος της «ανασυγκρότησης» χωρών και κρατών. Ετσι, λίγα χρόνια αργότερα, η Αμερική με τον Τραμπ επέλεξε τον απομονωτισμό, τις ad hoc επεμβάσεις και τη ρήξη με την Ευρώπη. Ηταν όμως μια ανεδαφική και μυωπική απάντηση που δεν μπορούσε να κρατήσει στον χρόνο. Γιατί το πρόβλημα της Αμερικής δεν ήταν πώς θα απομονωθεί από τον κόσμο αμυνόμενη, αλλά πώς θα ανανεώσει τον βαρύνοντα ρόλο της στη νέα εποχή, ως «απαραίτητη αλλά όχι πλέον ηγεμονική δύναμη». Πώς θα προσαρμοστεί στην πραγματικότητα ενός πολυκεντρικού κόσμου, και μάλιστα όχι μόνο «μεγάλων δυνάμεων», αλλά και διάχυτων κέντρων μικρότερης ισχύος με επιρροή όμως στα πράγματα.

Αυτή είναι μια συζήτηση, που αφορά όλον τον «δυτικό κόσμο», και όλες τις δημοκρατικές χώρες στον πλανήτη. Την έφερε ξανά με έμφαση η εξέλιξη στο Αφγανιστάν. Ακούγονται σχετικά δύο επιγραμματικές αποφάνσεις. Η πρώτη διαπιστώνει ότι «η Δύση παρακμάζει», φράση που επανέρχεται περιοδικά εδώ και έναν τουλάχιστον αιώνα. Αλλο όμως μείωση του βάρους ή της ηγεμονικής θέσης, και άλλο παρακμή, γιατί μια τέτοια διάγνωση υποτιμά την ικανότητα ανασύνταξης της «Δύσης». Πράγματι, ο δυτικός πολιτισμός έχει δείξει ικανότητα αυτοκριτικής, αναστοχασμού και ανανέωσης μεγαλύτερη από άλλους πολιτισμούς που διεκδικούν τον δικό τους βαρύνοντα ρόλο στον κόσμο. Σήμερα αυτές οι ιδιότητες είναι πολύτιμες και απαραίτητες όχι μόνο για τη «Δύση», αλλά για όλο τον κόσμο της πυκνής αλληλεξάρτησης και της αλληλεπίδρασης των πολιτισμών.

Η ανασύνταξη της «Δύσης», αν επιτευχθεί και πάλι, θα έχει στο επίκεντρο την ανανέωση της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας, τόσο στη διεθνή της αίγλη όσο και στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών, καθόσον οι δύο διαστάσεις αλληλοενισχύονται. Γιʼ αυτό η δεύτερη απόφανση που ακούμε ότι «η Δημοκρατία δεν εξάγεται και δεν επιβάλλεται» θα πρέπει τουλάχιστον να σχετικοποιηθεί. Η Δημοκρατία σε μία «δύσκολη» χώρα μπορεί να διευκολυνθεί από το κατάλληλο διεθνές περιβάλλον. Αλλά και στις ίδιες τις δυτικές κοινωνίες η Δημοκρατία θα ανανεωθεί ευκολότερα σε ένα διεθνές πλαίσιο συνεργατικής διαχείρισης της παγκοσμιοποίησης. Αντιθέτως, ένας νέος ψυχρός πόλεμος και μια στρατιωτικοποίηση των διεθνών σχέσεων θα υποσκάψει ακόμα περισσότερο τη φιλελεύθερη δημοκρατία στις δυτικές κοινωνίες. Το διαπιστώσαμε ήδη με την άνοδο της Ακροδεξιάς και των ποικίλων λαϊκισμών, αρχής γενομένης από τις ΗΠΑ που βιώνουν μια υπαρξιακή σχεδόν υποβάθμιση της δημοκρατικής τους ζωής.

Το κρίσιμο λοιπόν ερώτημα μετά την ήττα των ΗΠΑ και της Δύσης στο Αφγανιστάν, είναι πώς θα ανασυνταχθεί ο «δυτικός κόσμος» εσωτερικά και με ποια στρατηγική προοπτική στο διεθνές επίπεδο, στο οποίο έτσι κι αλλιώς εξακολουθεί να πρωταγωνιστεί. Η «επιστροφή» της Αμερικής που διακήρυξε ο Μπάιντεν αποκτά ακόμα κρισιμότερη σημασία. Θα σημάνει επιλογή υπέρ της πολυμερούς συνεργασίας; Αποκατάσταση του δεσμού με την Ευρώπη; Θα ανταγωνιστεί τους νέους αυταρχισμούς χωρίς να καταφύγει σε έναν νέο Ψυχρό Πόλεμο; Τελικά, θα μπορέσει ο «δυτικός κόσμος» να θέσει τις πολιτισμικές και αξιακές παρακαταθήκες της ελευθερίας, της αυτονομίας, της ισότητας και της δημοκρατίας στον στίβο μιας πολυμερούς διακυβέρνησης της παγκοσμιοποίησης; Αυτά τα ερωτήματα γίνονται ακόμα πιο κρίσιμα μετά την ήττα στο Αφγανιστάν.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι