Τα μεγάλα μεγέθη

Παύλος Τσίμας, Τα Νέα, 04/09/2021

Έτσι καθώς πλέουμε, από το πρωί της Πέμπτης, στον ωκεανό του Μίκη, με τη μουσική του στο ραδιόφωνο και τις αφηγήσεις της ζωής του - των πολλών ζωών που έζησε - στις εφημερίδες και τις τηλεοράσεις, καθένας έχει κάτι να θυμηθεί από τη συνάντηση μαζί του. Γιατί όλοι, κάποια στιγμή, συναντηθήκαμε - με τη μουσική του, με τον ίσκιο του, με τον μύθο του, οι πιο τυχεροί με τον ίδιον. Μα εγώ σκάλωσα σε μιαν ανάμνηση κάποιου άλλου. Την κατέγραψε πριν χρόνια ο Λεωνίδας Κύρκος, στο βιβλίο του «Στιγμές». Ισως επειδή κι αυτόν τον θυμηθήκαμε αυτές τις ημέρες, στην επέτειο του θανάτου του.

Ηταν μέρες χούντας, στο παράρτημα των φυλακών Αβέρωφ, παραμονή πρωτοχρονιάς. Οι κρατούμενοι είχαν ζητήσει να περάσουν την ημέρα όλοι μαζί, να μην κλειστούν στα κελιά. Η αίθουσα του αναρρωτηρίου είχε γίνει ένας πελώριος κοιτώνας με τα σιδερένια κρεβάτια κάθετα στον τοίχο, το ένα δίπλα στο άλλο. Το πρωί, στο επισκεπτήριο, του Μίκη του είχαν φέρει έναν τόμο με ποιήματα του Σεφέρη. Ολη μέρα την είχε περάσει αμίλητος, αμέτοχος στις συζητήσεις. Διάβαζε και ξαναδιάβαζε ένα ποίημα. Κι όταν τα φώτα έβησαν κι όλοι κοιμήθηκαν, ο Μίκης άναψε δυο κεριά στο πρεβάζι του παραθύρου, άπλωσε εκεί τα χαρτιά του, έκανε μια δυο βόλτες στο μακρύ δωμάτιο κι ύστερα άρχισε να γράφει.

«Εγραφε ασταμάτητα», αφηγείται ο Λεωνίδας. «Τα χαρακτηριστικά του είχαν αλλοιωθεί. Κατάλαβα ότι τον είχε καβαλήσει ο δαίμονας της δημιουργίας. Δεν τόλμησα να τον διακόψω. Παρακολουθούσα άφωνος και συγκινημένος αυτό τον καλπασμό έμπνευσης και προσπαθούσα να φωτογραφίσω στη μνήμη μου κάθε στιγμή εκείνης της εξαίσιας στιγμής». Ο Κύρκος είχε παρακολουθήσει εκείνη τη νύχτα, ως αυτόπτης μάρτυρας, τη γέννηση ενός αριστουργήματος. Επιφάνια-Αβέρωφ. «Κράτησα τη ζωή μου / ταξιδεύοντας ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής». Την άλλη μέρα, ο Μίκης το τραγούδησε στους συγκρατουμένους του και τους δίδαξε να το πουν όλοι μαζί, σαν χωρωδία.

Σκέφτομαι, λοιπόν, πως ίσως αυτό να είναι το μυστικό της σχέσης μας, τόσες γενιές, η μία μετά την άλλη, με τον Μίκη. Πως επειδή η μεγαλοφυία του δημιουργούσε έτσι, σε κοινή θέα, όχι κατά μόνας, μόνος βέβαια ως δημιουργός, αλλά στον ίδιο θάλαμο μʼ εμάς, στο διπλανό κρεβάτι, στην ίδια, κοινή περιπέτεια μέτοχος, ίσως επειδή μας άφησε να γίνουμε μάρτυρες στο μεγάλο μυστήριο της δημιουργίας της, ίσως γιʼ αυτό η μουσική του μας συγκινεί τόσο. Ισως γιʼ αυτό και ο ίδιος μας φαίνεται τεράστιος μα και οικείος, ένας γίγαντας που χωρά στη μικρή ζωή του καθενός.

Η μουσική έχει βέβαια μια δύναμη που υπερβαίνει την εποχή της ή τον δημιουργό της. Δεν χρειάζεται να ξέρεις, για παράδειγμα, ότι η 7η συμφωνία του Σοστακόβιτς, η συμφωνία του Λένινγκραντ, γράφτηκε και πρωτοπαρουσιάστηκε σε μια πολιορκημένη και λιμοκτονούσα πόλη, για να νιώσεις συγκίνηση ακούγοντάς την. Δεν χρειάζεται να έχεις ζήσει ή να έχεις μάθει για τη λάμψη, το πανίσχυρο φως και τα πάθη της σύντομης ελληνικής δεκαετίας του ʼ60, για να αγαπήσεις τα έργα που έγιναν το σάουντρακ αυτής της μικρής δεκαετίας στους αιώνες - τον Επιτάφιο, το Αξιον Εστί, τη Ρωμιοσύνη. Μα ειδικά στην περίπτωση του Μίκη, η μορφή του και η θυελλώδης παρουσία στη δημόσια ζωή επτά δεκαετιών θα είναι, νομίζω, πάντα αξεδιάλυτα δεμένη με τη μουσική του. Θα την αναγνωρίζουν, πιστεύω, και εκείνοι που θα γεννηθούν μετά τον θάνατό του.

Ενας φίλος μουσικός, που παίζει συχνά σε ιδρύματα φροντίδας υπερηλίκων, μου έχει διηγηθεί πόσο τον εντυπωσιάζει που, άνθρωποι με άνοια, που ξεχνούν το όνομά τους ή δεν αναγνωρίζουν τα πρόσωπα των παιδιών τους, θυμούνται τέλεια τους στίχους των τραγουδιών που αγάπησαν και τα τραγουδούν με πάθος, σαν να βγαίνουν ξαφνικά, μόλις τα ακούσουν, από τον λήθαργό τους. Κάπως έτσι κι εμείς. Ακούγοντας τη μουσική του Μίκη, ακόμη κι αν όλα τα έχουμε ξεχάσει, θα θυμόμαστε τα τραγούδια και, μαζί τους, κάτι από την εποχή που υπήρξε η εποχή της Μεγάλης Περιπέτειας (κάποιοι θα πουν της Μεγάλης Αυταπάτης ή της Μεγάλης Ουτοπίας), τέκνο της οποίας ήταν ο Μίκης, έτσι που είναι αδύνατον να ξεχωρίσει από αυτήν.

Αλλωστε δεν είναι μόνον ότι εκείνος έδωσε ήχο στην εποχή, έκανε τα τραγούδια του υπότιλους για να διαβάζουν κι όσοι δεν μπορούν να ακούσουν. Είναι κι ότι αυτή η εποχή δεν θα ήταν ίδια χωρίς εκείνον. Η σημαδιακή ελληνική δεκαετία του ʼ60 δεν θα ήταν ίδια χωρίς τον Μίκη και τη συνάντησή του με τους μεγάλους μύθους, τον Ελύτη, τον Σεφέρη, τον Ρίτσο, τον Μάνο, τον Τσιτσάνη. Και η ελληνική δημοκρατία, όπως τη γέννησε η μεταπολίτευση του 1974, δεν θα ήταν ίδια, χωρίς τα τραγούδια που τη συνόδευσαν στη γέννησή της, απόλυτα συνδεδεμένα με τη δράση του, ως ηγέτη των προδικτατορικών Λαμπράκηδων και οικουμενική φωνή αντίστασης στα χρόνια της δικτατορίας. Ούτε εμείς θα ήμασταν ίδιοι, αν κάποια στιγμή δεν είχε συναντηθεί ο καθένας μας μαζί του. Με τη μουσική, με τον ίσκιο του, με τον μύθο του.

Ο ίδιος έγραψε πως, όταν έρχεται η ώρα του τελικού απολογισμού, «σβήνουν οι λεπτομέρειες, μένουν τα Μεγάλα Μεγέθη». Από την περασμένη Πέμπτη, ο θάνατός του είναι, νομίζω, σαν να μας υποχρεώνει όλους να κάνουμε, για λίγο έστω, έναν απολογισμό. Να αναμετρηθούμε με τα μεγάλα μεγέθη.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι