Τοτέμ και ταμπού: κράτος και δημόσια διοίκηση στη μεταμνημονιακή Ελλάδα

Γιώργος Πετρόπουλος, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 12/11/2021

Η συγκρότηση του λεγόμενου επιτελικού κράτους υπήρξε ένα από τα πρώτα νομοθετήματα της κυβέρνησης της Ν.Δ., με το οποίο εισήγαγε μια μείζονα «μεταρρύθμιση» που υποτίθεται θα επίλυε με μαγικό και «άριστο» τρόπο τις χρόνιες παθογένειες του ελληνικού κράτους και της δημόσιας διοίκησης. Δύο χρόνια μετά αυτό που ξεκίνησε ως το λατρευτικό τοτέμ της νεοφιλελεύθερης κυβέρνησης Μητσοτάκη κατέληξε να περιφέρεται ως αποτρόπαιο ξόανο πότε στις φυσικές καταστροφές και πότε στην αποτυχημένη διαχείριση της πανδημίας, καταλήγοντας πια συνώνυμο της αναποτελεσματικότητας, της προχειρότητας, του ανερμάτιστου.

Ομως η παραπάνω παραδοχή, ενώ αποδίδει ορθά την κατάσταση σε όλα τα «μέτωπα» που κλήθηκε να διαχειριστεί η κυβέρνηση, ενσωματώνει υπόρρητα την πεποίθηση πως το «επιτελικό κράτος» αποσκοπούσε να επιλύσει λειτουργικά προβλήματα της δημόσιας διοίκησης και απλώς απέτυχε.

Στη πραγματικότητα η αφετηριακή (και έχει και αυτό τη σημασία του) αντιμεταρρύθμιση της Ν.Δ. κατανοούσε το κράτος ως μηχανισμό αναδιανομής πλούτου, ιδεολογικής επιβολής και νόμιμης βίας, στις καταγωγικές αρχές του δηλαδή, και όχι με τις αφέλειες που συνοδεύουν αναλύσεις, ενίοτε και της Αριστεράς, για τις λειτουργίες του κράτους στη σύγχρονη εποχή.

Παρατηρώντας το «επιτελικό κράτος» υπό αυτή την οπτική θα διαπιστώσουμε πως όχι μόνο δεν απέτυχε, αλλά συνεχίζει με ενάργεια και ολοκληρωμένο σχέδιο την εμπλοκή του στην αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου προς όφελος των παρασιτικών ελίτ, στις παρεμβάσεις σε Υγεία και Εκπαίδευση, στις ιδιωτικοποιήσεις δομών και λειτουργιών, τον αυταρχισμό και την καταστολή.

Υπάρχει όμως και μια άλλη, περισσότερο επιτελεστική, αξίωση του «επιτελικού κράτους». Η υπερσυγκέντρωση δομών και λειτουργιών γύρω από τον πρωθυπουργό και ενός επιτελείου υποτιθέμενων «αρίστων» προβάλλει μια πολιτική και ίσως πολιτειακή φαντασίωση ή φιλοδοξία του πρωθυπουργικού περιβάλλοντος, την οποία καλείται να εμπεδώσει ως λειτουργική και αποτελεσματική η κοινωνία. Ο νεοφιλελευθερισμός άλλωστε δεν χρειάζεται τη δημοκρατία, αλλά τη μετάπτωσή της σε μια ιδιωτική «τεχνοκρατική αριστοκρατία».

Η επαναθεμελίωση του κράτους και της δημόσιας διοίκησης σε προοδευτική κατεύθυνση, προς όφελος της κοινωνίας δηλαδή, έχει ως απαραίτητη προϋπόθεση την κατάργηση της αντιμεταρρύθμισης του «επιτελικού κράτους». Την αποκέντρωση δομών και λειτουργιών και την ενθάρρυνση της πρωτοβουλίας, τον κοινωνικό και πολιτικό, αλλά όχι κομματικό, έλεγχο, τη διαφάνεια και τη λογοδοσία. Προϋποθέτει ακόμα τον εκδημοκρατισμό της δημόσιας εκπαίδευσης και το τέλος του αυταρχικού νομοθετικού πλαισίου που γύρισε το εκπαιδευτικό σύστημα στη δεκαετία του ’50.

Είναι όμως επίσης επιβεβλημένη μια βαθιά και τολμηρή αναδιανεμητική πολιτική που θα παρέμβει αποτελεσματικά στον χρόνο εργασίας, τις εργασιακές σχέσεις, το ύψος των μισθών και την ανταποδοτικότητα των δομών του κοινωνικού κράτους και σε αυτή τη κατεύθυνση το Δημόσιο μπορεί να παίξει καταλυτικό ρόλο.

Χρειάζεται όμως να ανοίξει συζήτηση για ζητήματα που από την επιβολή των μνημονίων και μετά αποτελούν ταμπού για τον δημόσιο διάλογο και απουσιάζουν από τις εξαγγελίες των περισσότερων πολιτικών κομμάτων. Αναφέρομαι στη μείωση του εργάσιμου χρόνου, τη μετατροπή των επισφαλών σχέσεων σε μόνιμες, την αύξηση των μισθών στο Δημόσιο και πρακτικά τη μεταβολή του ως παραδειγματικού εργασιακού τόπου, πιέζοντας με αυτό τον τρόπο σε θετική κατεύθυνση για τους εργαζόμενους, τις εργασιακές σχέσεις και το επίπεδο των μισθών και στον ιδιωτικό τομέα.

Αυτή τη στιγμή σχεδόν το 1/3 των μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο (εξαιρουμένων των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας) είναι εργαζόμενοι με διάφορες προσωρινές και επισφαλείς εργασιακές σχέσεις εργασίας, ενίοτε με λειψά, μισθολογικά, ασφαλιστικά και συνδικαλιστικά δικαιώματα. Ταυτόχρονα οι μισθοί στο Δημόσιο μετά την κατά 30% μεσοσταθμική μείωση τους το 2011 παραμένουν καθηλωμένοι όλη τη δεκαετία που μας πέρασε, κατατάσσοντας τους Ελληνες δημοσίους υπαλλήλους σε μία από τις τελευταίες θέσεις από πλευράς αγοραστικής δύναμης στην Ευρώπη (1). Μετά βέβαια τις συνεχόμενες αυξήσεις σε ενέργεια, τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης και την προκλητική αδιαφορία της κυβέρνησης για το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων στο Δημόσιο μάλλον θα κατρακυλήσουν στη τελευταία θέση.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι