Ουκρανία, Ελλάδα και Αριστερά

Νικόλας Βουλέλης, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 26/06/2022

Συμπληρώνονται σε λίγες μέρες τέσσερις μήνες από την εισβολή ρωσικών στρατευμάτων στην Ουκρανία. Είναι η πρώτη μεγάλη εισβολή και κατάληψη εδαφών ξένης χώρας στην Ευρώπη από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μικρότερης κλίμακας ήταν η εισβολή της Τουρκίας το 1974 στην Κύπρο, αλλά με μεγαλύτερη κατοχή εδαφών, η οποία συνεχίζεται ακόμη. Η εισβολή στην Ουκρανία, με την οποία παραβιάστηκε κάθε αρχή του Διεθνούς Δικαίου, έχει τα χαρακτηριστικά βάρβαρου κατακτητικού πολέμου με ανελέητους βομβαρδισμούς, αμέτρητα εγκλήματα πολέμου και θύματα χιλιάδες αμάχους. Είναι ο πόλεμος του Πούτιν ενάντια σε μια ανεξάρτητη χώρα, η οποία αμύνεται και ο λαός της αντιστέκεται.

Η εισβολή είναι καταδικαστέα από κάθε άποψη, χωρίς καμιά επιφύλαξη, χωρίς καμιά δικαιολογία. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν υπάρχουν ενδοιασμοί, αστερίσκοι ή συμψηφισμοί. Οπως δεν είχαμε ενδοιασμούς όταν η Κύπρος αντιμετώπισε την εισβολή, όταν οι Παλαιστίνιοι αντιμετώπιζαν και αντιμετωπίζουν τους κατακτητές της γης τους, όταν οι Βιετναμέζοι και άλλοι λαοί αντιμετώπιζαν εισβολείς και κατακτητές. Η καταδίκη οποιουδήποτε εισβολέα και κατακτητή είναι ανεπιφύλακτη, όπως και η αλληλεγγύη μας σε όποιον λαό αμύνεται και αντιστέκεται. Η ανάλυση των συγκεκριμένων συνθηκών κάθε σύγκρουσης και η συνεκτίμηση όλων των δεδομένων είναι απαραίτητες για τη σαφή γνώση των εξελίξεων. Αλλά όταν πρόκειται για αρχές και αξίες δεν χωρούν μισόλογα, ούτε υπεκφυγές.

Ευτυχώς στην Ελλάδα η καταδίκη της εισβολής στην Ουκρανία υπήρξε ομόφωνη από τα κοινοβουλευτικά δημοκρατικά κόμματα και από κόμματα και οργανώσεις της ευρύτερης Αριστεράς. Δυστυχώς όμως και αυτός ο πόλεμος ανέδειξε τις παθογένειες που υπάρχουν στην Αριστερά. Εμφανίστηκαν ξανά τα εξαρτημένα αντανακλαστικά με τα οποία υποδεικνύονται πάντα οι «σωστοί ένοχοι» και υιοθετείται η λογική στρατοπέδου που επιτάσσει ενάντια σε ποιον πρέπει να είμαστε, ανεξάρτητα από τις πραγματικές συνθήκες.

Προσέγγιση της εισβολής

Μολονότι η παγκόσμια κατάσταση έχει αλλάξει ριζικά, αρκετοί εξακολουθούν να χρησιμοποιούν μηχανιστικά τα στερεότυπα της αντιπαράθεσης των δύο συνασπισμών, της καπιταλιστικής Δύσης και της «σοσιαλιστικής» Ανατολής. Ενώ δεν υπάρχουν πλέον ούτε καν τα καθεστώτα του «υπαρκτού σοσιαλισμού», σπεύδουν να υποστηρίξουν τον πόλεμο του Πούτιν, δηλαδή έναν καθαρά ιμπεριαλιστικό πόλεμο που βασίζεται στο αμείλικτο «δίκαιο» του ισχυρότερου και τον διεξάγει ένας καθεστώς που δεν διαφέρει σε τίποτε ιδεολογικά ή πολιτικά από άλλα αυταρχικά καθεστώτα.

Επαναλαμβάνεται λοιπόν μονότονα από ορισμένους ένας τυποποιημένος τρόπος προσέγγισης του πολέμου. Μετά από μια σύντομη, τελετουργική αποδοκιμασία της εισβολής, ακολουθεί μια μακροσκελής απαρίθμηση των δεινών που έχουν επισωρεύσει στην ανθρωπότητα ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και Δύση. Απαρίθμηση σωστή βέβαια, η οποία θα μπορούσε να είχε γίνει, η ίδια, πριν από ένα, δύο ή δέκα χρόνια... Ή εκφωνούνται βαρύγδουπες αναλύσεις για την Ουκρανία που ήταν «επίγειος παράδεισος» μέχρι το 2014 ή για τους Ουκρανούς ολιγάρχες που αυτοί και μόνο ευθύνονται για τον πόλεμο. Ούτε λέξη όμως για εισβολή. Βλέπουν απλώς μια... ουκρανική κρίση! Ωστόσο εδώ δεν πρόκειται για τα αναρίθμητα εγκλήματα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, ούτε των ευρωπαϊκών αποικιοκρατικών κρατών, αλλά για τα εγκλήματα του σύγχρονου ρωσικού ιμπεριαλισμού που πηγάζει από τον επιθετικό και αναθεωρητικό εθνικισμό του καθεστώτος Πούτιν.

Είναι φανερή η αμηχανία αρκετών, με διαφορετικές αριστερές καταβολές, που καλούνται να τοποθετηθούν για την Ουκρανία. Νομίζουν ότι όσο πιο αντιαμερικανοί και αντινατοϊκοί εμφανιστούν, τόσο περισσότερο θα είναι στη «σωστή πλευρά». Ομως μπροστά σε μια ωμή, άδικη και βάναυση εισβολή, μπροστά στην καταστροφή μιας ολόκληρης χώρας και τις παγκόσμιες συνέπειες του πολέμου, σε τι διαφέρει άραγε ο επιτιθέμενος από τους άλλους διαχρονικούς εισβολείς και κατακτητές; Πώς μπορούν να πιστεύουν ακόμη κάποιοι ότι το καθεστώς Πούτιν έχει σχέση με τη «μεγάλη σοβιετική πατρίδα» ή ότι είναι εναλλακτική λύση απέναντι στην «κακή Δύση»; Ή μήπως φαντασιώνονται ότι συμμετέχουν νοερά σε νέες εποποιίες Μπολσεβίκων επειδή ο ρωσικός στρατός έχει ακόμη στις σημαίες του το σφυροδρέπανο;

Ο από μηχανής θεός

Κάποιοι άλλοι ψάχνουν να βρουν τον «από μηχανής θεό» για να πει ενδεχομένως αυτά που οι ίδιοι δεν τολμούν να πουν. Εμφανίστηκε λοιπόν ο Κίσινγκερ -διαδικτυακά- στο Νταβός και, λένε ότι, είπε πως η Ουκρανία πρέπει να παραχωρήσει εδάφη στη Ρωσία για να σταματήσει ο πόλεμος. Και βιάστηκαν να εγκωμιάσουν τον Κίσινγκερ και την πρότασή του ως φωνή λογικής και ρεαλισμού που διχάζει τους Δυτικούς. Ομως η λογική και ο ρεαλισμός του Κίσινγκερ αφορά αποκλειστικά και μόνο το τι ωφελεί την αμερικανική υπερδύναμη, όχι την ειρήνη και βέβαια όχι τον ουκρανικό λαό.

Ο κυνικός και πραγματιστής Κίσινγκερ δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ στη ζωή του για κανένα λαό, ούτε καν για τον αμερικανικό. Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να προστατέψει τα συμφέροντα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Βλέπει λοιπόν -και πολύ σωστά- ότι η παράταση του πολέμου δημιουργεί κινδύνους και τρέμει μήπως διευρυνθεί η σύγκρουση και εμπλακούν οι ΗΠΑ άμεσα σε αναμέτρηση με τη Ρωσία. Γι’ αυτό συμβουλεύει επίσης την αμερικανική ηγεσία να μην ωθήσει τη Ρωσία σε σταθερή συμμαχία με την Κίνα και να μετριάσει την ανταγωνιστική σχέση της με το Πεκίνο γιατί μια σύγκρουση θα ήταν καταστροφή για την ανθρωπότητα.

Ο Κίσινγκερ είναι αιωνίως συνεπής σε αυτές τις απόψεις. Την αδίστακτη λογική του τη βιώσαμε όταν η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο το 1974 και εκείνος πάλευε να εξασφαλίσει ότι δεν θα γίνει ελληνοτουρκικός πόλεμος, δηλαδή να μην αντισταθεί κανείς στην τουρκική εισβολή και κατοχή. Ενώ φρόντιζε να εμπλακούν όλοι σε διαπραγματεύσεις και κυρίως να μη διαταραχθεί η ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή και να μην αναμιχθεί η Σοβιετική Ενωση στο ζήτημα. Γιατί, λοιπόν, τα εγκώμια;

Οι πιθανότητες άμεσου τερματισμού της αιματοχυσίας είναι για την ώρα ανύπαρκτες. Ο πόλεμος δεν προσφέρει διέξοδο, γι’ αυτό εντείνονται οι παρασκηνιακές επαφές, ώστε οι ισχυροί να βρουν τρόπο να διαφυλάξουν τα ύψιστα συμφέροντά τους και στην ανάγκη να θυσιάσουν και κάποιους μικρούς, όπως συνήθως γίνεται. Αυτός ο πόλεμος ανατρέπει δεδομένα και διαλύει βεβαιότητες και αυταπάτες για διεθνείς ισορροπίες.

Οι εφιάλτες γίνονται πραγματικότητα, ιδιαίτερα για την Ευρώπη, οι ηγεσίες της οποίας αποδεικνύονται κατώτερες των περιστάσεων. Η Ευρώπη έχασε μια μεγάλη ευκαιρία με την πτώση του Τείχους για να θεμελιώσει την ειρήνη από τον Ατλαντικό ώς τα Ουράλια. Γιατί οι πόλεμοι όταν ξεκινήσουν δεν σταματούν εύκολα. Χρειάζεται αγώνας ενάντια σε όσα και σε όσους τους προετοιμάζουν. Και η αλήθεια είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν απέτρεψε τον πόλεμο. Δεν εξασφάλισε την αυτονομία της, δεν θεμελίωσε μια αρχιτεκτονική ασφαλείας με σχέσεις συνεννόησης και συνεργασίες με τη Ρωσία, όταν της δόθηκε η ευκαιρία. Δεν ξέφυγε από την αμερικανική ηγεμονία. Τώρα υφίσταται τις οδυνηρές συνέπειες του πολέμου και της ανικανότητάς της να υπερβεί τα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα και τις υπερατλαντικές δεσμεύσεις της, να παρέμβει για να σταματήσει η αιματοχυσία.

Ο ρόλος της Αριστεράς

Γι’ αυτό επισημαίνουμε τον ρόλο της ευρύτερης, πληθυντικής Αριστεράς στη σημερινή ευρωπαϊκή και διεθνή συγκυρία. Ο διπολικός κόσμος έδωσε τη θέση του σε έναν ασταθή, ρευστό και μεταλλασσόμενο πολυπολικό κόσμο, όπου το Διεθνές Δίκαιο και οι παγιωμένες ισορροπίες απειλούνται ή ανατρέπονται. Η Αριστερά έπρεπε να είχε πρωτοστατήσει εξαρχής με θέσεις, προτάσεις και δράσεις προς κάθε κατεύθυνση για να σταματήσει ο πόλεμος. Είναι ανάγκη τώρα να ξεπεράσει τις αγκυλώσεις της και να αρθρώσει καίριο και θαρραλέο λόγο, τον ξεχωριστό λόγο της, που να απαντά στις σύγχρονες προκλήσεις.

Από τις ανατροπές του ‘89 χρειάστηκε αρκετά χρόνια για να ανακάμψει. Αν συνεχίσει να αντιμετωπίζει όσα συγκλονιστικά συμβαίνουν σήμερα με ξεπερασμένα εργαλεία και περίτεχνες διατυπώσεις που συγκαλύπτουν τις αδυναμίες της, θα χρειαστεί δεκαετίες για να συνέλθει. Γιατί τώρα καταπατούνται όλες οι αξίες και οι αρχές της. Τώρα πρέπει να προσφέρει ένα ελκυστικό όραμα για να κερδίσει τις καρδιές και τα μυαλά των ανθρώπων.

Σε αυτές τις κρίσιμες στιγμές για την ανθρωπότητα η αλληλεγγύη μας πρέπει να είναι ξεκάθαρη απέναντι στον ουκρανικό και τον ρωσικό λαό. Τα 42 εκατομμύρια των Ουκρανών που αντιστέκονται στην εισβολή δεν ταυτίζονται με μερικές χιλιάδες ακροδεξιούς ναζί, ντόπιους ή ξένους. Ακριβώς όπως και τα 142 εκατομμύρια των Ρώσων, που δεν τους ρώτησε κανείς για την εισβολή στην Ουκρανία, δεν ταυτίζονται με το καθεστώς Πούτιν. Η Ουκρανία μπορεί να βγει λαβωμένη βαριά, ακρωτηριασμένη από αυτόν τον πόλεμο. Η Αριστερά όμως πρέπει να μπορεί να κοιτά στα μάτια όλους τους λαούς που αντιστέκονται και να είναι υπερήφανη για τη στάση της.

Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία συνεχίζεται και ο πόλεμος δεν φαίνεται ότι θα τερματιστεί σύντομα. Αντίθετα μπορεί να επεκταθεί και σε άλλες περιοχές. Η παράταση του πολέμου αποσταθεροποιεί συνολικά την Ευρώπη και υπονομεύει τους παγκόσμιους συσχετισμούς των τελευταίων δεκαετιών. Προνομιακό πεδίο παρεμβάσεων αποτελούν όλα τα βαλκανικά κράτη με τις εύθραυστες ισορροπίες που διαμορφώθηκαν, ιδιαίτερα μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Είναι γνωστό ότι η Ρωσία υποκινεί τουλάχιστον την απόσχιση της «Σερβικής Δημοκρατίας» - μιας από τις δύο οντότητες της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και την προσάρτησή της στη Σερβία. Ενώ δεν αναγνωρίζει το Κόσοβο.

Αυτή η πιθανότητα να αναζωπυρωθούν στα Βαλκάνια οι συγκρούσεις που γνωρίσαμε πριν από τρεις δεκαετίες θυμίζει ξανά τις παθογένειες που μας ταλάνισαν τότε. Οι περισσότεροι θυμούνται μόνο τους ΝΑΤΟϊκούς βομβαρδισμούς του 1999, αλλά η τραγωδία στη Γιουγκοσλαβία ξεκίνησε πολλά χρόνια νωρίτερα με πρώτο υπεύθυνο τον μεγαλοσερβικό εθνικισμό, ακολουθούμενο από τον κροατικό, που αιματοκύλισαν τη χώρα τους για να τη μοιράσουν και να εξασφαλίσουν μεγαλύτερα μερίδια για τη νέα -μετά τον θάνατο του Τίτο- εποχή. Το καθεστώς του Μιλόσεβιτς, με όργανα τους εγκληματίες πολέμου Κάρατζιτς, Μλάντιτς κ.ά., διέπραξε αμέτρητες σφαγές στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, βομβάρδιζε επί τριάμισι χρόνια το ανοχύρωτο Σαράγεβο με χιλιάδες άμαχους νεκρούς, έσφαξε εν ψυχρώ στη Σρεμπρένιτσα 7.000 Βόσνιους και οργάνωσε την εθνοκάθαρση δεκάδων χιλιάδων Αλβανών στο Κόσοβο, πολύ πριν παρέμβει το ΝΑΤΟ για να διασφαλίσει τα δικά του συμφέροντα. Τότε, σχεδόν το σύνολο των ελληνικών πολιτικών δυνάμεων υποστήριζε τους σφαγείς Μιλόσεβιτς-Κάρατζιτς, γιατί ήταν τάχα «ορθόδοξοι αδελφοί».

Ανεξίτηλο όνειδος αποτελεί το ότι όλοι οι εκπρόσωποι των κοινοβουλευτικών κομμάτων -μαζί και της Αριστεράς- υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας τον εγκληματία Κάρατζιτς το 1993. Την τιμή της Αριστεράς έσωσαν μικρότερα κόμματα και εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις. Αλλά και η ελληνική δημοσιογραφία έγραψε μαύρες σελίδες τότε γιατί στην πλειονότητά της συγκάλυψε -με ελάχιστες εξαιρέσεις- τα εγκλήματα και τις σφαγές. Κάποιοι μετέδιδαν τάχα «από το βομβαρδισμένο Σαράγεβο», ενώ βρίσκονταν δίπλα στα κανόνια του Κάρατζιτς που βομβάρδιζαν το Σαράγεβο! Κάποιοι άλλοι εξυμνούσαν τους Ελληνες μισθοφόρους που συμμετείχαν στα εγκλήματα πολέμου.

Διδάγματα και ψευτοδιλήμματα

Η αναφορά στο παρελθόν είναι απαραίτητη γιατί και τότε οι δυνάμεις της Αριστεράς καλούνταν να διαλέξουν ανάμεσα στη βαρβαρότητα του ΝΑΤΟ και σε ένα άγριο σοβινιστικό και μισαλλόδοξο καθεστώς, που στηριζόταν στις σφαγές και στην εθνοκάθαρση. Ελάχιστες ήταν αυτές που αρνήθηκαν το ψευτοδίλημμα. Και τότε λειτούργησαν τα αντανακλαστικά αντιπαράθεσης Δύσης-Ανατολής, αλλά και οι αυταπάτες για υποτιθέμενους «ομόδοξους» συμμάχους ενάντια στον προαιώνιο εχθρό.

Αυτή η δογματική προσήλωση ακόμη και σήμερα σε μια μανιχαϊκή προσέγγιση του κόσμου είναι ο ασφαλέστερος τρόπος να μην καταλαβαίνει κανείς τι ακριβώς γίνεται στον κόσμο, αλλά και για να τον οδηγεί στην παραποίηση των ιστορικών δεδομένων και σε τερατώδεις ισχυρισμούς. Τα παραδείγματα, άπειρα. Από τους αφελείς που πιστεύουν ότι ο Πούτιν θα συντρίψει τον κακό καπιταλισμό και την κακούργα παγκοσμιοποίηση, μέχρι τους αθεράπευτους απολογητές των επεμβάσεων της Σοβιετικής Ενωσης, οι οποίοι ακόμη και σήμερα βαφτίζουν δημοφιλείς επαναστάσεις τα πραξικοπήματα που υποκινήθηκαν στο Αφγανιστάν και αποσιωπούν τη σοβιετική στρατιωτική επέμβαση εκεί που κράτησε δέκα χρόνια με 15.000 Σοβιετικούς στρατιώτες νεκρούς.

Ή ακόμη αυτούς τους πολύ αριστερούς, που έγιναν όχι μόνο υμνητές του Πούτιν αλλά και του Κύριλλου της Μόσχας, ο οποίος ευλόγησε την εισβολή στην Ουκρανία και κατακεραυνώνει καθημερινά τους... «διεφθαρμένους» Ουκρανούς και Δυτικούς. Το λυπηρό είναι ότι σε ορισμένους από αυτούς ανατέθηκαν κυβερνητικά καθήκοντα πριν από εφτά χρόνια. Μερικοί βρήκαν και τον πρωταίτιο. Οπως πριν από 30 χρόνια ο Πάπας ήταν υπεύθυνος για τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, τώρα υπεύθυνος για τον πόλεμο στην Ουκρανία είναι ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος...

Το τραγικό γι’ αυτούς είναι πως ο Πούτιν έχει φροντίσει να διακηρύξει επανειλημμένα ότι δεν έχει καμία σχέση με την Αριστερά, ούτε ακόμη περισσότερο με τη δημοκρατία. Οι όψιμοι υποστηρικτές του θα μπορούσαν να ανατρέξουν στις ομιλίες του για να διαπιστώσουν πόσες φορές παραθέτει αποσπάσματα από τον Ιβάν Ιλίιν, τον «πατριάρχη» του ρωσικού φασισμού. Ή ακόμη να διαβάσουν τον ακροδεξιό Αλεξάντερ Ντούγκιν που είναι σύμβουλος του Πούτιν και του προσφέρει επιχειρήματα για τον πόλεμο ενάντια στην «άβυσσο της παγκοσμιοποίησης» και στο «τέλος της Ιστορίας». Αυτόν τον «φιλόσοφο» προσπάθησαν κάποιοι να μεταφυτεύσουν και στην Ελλάδα πριν από λίγα χρόνια.

Το εθνικιστικό αφήγημα

Αυτή η τυποποιημένη πλέον προσέγγιση του πολέμου του Πούτιν στην Ουκρανία, με την κατ’ όνομα καταγγελία της ρωσικής εισβολής και ύστερα την αναλυτική εξιστόρηση των εγκλημάτων των ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και Δύσης από καταβολής κόσμου, έχει την εξήγησή της. Πρόκειται για συνέπεια της παραδοσιακής δογματικής προσέγγισης που διαμόρφωσε για δεκαετίες τον χώρο της Αριστεράς, πριν αναδειχθούν οι σύγχρονες εκδοχές της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς. Και αυτή ήταν η μόνη ολοκληρωμένη προσέγγιση που αμφισβητούσε τότε την καταθλιπτικά κυρίαρχη και βαθιά ριζωμένη εθνικιστική προσέγγιση που διαποτίζει διαχρονικά τον τρόπο σκέψης και άσκησης πολιτικής σχεδόν του συνόλου των πολιτικών δυνάμεων και εξίσου των μέσων ενημέρωσης στην Ελλάδα. Αυτή καθορίζει σε μέγιστο βαθμό και τη στάση των πολιτών για τα μεγάλα «εθνικά» ζητήματα ή τις διεθνείς εξελίξεις. Με κάποιες τιμητικές εξαιρέσεις βέβαια.

Αυτός ο εθνικισμός και συχνά σοβινισμός είναι το υπέδαφος πάνω στο οποίο «ανθίζουν» μερικά βασικά χαρακτηριστικά. Πρώτον, ένας αντιευρωπαϊσμός και αντιδυτικισμός. Η φράση «Κρειττότερον... φακιόλιον... Τούρκου ή καλύπτραν λατινικήν» του Λουκά Νοταρά πριν από αιώνες έχει αφήσει βαθιές ρίζες. Ο λαϊκισμός τού «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο...» και πρόσφατα τα μνημόνια τις ενίσχυσαν. Μετά, ένας ισοπεδωτικός αντιαμερικανισμός που ενισχύθηκε μετά τη δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967 και την εισβολή στην Κύπρο, ο οποίος αποδίδει στις ΗΠΑ οτιδήποτε δεν αρέσει ή δεν μπορεί να εξηγηθεί: από την εμφάνιση του ακραίου ισλαμισμού ώς την «αραβική άνοιξη». Ταυτόχρονα ένας υποτιθέμενος αντιιμπεριαλισμός ο οποίος εκφράζεται με την υποστήριξη αυταρχικών ή δικτατορικών καθεστώτων, φτάνει να καταγγέλλουν τις ΗΠΑ.

Στη συνέχεια ένας φιλορωσισμός που στηρίζεται ελάχιστα στην αίγλη της Ρωσίας από την εποχή του ‘21 και κυρίως στον μετέπειτα καθοριστικό ρόλο της ΕΣΣΔ στον αγώνα κατά του φασισμού. Σήμερα εκφράζεται κυρίως από την Ακροδεξιά ως αντανάκλαση αντιδυτικισμού και από όσους νομίζουν ακόμη ότι ο Πούτιν έχει σχέση με την ΕΣΣΔ ή από όσους λατρεύουν τον αυταρχισμό του. Οι παραδοσιακοί δεσμοί της Ορθοδοξίας πρέπει να εξαιρεθούν γιατί δεν συνιστούν από μόνοι τους υποστήριξη στον Πούτιν. Ακολουθεί ένας διάχυτος και συχνά κρυφός αντιεβραϊσμός και αντισημιτισμός, τον οποίο δεν πρέπει να συγχέουμε με τη σκληρή και δικαιολογημένη κριτική απέναντι στο Ισραήλ. Τέλος, ένας αντι-ισλαμισμός ή ισλαμοφοβία που συνδέεται άμεσα με τον ρατσισμό και την ξενοφοβία. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια πιστεύαμε ότι αυτά τα τελευταία χαρακτηριστικά ήταν αμελητέα. Μετά τη Χρυσή Αυγή και τα κύματα της προσφυγιάς δεν είναι πια.

Χωρίς στρατηγική

Αυτό το κυρίαρχο εθνικιστικό κατεστημένο, το οποίο αναπαράγεται με σταθερότητα, επικαλείται συνεχώς τα εθνικά ζητήματα, αλλά ποτέ δεν άνοιξε ουσιαστικό διάλογο γι’ αυτά, ποτέ δεν τόλμησε να τα θέσει στην κοινωνία στις πραγματικές τους διαστάσεις και γι’ αυτό η χώρα δεν αναζήτησε ποτέ τις δυνατότητες ειρηνικής επίλυσης με διάλογο και διαπραγμάτευση, χωρίς νικητές και ηττημένους για όλα τα ζητήματα, κυρίως τα ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό. Την καταθλιπτική παράδοση στην εξωτερική πολιτική έσπασε, βέβαια, η Συμφωνία των Πρεσπών. Ομως, μόνο αν υπάρξει μια ιδεολογική και πολιτική σύγκρουση με αυτό το κατεστημένο θα διαμορφωθεί μια πραγματική στρατηγική εξωτερικής πολιτικής. Ως τότε θα κυριαρχεί η εθνικιστική αφήγηση και θα ακολουθούν τα απαρχαιωμένα ψελλίσματα όσων δεν έχουν αποβάλει τη δογματική σκευή τους.

Η σημερινή κυβέρνηση ακολουθώντας την «πεπατημένη» της Δεξιάς δεν τόλμησε να απομακρυνθεί από όσα επιτάσσει αυστηρά αυτό το κατεστημένο. Ο πρωθυπουργός, χωρίς καμιά συγκροτημένη εθνική στρατηγική, διάλεξε να συμβιβαστεί απόλυτα με όσα αποφασίζουν ΗΠΑ και ΝΑΤΟ για όλα τα ζητήματα, ελπίζοντας ότι, αν χρειαστεί, θα στηρίξουν τη χώρα μας. Οι δικές μας ελπίδες είναι να μη χρειαστεί, γιατί τότε θα υποστούμε όλοι τις συνέπειες της διάψευσης των δικών του ελπίδων.

Οσο για την Αριστερά, όπως γράφαμε το προηγούμενο Σαββατοκύριακο, πρέπει να ξεπεράσει τις αγκυλώσεις, να παραμερίσει τα απολιθώματα που την εμποδίζουν να ορθοποδήσει και να απαντήσει με γνώση και θάρρος στις σύγχρονες προκλήσεις - η εισβολή στην Ουκρανία δεν είναι η μόνη. Οταν η Αριστερά, με όλες τις αποχρώσεις της, πλημμύριζε τους δρόμους των ευρωπαϊκών πόλεων διαδηλώνοντας ενάντια στους πυραύλους SS 20 και SS 30, αλλά και τους Πέρσινγκ και Κρουζ, κατάφερε να συμβάλει καθοριστικά στη διατήρηση της ειρήνης και στη διαδικασία του αφοπλισμού. Ετσι και τώρα ο αγώνας της είναι για ολόκληρη την Ευρώπη και τον κόσμο και η στάση της δεν μπορεί να είναι παθητική. Μπροστά στην ωμή βία, η Αριστερά δεν έμεινε ποτέ με το καταθλιπτικό σύμπλεγμα της ανημπόριας. Βγήκε στους δρόμους, είπε την αλήθεια, πάλεψε, συσπείρωσε τον κόσμο, ένωσε τις δυνάμεις της. Και νίκησε εισβολείς και κατακτητές.

Θέμα επικαιρότητας:
Ουκρανία

Σύνολο: 10 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι