Η Λιζ και ο Ανδρέας

Παύλος Τσίμας, Τα Νέα, 29/10/2022

Ο Τζον Μπέρκοου, επί μία δεκαετία Speaker, πρόεδρος της Βουλής των Κοινοτήτων, έχει μείνει αξέχαστος για τις πολύχρωμες γραβάτες και την χρωματιστή φωνή βαρύτονου, με την οποία προσπαθούσε να επιβάλει την τάξη στις πολύωρες και θορυβώδεις συνεδριάσεις των ημερών της κρίσης του Brexit. Θα άξιζε να τον θυμόμαστε και για μια αξιομνημόνευτη δήλωση με την οποία αποχαιρέτισε την Βουλή, όταν αποσύρθηκε από την πολιτική. Το Κοινοβούλιο, είχε πει, «είναι ένα υπέροχο μέρος, γεμάτο ανθρώπους που, στην συντριπτική πλειοψηφία τους, έχουν ως κίνητρο το κατά την αντίληψή τους εθνικό συμφέρον. Υποτιμώντας αυτό το Κοινοβούλιο βλάπτουμε τον εαυτό μας».

Υπέροχα αισιόδοξη δήλωση. Αλλά τότε πώς βρέθηκε, έστω και για 45 ημέρες μόνον, επικεφαλής του μεγαλύτερου και ιστορικότερου κόμματος εκείνης της Βουλής και πρωθυπουργός της χώρας ένα πρόσωπο τόσο κραυγαλέα ακατάλληλο για την δουλειά, όσο η Λιζ Τρας; Και -μολονότι δεν είμαι σίγουρος ότι ο Κώστας Τασούλας θα υιοθετούσε το εγκώμιο του Βρετανού συναδέλφου του για την δική μας Βουλή- πώς βρέθηκε παρ’ ημίν βουλευτής ένας τύπος ανθρώπου σαν τον πασίγνωστο πλέον Ανδρέα Πάτση; Και μάλιστα βουλευτής όχι κάποιου περιθωριακού κόμματος, από αυτά που γνωρίσαμε τα τελευταία χρόνια να στρατολογούν προχείρως κοινοβουλευτικό προσωπικό από το facebook και το twitter, αλλά ενός μεγάλου και ιστορικού κόμματος με «μητρώα στελεχών» και κομματικά φίλτρα στην επιλογή υποψηφίων;

Η Τρας και ο Πάτσης είναι, βέβαια, δύο εντελώς διαφορετικές, ασύμβατες μεταξύ τους, μη συγκρίσιμες περιπτώσεις. Άλλο πράγμα ένα κόμμα που υπέστη τον αυτοτραυματισμό του Brexit και παραδέρνει ξυλάρμενο στους ανέμους του λαϊκισμού, να κάνει λάθος επιλογή ηγέτη, να διαλέγει το λάθος πρόσωπο επειδή το σωστό είχε δέρμα πολύ σκούρο για τα γούστα του μικρού κλαμπ των μελών με δικαίωμα ψήφου. Κι άλλο πράγμα κάποιος, με γνωστή διαδρομή σε κακόφημες γειτονιές του ποδοσφαίρου των μικρών κατηγοριών και γνωστές επίσης επιδόσεις σε μια βαλκανιζατέρ επιχειρηματική δραστηριότητα, να επιλέγεται από την Ν.Δ. για μια μονοεδρική βεβαίας εκλογής. Κι είναι, προφανώς, άλλο πράγμα κάποια που φαντάστηκε τον εαυτό της -εντελώς παρ’ αξίαν- στο υψηλότερο αξίωμα, να τα κάνει μούσκεμα κατά την άσκησή του. Κι άλλο ένας «παράγοντας» που εκλέγεται βουλευτής να πολλαπλασιάζει την περιουσία του με offshore και άλλα νταραβέρια, ενώ ασκεί τα βουλευτικά του καθήκοντα. Ως προς το πολιτικό αποτέλεσμα, στην πρώτη περίπτωση η ζημιά είναι απείρως μεγαλύτερη. Ηθικά, η δεύτερη περίπτωση είναι δολοφονική.

Κι όμως, οι δύο περιπτώσεις έχουν κάτι κοινό. Επιβεβαιώνουν αυτήν την διάχυτη, καταγεγραμμένη σε δημοσκοπήσεις και συμπεριφορές, δυσπιστία απέναντι στους πολιτικούς, την πολιτική και τους θεσμούς της. Αυτήν την περιφρονητική αδιαφορία για αυτούς που «όλοι ίδιοι είναι», η οποία τροφοδοτεί την απολίτικη παθητικότητα ή την «αντί-πολιτική» κακεντρέχεια των αναρτήσεων. Και επαναφέρουν και οι δύο όλα εκείνα τα ερωτήματα που επαναλαμβάνονται ως κλισέ καιρό τώρα. Εμείς είμαστε που διαλέγουμε λάθος πρόσωπα να μας εκπροσωπούν; Ή η πολιτική, στον καιρό των social media, έχει γίνει πολύ άγριο σπορ για «κανονικούς ανθρώπους» και ελκύει μόνον εξωτικά πτηνά; Τι έχει αλλάξει; Πού χάθηκε εκείνη η μυθική, χρυσή εποχή όπου στην πολιτική «κατέβαιναν» αξιοπρεπείς και έντιμοι άνθρωποι, με μόνο κίνητρο την διάθεση προσφοράς;

Εννοείται, αυτή η χρυσή εποχή δεν υπήρξε ποτέ. Και η κατάσταση τώρα είναι λιγότερο δραματική απ’ όσο την διεκτραγωδούμε συνήθως. Τον Ιούλιο του 2020 είχε δημοσιευθεί μια μεγάλη έρευνα στο Πανεπιστήμιο του Σέφιλντ με τίτλο «Ποιος μπαίνει στην πολιτική και γιατί». Η έρευνα στηριζόταν σε ένα αναλυτικό ψυχολογικό προφίλ, μέσω συνεντεύξεων, 168 εν ενεργεία και πρώην βουλευτών, που κατέγραφε τα κίνητρα, τις αξίες και τις αντιλήψεις τους -την «ψυχολογία των πολιτικών». Και αντιπαρέθετε αυτά τα ευρήματα, στα δεδομένα μιας μεγαλύτερης έρευνας μεταξύ των ψηφοφόρων, για τις ιδιότητες που αποδίδουν στους πολιτικούς που ψηφίζουν και εκείνες που επιβραβεύουν με την ψήφο τους. Η έρευνα δίνει μια πιο πολύχρωμη εικόνα από την συνηθισμένη ασπρόμαυρη απλούστευση. Και το συμπέρασμά της είναι πως οι προσδοκίες των ψηφοφόρων και οι επιθυμίες των πολιτικών απέχουν λιγότερο απ’ ότι φανταζόμαστε. Και πως, βεβαίως, «οι πολιτικοί δεν αποτελούν ένα ομογενοποιημένο σύνολο είτε αγίων είτε αμαρτωλών».

Το πρόβλημα παραμένει ωστόσο. Η αξιοπιστία της πολιτικής κινείται χαμηλά, τόσο στην χώρα του ουίσκι όσο και στην χώρα της ρετσίνας -όπως τις τραγουδούσε κάποτε η Βέμπο. Και υποφέρει κάθε φορά που οι πολίτες στρέφουν το βλέμμα στην πολιτική βιτρίνα και βλέπουν μια Τρας ή έναν Πάτση. Η απομείωση της εμπιστοσύνης στην δημοκρατία, που καταγράφεται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, έχει βέβαια πολύ βαθύτερες και πολύ πιο δύσκολα αντιμετωπίσιμες αιτίες. Αλλά παίζει και η βιτρίνα τον ρόλο της. Τα φίλτρα ελέγχου της πολιτικής από ανεξάρτητους θεσμούς και τα μέσα της δημοσιότητας έχουν, όπως αποδεικνύεται από την υπόθεση Πάτση, χαλαρώσει υπερβολικά. Αλλά και τα φίλτρα αυτοπροστασίας της πολιτικής έχουν φαίνεται υπερβολικά χαλαρώσει. Τόσο, ώστε να είναι εύκολο πια κάποιος να διεκδικεί μια έδρα στην Βουλή για τον ίδιο λόγο και με το ίδιο κίνητρο που αγοράζει μια επαρχιακή ποδοσφαιρική ομάδα ή ένα τοπικό ραδιόφωνο: για να διευκολύνεται το νταραβέρι.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι