Η Ευρώπη, οι αγρότες και η Αριστερά.

Λεωνίδας Λουλούδης, Αυγή, 30/05/2004

Πριν από μερικές εβδομάδες προσκλήθηκα από μια ομάδα αγροτών του νομού Κορινθίας, οι οποίοι πρόσκεινται στον Συνασπισμό, να μιλήσω για την Κοινή Αγροτική Πολιτική και τις προοπτικές της ελληνικής γεωργίας. Στη συνάντηση, όπως σχεδόν πάντα συμβαίνει σε ανάλογες περιπτώσεις, παρευρίσκονταν και αρκετοί γεωπόνοι, οι περισσότεροι συμφοιτητές ή παλιοί φίλοι. Η πολύωρη και ζωηρή συζήτηση που ακολούθησε την ομιλία κατέληξε, όπως επίσης συμβαίνει συχνά, σε γενναιόδωρο τραπέζωμα σε παραθαλάσσια ταβέρνα. Όλα υπέροχα και καλά εκτός από ένα αίσθημα πικρίας που αποκομίζω συνεχώς τα τελευταία χρόνια από το μέγεθος της άγνοιας των άμεσα ενδιαφερομένων παραγωγών, καθώς και ορισμένων συναδέλφων γεωπόνων για τα τεκταινόμενα της αγροτικής πολιτικής, ειδικότερα την τελευταία δεκαετία. Τι συμβαίνει και, ακόμη και αυτοί, οι κατά τεκμήριο προοδευτικοί αγρότες ή συνάδελφοι δεν γνωρίζουν τίποτε ή πολύ λίγα πράγματα για πολιτικές, κανονισμούς, οδηγίες και κυρίως τις μακροπρόθεσμες στρατηγικές περί του μέλλοντος της ευρωπαϊκής και κατ’ επέκταση της ελληνικής γεωργίας; Το ερώτημα είναι βασανιστικό και απαιτεί κάποια απάντηση - ιδιαίτερα όταν οι προσκαλούντες και ο προσκεκλημένος ανήκουν στον ίδιο πολιτικό χώρο. Τι συμβαίνει λοιπόν;

Είναι αλήθεια ότι οι ραγδαίες εξελίξεις της αγροτικής πολιτικής σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο, από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 και ειδικότερα από τα μέσα της επόμενης δεκαετίας είναι δύσκολο να παρακολουθηθούν, πόσο μάλλον να κατανοηθούν εις βάθος, ακόμη και από τους ειδικούς επιστήμονες ή τους εντεταλμένους προς τούτο υπηρεσιακούς παράγοντες. Νέοι στόχοι, πρωτότυπα εργαλεία πολιτικής και καινοτόμες θεσμικές ρυθμίσεις αλλάζουν το πλαίσιο προστατευτισμού, εκσυγχρονισμού και ανάπτυξης της γεωργίας σε αλλεπάλληλα μεταρρυθμιστικά προγράμματα. Τις περισσότερες φορές καταργώντας ή τροποποιώντας ριζικά τα ισχύοντα, τα στερεότυπα και τα «κεκτημένα» από την καθιέρωση, το 1962, της πρώτης μεγάλης ενιαίας ευρωπαϊκής πολιτικής, της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΛΠ). Το αντιλαμβάνεσαι όταν ακούς τον αμήχανο και, προδήλως, τον αντιφατικό λόγο των εκάστοτε υπουργών γεωργίας, αρκετούς μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων τους. Και το πρόβλημα είναι εντονότερο στα μεσαία και κατώτερα κλιμάκια του πρόσφατα μετονομασθέντος (βεβαίως εξαιτίας αυτών των αλλαγών) Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.

Δεν είναι μόνο το ότι Υπουργείο δεν μπορεί να επιτελέσει τον κυβερνητικό ρόλο του ως επιτελικός φορέας χάραξης και αξιολόγησης της νέας αγροτικής πολιτικής ταυτόχρονα, η απροετοίμαστη ένταξη πρώην γεωπόνων γεωργικών εφαρμογών στις αιρετές νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις, τους έχει στερήσει και από αυτές τις λίγες δυνατότητες που είχαν στο παρελθόν να εφαρμόζουν προγράμματα και μέτρα εναρμονισμένα προς κάποια κεντρική αναπτυξιακή φιλοσοφία, έστω και αν η τελευταία δεν ήταν πάντοτε επιτυχής. Αν στα παραπάνω προστεθεί και η εικοσιπενταετής αποκλειστική απασχόλησή τους με τη χορήγηση των πάσης μορφής και περιεχομένου αγροτικών επιδοτήσεων τότε γίνεται πασιφανές γιατί οι φυσικοί μεταφορείς της γεωπονικής, γεωργοοικονομικής τεχνογνωσίας έχουν περιθωριοποιηθεί, αν δεν έχουν πλήρως εξουθενωθεί. Έχουν, με άλλα λόγια, χάσει το ενδιαφέρον τους για το επάγγελμά τους. Δεν λείπουν οι «ηρωικές», ευάριθμες όμως, εξαιρέσεις ενώ, ευτυχώς, οι γεωπόνοι του ιδιωτικού τομέα συνεχίζουν, με το αζημίωτο, την παράδοση του συμβούλου του αγρότη. Όμως, το κενό των γεωπόνων του δημοσίου είναι, για ευνόητους λόγους, δυσαναπλήρωτο. Ο κυριότερος εξ αυτών συνδέεται με το μικρό μέγεθος του αγροτικού κλήρου στην Ελλάδα, το οποίο δεν ενδιαφέρει ή ενδιαφέρει οριακά τους ιδιώτες γεωπόνους. Πολύ περισσότερο, όταν η σημερινή κατάσταση της ελληνικής γεωργίας απαιτεί όχι μόνο τις πάντοτε χρήσιμες, τεχνικές συμβουλές στο επίπεδο του αγροτικού νοικοκυριού, αλλά στρατηγικού χαρακτήρα οικονομοτεχνικές παρεμβάσεις σε επίπεδο περιφέρειας, νομού, κοινότητας. Όταν, δηλαδή, αυτό που ζητιέται κυρίως από τους αγρότες είναι ο αναπροσανατολισμός των στόχων της παραγωγής, της μεταποίησης και της εμπορίας, ώστε να συμβαδίζουν με τις κατευθύνσεις της νέας αγροτικής πολιτικής της Ένωσης. Για να γίνει αυτό πρέπει, πρώτον, οι παραγωγοί να κατανοήσουν τη βαθύτερη φιλοσοφία των αλλαγών του θεσμικού πλαισίου και των συνεπαγόμενων αναπτυξιακών κινήτρων και περιορισμών και, δεύτερον, να βοηθηθούν να προσαρμόσουν αναλόγως τις δραστηριότητές τους σε συλλογικό και ατομικό επίπεδο. Να ξαναγίνουν, δηλαδή, ό,τι ήταν μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1960: γεωπόνοι της γεωργικής πράξης και υποκινητές του αγροτικού εκσυγχρονισμού της περιφέρειας.

Τίποτε από όλα αυτά δεν συμβαίνει. Αντίθετα, στο κενό της οφειλόμενης-από τους αρμόδιους φορείς εκπαίδευσης και καθοδήγησης των αγροτών ανθεί η οχλοβοή ενός δήθεν ριζοσπαστικού αλλά πολιτικά άγονου, κατά τη γνώμη μου πάντα, διεκδικητισμού, που κλείνει πεισματικά αυτιά και μάτια στη διεθνή και ελληνική πραγματικότητα του αγροτικού τομέα. Κόμματα και επαγγελματίες εκπρόσωποι των συμφερόντων του αγροτικού κόσμου διαπρέπουν και υπερακοντίζουν ο ένας τον άλλον σε φιλοαγροτικό λαϊκισμό. Δυστυχώς ο Συνασπισμός δεν αποτελεί τη φωτεινή εξαίρεση, Χαρακτηριστικό παράδειγμα πολιτικού λόγου αυτού του τύπου είναι ένα τελευταίο άρθρο του Γιάννη Τόλιου υπό τον τίτλο «ΚΛΠ και μεσογειακά προϊόντα» (εφ- Η Αυγή, 4 και 5 Μαϊου2004). Επιλέγω αυτό το κείμενο γιατί υπογράφεται από ένα έμπειρο και καταρτισμένο μέλος της ΠΓ του Συνασπισμού, υπεύθυνο για θέματα αγροτικής πολιτικής και συνάμα εκπρόσωπο του Κοινωνικού Φόρουμ. Αφορμή του κειμένου είναι η πρόσφατη συμφωνία (21-22 Απριλίου 2004) για τα λεγόμενα «Μεσογειακά προϊόντα» στο έκτακτο συμβούλιο υπουργών γεωργίας στο Λουξεμβούργο. Θα περιορισθώ σε δύο βασικά σημεία που, παρά τις περί του αντιθέτου προθέσεις του συγγραφέα του, υπονομεύουν, από μόνα τους, κάθε απόπειρα σοβαρής αντιμετώπισης του σύγχρονου αγροτικού ζητήματος.

Πρώτον, ο όρος «Μεσογειακά προϊόντα», τον οποίο υιοθετεί ασχολίαστο ο Γ. Τόλιος, καθώς δεν αναφέρεται παρά σε τρία προϊόντα δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά προβλήματα, τις δυνατότητες και τις αδυναμίες της ελληνικής γεωργίας. Αν τα μεγάλα, από ετών επενδεδυμένα, οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα ορισμένων, γεωγραφικά εντοπισμένων (βαμβάκι), ομάδων καλλιεργητών, επαγγελματικών και συνεταιριστικών ενώσεων (βαμβάκι, λάδι), βιομηχάνων μεταποιητών και εξαγωγέων (βαμβάκι, λάδι, καπνός) συμπλέουν στην υπεράσπιση του ισχύοντος καθεστώτος προστασίας αυτών των προϊόντων (ως γνωστόν, απορροφούνται τρία τέταρτα των ευρωπαϊκών και εθνικών επιδοτήσεων), αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να δεχθούμε την αφοριστική τους λογική. Ότι, δηλαδή, τα «Μεσογειακά προϊόντα» είναι μόνον το λάδι, το βαμβάκι και ο καπνός. Όχι! Στα μεσογειακά προϊόντα συμπεριλαμβάνονται το αιγοπρόβειο κρέας και τυρί, τα σταφύλια και το κρασί, τα οπωροκηπευτικά και ό,τι, τελοσπάντων, παράγεται στην Ελλάδα με μικρότερη ή καθόλου επιδότηση. Συνεπώς, αν κάτι προέχει είναι η αναδιανομή (όχι η κατάργηση) των αγροτικών επιδοτήσεων, ώστε να υπάρξει μια περισσότερο ευσταθής οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά ισορροπία μεταξύ κλάδων, Π.χ. της φυτικής και της ζωικής παραγωγής, και μεταξύ γεωγραφικών ζωνών, Π.χ. των πεδινών και των ορεινών ή των αναπτυγμένων και μειονεκτικών περιοχών. Αυτό δεν μπορεί να γίνει όσο δεχόμαστε, άκριτα, τον σφετερισμό του όρου «Μεσογειακά προϊόντα» από το βαμβάκι, το λάδι, τον καπνό, τα οποία, υποτίθεται, έχουν μπει στο στόχαστρο της νέας ΚΑΠ, με συνέπεια την καταστροφή των ελλήνων αγροτών. Ό,τι θίγει η αναθεώρηση της ΚΑΠ, για τους δικούς της λόγους (δημοσιονομική σπατάλη, διαστρέβλωση διεθνούς εμπορίου, χρηματοδότηση της «διεύρυνσης», απελευθέρωση πόρων για την ανάπτυξη των Λιγότερο Ευνοημένων Περιοχών, ρύπανση του περιβάλλοντος, κακή ποιότητα, αδιάθετα αποθέματα κ.τ.λ.), είναι η μονομέρεια και η αδικία του μέχρι πρότινος ισχύοντος καθεστώτος προστασίας. Η Ελλάδα, από αυτή την ευρύτερη σκοπιά, έστω και μεσομακροπρόθεσμα, μόνο οφέλη μπορεί να έχει από την ανατροπή αυτού του οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά απαράδεκτου καθεστώτος. Το να υποστηρίζουμε, όταν μας συμφέρει (π.χ. στη διένεξη Βορρά και Νότου), ότι η ΚΑΠ είναι άδικη γιατί μοιράζει το 80% των επιδοτήσεων στο 20% των αγροτικών νοικοκυριών της Ένωσης και να στυλώνουμε τα πόδια κάθε φορά που επιχειρείται μια ανατροπή αυτής της αδικίας ούτε ιδιαίτερα σοβαρό είναι ούτε πολιτικά πειστικό.

Δεύτερον, αν κάποιος θέλει να ασκήσει εποικοδομητική κριτική στη συμφωνία του Λουξεμβούργου δεν μπορεί να απορρίπτει το ένα τρίτο και να αγνοεί τα υπόλοιπα δύο τρίτα του πακέτου του πολιτικού σκεπτικού της επιχειρούμενης μεταρρύθμισης. Ο Γ. Τόλιος απορρίπτει την «καρδιά της καρδιάς» της νέας ΚΑΠ, την πολιτική της «αποδέσμευσης» των ενισχύσεων από την παραγωγή και αγνοεί, σχεδόν πλήρως, τα νομιμοποιητικά υποστυλώματά της, τα «πρότυπα πολλαπλής συμμόρφωσης» και τη «δυναμική διαφοροποίηση». Κι αυτό γιατί η «αποδέσμευση»αποσκοπεί στη μείωση της εντατικοποίηση ς των υψηλά επιδοτούμενων παραγωγικών συστημάτων σε βάρος των δημόσιων ταμείων, άλλων τομέων και περιφερειών της εθνικής αγροτικής οικονομίας, της ανταγωνιστικότητας των προϊόντων και του περιβάλλοντος. Τα «πρότυπα πολλαπλής συμμόρφωσης» επιχειρούν να συνδυάσουν την καταβολή των εισοδηματικών ενισχύσεων με την αντιπαροχή περιβαλλοντικών όρων (τους κώδικες ορθής γεωργικής πρακτικής - η σοβαρή συζήτηση στην Ευρώπη εκεί εστιάζεται σήμερα) οι οποίοι μέχρι τώρα παραβιάζονται ασύδοτα από τους παραγωγούς. Η «δυναμική διαφοροποίηση» μεταφέρει αυξανόμενα, μεταξύ 2005-2012, ποσοστά των επιδοτήσεων, οι οποίες καταβάλλονται στις ισχυρότερες (άνω των 5.000 ευρώ) γεωργικές εκμεταλλεύσεις για τη χρηματοδότηση του 20υ Πυλώνα της ΚΑΠ, της αγροτικής ανάπτυξης σε ορεινές και μειονεκτικές περιοχές. Αν όλα αυτά τα απορρίπτει, τα προσπερνά αδιάφορα ή τα αγνοεί ο υπεύθυνος της αγροτικής πολιτικής του Συνασπισμού, τότε αναρωτιέμαι ποια αγροτικά συμφέροντα υπερασπίζεται ένα σοσιαλιστικό κόμμα, με παραδοσιακό, υποτίθεται, ευρωπαϊκό προσανατολισμό και οικολογικά ανοίγματα, Τι το διαχωρίζει, τότε, από τον δαιμονολογικό αντιευρωπαϊσμό του ΚΚΕ, και την πολυσυλλεκτική μηχανή του νεοσυντηρητικού ΠΑΣΟΚ (διαβάστε τα περί στήριξης του έλληνα αγρότη στο πρόγραμμά του για τις ευρωεκλογές 2004, ένα μνημείο αοριστολογίας το οποίο, παρ’ όλα αυτά, δεν παραλείπει να τονίσει ότι το κόμμα δίνει τη μάχη «για όλα τα προϊόντα που ενδιαφέρουν τον έλληνα αγρότη Π,χ. λάδι, βαμβάκι, καπνός»). Δεν φαντάζομαι, βέβαια, ότι η εναλλακτική πρόταση βρίσκεται στην τριτοκοσμική πρόταση του Γ, Τόλιου πως «η αγροτική πολιτική θα πρέπει να έχει ως αφετηρία την επιδίωξη της «αυτοδυναμίας» της χώρας στα βασικά τρόφιμα, λαμβάνοντας υπ’ όψη τις ανάγκες ζωής και απασχόλησης των κατοίκων της υπαίθρου» γιατί τότε, επειδή η κοινή εμπειρία αλλά και η διαθέσιμη σχετική βιβλιογραφία επιμένει για την ακινησία του γιαλού, μάλλον εμείς στραβά αρμενίζουμε.

Το ζήτημα είναι σοβαρό και ενόψει ευρωεκλογών εξαιρετικά επίκαιρο. Η Ελλάδα εισπράττει (πάνω από δύο δεκαετίες) ετησίως περί τα 2,6 δισ. ευρώ, μόνο από το Τμήμα Εγγυήσεων του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου, για την ενίσχυση και τον εκσυγχρονισμό της γεωργίας της. Δεν μπορεί συνεπώς, ακόμη και λόγω αυτής της - με την πιο μυωπική οπτική θεωρούμενης εξαρτημένης σχέσης, να επαγγέλλεται εκτός τόπου και χρόνου εθνικές «αυτοδυναμίες» και να απορρίπτει ή να αγνοεί τα βασικά δόγματα και τις στρατηγικές κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Αγροτικής Πολιτικής από την οποία χρηματοδοτείται γενναία και την οποία συνδιαμορφώνει. Κανείς δεν αντιλέγει ότι αυτές οι επιλογές και οι κατευθύνσεις έχουν αδυναμίες, αντιφάσεις και ασυνέπειες. Άλλο αυτό, και άλλο να απορρίπτεται και να αγνοείται το πλαίσιο εντός του οποίου είναι υποχρεωμένη να κινηθεί η χώρα, ως κράτος-μέλος, προσαρμοζόμενη στη νέα πραγματικότητα, βελτιώνοντας σημειακά τη θέση της. Καθήκον ενός φιλοευρωπαϊκού αριστερού (και οικολογικού) κόμματος, όπως ο Συνασπισμός, είναι να κατανοήσει αυτό το ευρύτερο πολιτικό και θεσμικό πλαίσιο, να το εκλαϊκεύσει καθιστώντας το γνωστό στο μικρό αλλά δυναμικό τμήμα των αγροτών της δικής του επιρροής και βέβαια στους πολύ περισσότερους αγρότες οι οποίοι και υπάρχουν, και είναι πρόθυμοι να ακούσουν ρεαλιστικές λύσεις διεξόδου από τη σημερινή κρίση. Να επεξεργασθεί, στη συνέχεια, σε συνεργασία με τους αρμόδιους επιστήμονες και τα αγροτικά του στελέχη προτάσεις πρωτότυπες, υποδειγματικές, συμβατές με το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι και άμεσα εφαρμόσιμες εκεί που τα υπόλοιπα κόμματα, οι αγροτοπατέρες και τα κρατικοδίαιτα πολυώνυμα συμφέροντα του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα έχουν κάθε συμφέρον να χαϊδεύουν τους αγρότες, άλλοτε με ακατάσχετη καταστροφολογία και άλλοτε με «φιλοαγροτικό» λαϊκισμό.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι