Αυτό που μεινίσκει

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Ελευθεροτυπία, 16/06/2004

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Κυπριακό μας αναστάτωσε για τα καλά, εδώ στην Ελλάδα. Ειδικοί διαφώνησαν, δημοσιολογούντες συγκρούστηκαν, κόμματα διχάστηκαν, φιλίες δοκιμάστηκαν. Αλλά ουδέν κακόν αμιγές καλού. Το πρόβλημα, επειδή ήταν τόσο σημαντικό, έδωσε το έναυσμα για συζητήσεις που ανέδειξαν κάποιες αρχικές αντιπαραθέσεις, τις οποίες καλά θα κάνουμε να τις ψάξουμε γιατί φωτίζουν αρκετά καθαρά τα υπόγεια ιδεολογικά και πολιτικά διλήμματα της ασυνάρτητης εποχής μας. Μια από αυτές ήταν η ανταλλαγή απόψεων ανάμεσα στον Ν. Ξυδάκη και τον Α. Πανταζόπουλο για το τι σημαίνει έθνος και πατρίδα. Αξίζει το σχολιασμό.

Κατ’ αρχάς δηλώνω ότι συμφωνώ με τον Α. Πανταζόπουλο. Θεωρώ την ανάλυσή του ορθή και την αναγωγή στη γαλλική και τη γερμανική εκδοχή του έθνους εύστοχη, επειδή μας βοηθάει να καταλάβουμε τη γενεαλογία κάποιων όρων τους οποίους, κακώς, θεωρούμε διαχρονικά σταθερούς και αυτονόητους. Θα ήθελα μόνο να προσθέσω μια ιστορική πληροφορία: το 1824 ο Κοραής, μιλώντας τη γλώσσα του γαλλικού Διαφωτισμού, προαναγγέλλει την ανάλυση του Α. Πανταζόπουλου. Πατρίδα δεν είναι ο «τόπος» μας, λέει, αλλά κάτι που γεννιέται από τους θεσμούς της αυτόνομης και ισόνομης πολιτείας. «Πόλις, Πολιτεία, Πατρίς είναι συνώνυμοι τρεις λέξεις. Οστις απολαύει πολιτικά δίκαια, ο τόπος, όπου τα απολαύει, είναι η αληθινή πατρίς του, και αν κατοικεί εις αυτούς τους Αντίποδες του τόπου της γενέσεώς του». Γι’ αυτό, αναφερόμενος στους επαναστατημένους Ελληνες, ο Κοραής λέει: «εις τον τόπον της γενέσεως αυτών... να προθυμηθώσιν, ως εχρεώστουν, να τον μεταβάλωσιν εις πατρίδα. Δεν έχομεν ακόμη πατρίδα».

Ετσι κατασκευάζεται ή, αν η λέξη ενοχλεί, δημιουργείται η πατρίδα μέσα στον ιστορικό χρόνο, προς ενόχληση όσων πιστεύουν ότι η παραδοχή αυτή απειλεί και υπονομεύει την ελληνικότητά μας.

Σχεδόν πάντα όποτε αναφέρω τη λέξη «κατασκευή» μιλώντας με ανθρώπους που θεωρούν προφανώς ορθή την κοινή δόξα περί εθνικής ταυτότητας και πατρίδας, αντιμετωπίζω την εξής ένσταση: μα καλά, δεν είμαστε Ελληνες; Ακούγεται εύλογη, αλλά κρύβει μέσα της ένα πρότερο θεωρητικό και αφάνταστα δύσκολο ερώτημα: με ποιον τρόπο «είμαστε» κάτι; Σύμφωνα με τη λογική του Α. Πανταζόπουλου, σαφώς και «είμαστε» σήμερα Ελληνες, επειδή γίναμε Ελληνες. Και γίναμε Ελληνες όχι γιατί ξύπνησε μέσα μας η υπνώττουσα αλλά ουδέποτε εξαλειφθείσα εθνική ταυτότητα (αυτή την εσφαλμένη θέση υποστήριξε και ο Κοραής παρά τα λεγόμενά του περί πατρίδας), αλλά επειδή δημιουργήσαμε μια νεωτερική κοινωνία όπου ο όρος Ελληνας, δάνειος από το ευκλεές παρελθόν, απέκτησε νόημα. Κάτι που δεν είχε επί αιώνες. Με αυτή την έννοια σίγουρα είμαστε Ελληνες. Τι άλλο ή πώς αλλιώς θα μπορούσαμε να είμαστε;

Νομίζω ότι ο Ν. Ξυδάκης προσδίδει στο ρήμα «είμαι» μια οντολογική διάσταση. Και αν αυτή η ανάγνωση ευσταθεί, τότε η ελληνικότητα δεν αποτελεί ιδιότητα που προκύπτει μέσα στην ιστορία, αλλά προϋπάρχει ως ουσιαστικό υπόστρωμα το οποίο αναδύεται κυρίως στην κουλτούρα και τη γλώσσα. Ακολουθώντας τις οδηγίες των Γερμανών ρομαντικών, ο Ν. Ξυδάκης αναγορεύει την κουλτούρα προνομιακό χώρο όπου το αιώνιο υπερισχύει του προσωρινού, για να θυμηθούμε τον Λορεντζάτο. Γι’ αυτό δεν μπορεί να δεχθεί την έμφαση του Α. Πανταζόπουλου στη συστατική λειτουργία της ιστορίας και της πολιτικής, εφόσον έτσι η κουλτούρα χάνει τη μεταφυσική της διάσταση. Δηλαδή ό,τι δεν «είναι» μεταφυσικό καταντάει στα μάτια του Ξυδάκη «εθνοτικό υπόλοιπο, ένα απολειφάδι, μια φολκλορική ανάμνηση, μια λοιδορούμενη νοσταλγία».

Νομίζω ότι η βασική θέση του συνοψίζεται άριστα στη φράση που παραθέτει από το «Χρονικό» του Μαχαιρά: «Το νερό πάγει και ο άμμος μεινίσκει». Εδώ φανεται ξεκάθαρα η αξιολογική κλίμακα που εδραιώνει την απόλυτη υπεροχή του αναλλοίωτου επί του ιστορικά καθορισμένου και συγκροτημένου. Η εν λόγω κλίμακα αναδεικνύει ως πρωτεύον το διαχρονικά «ουσιώδες», σε αντίθεση με το «επουσιώδες» που εμείς κατασκευάζουμε ως κοινωνικά όντα μέσα στον ιστορικό χρόνο. Αυτή τη μεταφυσική διάσταση της κουλτούρας αμφισβητεί ο Α. Πανταζόπουλος και όχι την κοινωνική σημασία της. Οσο για την άποψη του Ν. Ξυδάκη ότι «η κουλτούρα είναι πεδίο συγκρούσεων· πεδίο όπου συγκρούονται συμφέροντα, αξιώσεις ηγεμονίας, δόξες, ακόμα και εμμονές», ακριβώς επειδή είναι απολύτως ορθή, συνηγορεί μάλλον υπέρ του αντιπάλου του.

Δεν είναι περίεργο ότι όλα αυτά προέκυψαν στο χάσμα ανάμεσα στο «Ναι» και το «Οχι» για το Κυπριακό. Οι αποφάσεις που καλούμαστε να πάρουμε όταν κρίνεται ένα «εθνικό» θέμα έχουν σχέση δυσδιάκριτη μεν, αλλά καίρια, με όλα αυτά τα νεφελώδη περί κουλτούρας, βιώματος, ενσυναισθησίας και ελληνικότητας. Επειδή όμως οφείλουμε να θεωρήσουμε την εμπλοκή μας στην πολιτική δεδομένη, θα συμβούλευα εκείνους που υποτίθεται ότι ασχολούνται με τη «βιωματική ουσία, τον ενδεχόμενο υπερβατικό χαρακτήρα, τη μεταφυσική υπόσταση» των πραγμάτων, να αναλογιστούν ότι και αυτοί πολιτική κάνουν. Μόνο που δεν το παραδέχονται.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι