Γιατί έχασαν την αίγλη τους

Πολλές φορές οι διπλωμάτες ενισχύουν τις υπάρχουσες αντιπαλότητες και τη διατήρηση ή ακόμη και την κατασκευή αντιπάλων

Αλέξης Ηρακλείδης, Το Βήμα, Νέες Εποχές, 25/11/2007

Ενα πρόσφατο βιβλίο από έναν πρώην βρετανό διπλωμάτη (βλ. Carne Ross, Independent Diplomat: Dispatches from an Unaccountable Elite, 2007) αμφισβητεί τη χρησιμότητα των διπλωματών και της παραδοσιακής διπλωματίας. Πρόκειται για συζήτηση με μακρά ιστορία που είχε αρχίσει ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα και συνεχίστηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα. Σύμφωνα με τη συζήτηση αυτή, στα μείον της διπλωματίας και των διπλωματών συγκαταλέγονται η έλλειψη διαφάνειας, η απαραίτητη μυστικότητα της όλης διπλωματικής διαδικασίας που μπορεί να οδηγήσει σε μυστικές συμφωνίες εις βάρος τρίτων χωρών και η αποφυγή λογοδοσίας στα δημοκρατικά όργανα της πολιτείας. Επιπλέον, ο διπλωμάτης διαπνέεται, ως επί το πλείστον, από συντηρητισμό, ανθίσταται στην αλλαγή πλεύσης και σπανίως τον βλέπουμε να πρωτοστατεί ως εισηγητής για ριζικές αλλαγές στην εξωτερική πολιτική μιας χώρας. Ως εκ της φύσεως του επαγγέλματός του αυτοπεριορίζεται, έχει λίγα περιθώρια κινήσεων και δημιουργικής σκέψης, μια και αναγκαστικά εκπροσωπεί ένα κράτος, το κράτος του, δηλαδή το στενά - ή ενίοτε και στρεβλά - νοούμενο εθνικό συμφέρον. Ετσι καλείται, κατά τη γνωστή φράση, να «ψεύδεται για το καλό της χώρας του», να βλέπει τα πράγματα εθνοκεντρικά και ως επί το πλείστον απαισιόδοξα. Εθίζεται στο να κινείται στη βάση του χειρότερου δυνατού σεναρίου. Ετσι πολλές φορές οι διπλωμάτες ενισχύουν, εκόντες άκοντες, τις υπάρχουσες αντιπαλότητες και τη διατήρηση ή ακόμη και την κατασκευή αντιπάλων.

Ωστόσο, παρ’ όλα αυτά τα μειονεκτήματα των διπλωματών (ή, για την ακρίβεια, των περισσότερων διπλωματών) η επίσημη διπλωματία παραμένει βασικός πυλώνας της διεθνούς κοινωνίας (και μάλιστα ο παλαιότερος), μαζί με το Διεθνές Δίκαιο και τη διεθνή διακυβέρνηση (διεθνείς οργανισμοί). Με τη διπλωματία και το έργο των διπλωματών (και ορισμένων μονίμων ειδικών ως διπλωματών) ανανεώνονται και ενισχύονται οι διεθνείς κανόνες, οι διεθνείς διαδικασίες και οι διεθνείς θεσμοί. Με τον διπλωματικό διάλογο και τις διαπραγματεύσεις αποκλιμακώνονται ή επιλύονται διεθνείς διενέξεις. Επικοινωνία, διάλογος και διαπραγματεύσεις - δηλαδή η καρδιά της διπλωματίας - αποτελούν την κύρια ρεαλιστική ειρηνική επιλογή μεταξύ ένοπλης σύγκρουσης από τη μία και αδιέξοδου μονολόγου από την άλλη.

Ωστόσο στη σύγχρονη εποχή, με τα τεράστια άλματα στην επικοινωνία, στα ΜΜΕ και στις μεταφορές, οι διπλωματικοί έχουν χάσει μεγάλο μέρος από την εγκυρότητα και την αίγλη τους και, το κυριότερο, την επιρροή τους στη χάραξη και στην πρωτογενή ενάσκηση της εξωτερικής πολιτικής. Ετσι βλέπουμε τον παραγκωνισμό των διπλωματών - ακόμη και των πλέον ικανών πρέσβεων - που περιορίζονται (από τους πολιτικούς τους προϊσταμένους) κυρίως σε ρόλο διεκπεραιωτή της εξωτερικής πολιτικής, κάτι που στην Ελλάδα παρατηρείται κυρίως από την άνοδο του ΠαΣοΚ στην εξουσία το 1981. Ο παραγκωνισμός όμως αυτός των διπλωματών αποβαίνει, τις περισσότερες φορές, εις βάρος των κρατών στην εξωτερική τους πολιτική. Χαρακτηριστική η περίπτωση της Ελλάδας επί κυβέρνησης Ανδρέα Παπανδρέου, το 1981-1989, οπότε η εξωτερική πολιτική είχε αφεθεί στα χέρια υπερπατριωτών που αγνοούσαν ακόμη και τα στοιχειώδη της διεθνούς πολιτικής. Η κύρια εξαίρεση που δικαιολογεί τον περιορισμό της επιρροής των διπλωματών είναι στις περιπτώσεις εκείνες όπου οι καιροί απαιτούν μια νηφάλια στροφή ή επαναπροσανατολισμό στην εξωτερική πολιτική, πέρα από αδιέξοδα και αγκυλώσεις, και η ανώτατη υπηρεσιακή (διπλωματική) ηγεσία ανθίσταται.

Με άλλα λόγια, κράτη και διεθνής κοινωνία δεν μπορούν χωρίς τους επαγγελματίες διπλωμάτες, είναι αναγκαίοι και απαραίτητοι. Από την άλλη, οι διπλωμάτες τού σήμερα πρέπει να ανανεωθούν, να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα της σύγχρονης εποχής και - το κυριότερο - να ξεφύγουν από εθνικές αγκυλώσεις και τη στείρα λογική του «μηδενικού αθροίσματος» στις διακρατικές σχέσεις. Ηδη σε αρκετές προηγμένες χώρες του Βορρά (και όχι μόνο) πολλοί διπλωμάτες έχουν κάνει την απαραίτητη αυτή προσαρμογή και μιλάνε πλέον τη γλώσσα της πολυδιάστατης συνεργασίας, της αλληλεξάρτησης, της πρόληψης και επίλυσης συγκρούσεων και της αναζήτησης λύσεων «θετικού αθροίσματος» (με δύο κερδισμένους) στις διακρατικές διενέξεις.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι