Μια τόσο συνηθισμένη τραγωδία...

Παύλος Τσίμας, Τα Νέα, 29/12/2007

Δεν είναι οι γαργαλιστικές ροζ λεπτομέρειές της που κάνουν την πολιτική τραγωδία των ημερών, την υπόθεση Ζαχόπουλου, τόσο ενδιαφέρουσα. Δεν είναι ούτε οι βαριές σκιές και οι υποψίες σκανδάλων που τη συνοδεύουν. Η υπόθεση είναι τόσο ενδιαφέρουσα επειδή προπάντων, και πέρα από το ακραίο και ασυνήθιστο διάβημα του πρωταγωνιστή της, είναι μια απολύτως συνηθισμένη ιστορία. Δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά κανόνα, δεν είναι ατύχημα μα μια τυπική, τυπικότατη ιστορία, αντιπροσωπευτική ενός πολιτικού συστήματος και της παθογένειάς του.

Ας πάρουμε την τραγωδία από την αρχή. Πράξη πρώτη. Ένας καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης ανελίσσεται στον τοπικό μηχανισμό ενός κόμματος εξουσίας, μέσα από τον προνομιακό δρόμο στρατολόγησης στελεχών σε ένα ελληνικό κόμμα εξουσίας: τον κομματικοποιημένο «συνδικαλισμό». Από «συνδικαλιστής» γίνεται τοπικός παράγοντας, κομματάρχης ενός φερέλπιδος πρίγκιπος της πολιτικής, «κολλητός» και «έμπιστος» στα πρώτα του βήματα, και ακολουθώντας τον στην άνοδό του, φθάνει να αναδειχθεί ως κεντρικό πολιτικό στέλεχος. Και όταν το κόμμα κερδίζει τις εκλογές, γίνεται υπερ-υπουργός με μεγάλες εξουσίες, εντελώς αναντίστοιχες των περιορισμένων προσόντων του, και πλήρη ασυλία.

Έχει κάτι το εξαιρετικό αυτή η διαδρομή; Κάθε άλλο. Το πολιτικό σύστημα ολόκληρο συντηρείται και αναπαράγεται μέσα από δίκτυα «κολλητών», που προσφέρουν «εμπιστοσύνη» αντί προσόντων ή ικανοτήτων.

Πράξη δεύτερη. Γενικός γραμματέας, αλλά με αρμοδιότητες ανώτερες του υπουργού, ο καθηγητής διοικεί το υπουργείο (του Πολιτισμού, τι ειρωνεία!). Διοικεί. Δεν ασκεί πολιτική εποπτεία, δεν χαράζει πολιτική, δεν περιορίζεται σε πολιτικού και στρατηγικού χαρακτήρα αποφάσεις. Διοικεί. Η αποκεφαλισμένη και ευνουχισμένη, ούτως ή άλλως, υπαλληλική ιεραρχία υποτάσσεται πλήρως στην εξουσία του γενικού, ο οποίος αποφασίζει, εν λευκώ σχεδόν, για διορισμούς διοικήσεων σε πολιτιστικούς οργανισμούς, διανομή χορηγιών, διαχείριση «ειδικών λογαριασμών», αποχαρακτηρισμούς αρχαιολογικών χώρων, διάθεση κοινοτικών πόρων, προκήρυξη και κατακύρωση διαγωνισμών, πρόσληψη ή απόλυση συμβασιούχων.

Έχει κάτι εξαιρετικό ή ασυνήθιστο αυτή η πρακτική; Κάθε άλλο. Σε αντίθεση με την πρακτική όλων των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, όπου η πολιτική ευθύνη ενός κυβερνητικού τομέα είναι διαχωρισμένη από την άσκηση της καθημερινής διοίκησης και το πολιτικό προσωπικό δεν καταλύει την αυτοτέλεια και τη νομιμότητα της γραφειοκρατίας, στην Ελλάδα οι υπουργοί, οι γενικοί γραμματείς και οι στρατιές των πολιτικών τους συμβούλων διοικούν. Με κριτήρια αμιγώς πολιτικά και εφήμερα, με κανόνες που κάμπτονται και πλάθονται κατά περίπτωση και με τον έλεγχο ασθενή ή επιτηδείως εξουδετερωμένο. Πράξη τρίτη. Ένα κόμμα εξουσίας έχει ως πρώτιστο σκοπό την αναπαραγωγή του στην εξουσία, τη διαιώνισή της, ή- τουλάχιστον- την επόμενη εκλογική νίκη. Το κόστος της αναπαραγωγής της εξουσίας είναι μεγάλο (και γίνεται όλο και μεγαλύτερο), χρειάζεται πόρους, μέσα και δίκτυα εμφανών και αφανών «φίλων». Η ευχέρεια του πολιτικού προσωπικού να κατανέμει κονδύλια και χορηγίες, να διαχειρίζεται λογαριασμούς ή να αναθέτει συμβόλαια με πολιτικού χαρακτήρα αποφάσεις, εκτός του δύσκαμπτου γραφειοκρατικού πλαισίου, με κριτήρια ελαστικά και μη υποκείμενα σε κρίση ή έλεγχο, είναι ακριβώς η προϋπόθεση για την παραγωγή αυτού που ο Κ. Τσουκαλάς είχε σε μια σημαδιακή στιγμή βαφτίσει «πολιτικό χρήμα», δηλαδή τα αναγκαία μέσα για την αναπαραγωγή της εξουσίας. Και πολλαπλασιάζει και τους εντελώς προσωπικού χαρακτήρα πειρασμούς.

Είναι πάντοτε έτσι; Προφανώς όχι. Βρίσκεται κάτι τέτοιο πίσω από τη συγκεκριμένη υπόθεση; Δεν το ξέρω. Ξέρω, όμως, πως η καχυποψία είναι γενική. Και το χειρότερο δεν είναι ότι αυτό αδικεί συχνά συγκεκριμένους ανθρώπους, συγκεκριμένες περιπτώσεις χρηστής διοίκησης, και συκοφαντεί, συχνά αδικαιολόγητα ή καθ΄ υπερβολήν, τον πολιτικό κόσμο στο σύνολό του. Το χειρότερο είναι ότι παράγει ένα γενικό κλίμα κυνισμού, που «νομιμοποιεί» κατά κάποιον τρόπο τη διάχυση της διαφθοράς μέχρι της εσχατιές της Δημόσιας Διοίκησης, σε κάθε πράξη όπου το ιδιωτικό και το δημόσιο έρχονται σε επαφή, συναλλάσσονται. Όταν ένας αστυνομικός ελέγχει ένα νυχτερινό κέντρο, ένας εφοριακός ελέγχει έναν επιχειρηματία, ένας υπάλληλος πολεοδομίας εκδίδει άδεια για ένα αναψυκτήριο...

Και το ακόμη χειρότερο είναι ότι αιχμάλωτο σε αυτόν τον φαύλο κύκλο, αιχμάλωτο και των δικτύων των κολλητών, το πολιτικό σύστημα μοιάζει όλο και περισσότερο με αυτόχειρα: παράγει την «απονομιμοποίησή» του.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι