Τα 100 δολάρια το βαρέλι... δεν ήλθαν από το πουθενά

Στάθης Λουκάς, Αυγή, 06/01/2008

Δεν πρόκειται για έναν "κεραυνό εν αιθρία": οι τιμές του πετρελαίου είναι ανερχόμενες σε πραγματικές τιμές από το 1998. Η αφετηρία της διαδρομής όμως ανήκει σε ένα πιο μακρινό παρελθόν και μας γυρίζει πίσω 36 ακριβώς χρόνια. Πριν ακόμα από τον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ, όταν το πετρέλαιο κόστιζε λιγότερο από δύο δολάρια το βαρέλι και στις 2 του Γενάρη, συνεχίζοντας την έντονη ανοδική πορεία των τελευταίων μηνών, ξεπέρασε σε ονομαστικές τιμές το συμβολικό και ψυχολογικό όριο των 100 δολαρίων.

Πριν 36 χρόνια, κάποιοι "σοφοί της Λέσχης της Ρώμης" και οι οικολόγοι (έξω από τους δρόμους δογματικής και νεοδογματικής αριστεράς, που ακόμα δεν κατανόησαν το μήνυμα) που τους ακολουθήσανε, μας ειδοποίησαν - σαν άλλοι "μαντατοφόροι" - ότι με το πρότυπο ανάπτυξης που επικρατεί το πετρέλαιο δεν θα είναι πια αρκετό. Δεν είναι ότι το πετρέλαιο έχει εξαντληθεί, παρόλο που η καμπύλη του Hubert επιβεβαιώνεται σταδιακά και διαδοχικά από το πέρασμα της καμπύλης παραγωγής από το μέγιστο σημείο καμπής για μια σειρά από πετρελαιοπαραγωγές χώρες.

Δεν είναι τυχαίο ότι, ενώ τη δεκαετία 1981-91 ανακαλύπτονταν κάθε χρόνο νέα κοιτάσματα των 56,5 δισεκατομμυρίων βαρελιών, την περίοδο 1991-2003 τα αποθέματα μειώνονταν κατά 35,6 δισεκατομμύρια βαρέλια το χρόνο. Ενώ υπεργιγάντια κοιτάσματα πάνω από 5 δισεκατομμύρια βαρέλια έχουν ανακαλυφθεί μόνο ένα τα τελευταία 30 χρόνια. Το βάρος αυτών των κοιτασμάτων είναι σημαντικό γιατί παρόλο που είναι μόνο 18 - σε ένα σύνολο 4.000 - συμβάλλουν κατά 25% στην παγκόσμια παραγωγή.

Το πετρέλαιο υπάρχει ακόμα αρκετό αλλά κοστίζει πολύ περισσότερο η άντλησή του: στα κοιτάσματα που μπήκαν σε εκμετάλλευση τη δεκαετία 1990-2000 η άντληση ενός βαρελιού στοίχισε από 5% ως 30% παραπάνω, ανάλογα τη γεωγραφική περιοχή και ανεξάρτητα από τις γεωπολιτικές καταστάσεις. Είναι λογικό ότι το πετρέλαιο που εξάγεται, με τεχνολογία που επιτρέπει την άντληση από μη γιγαντιαία υποθαλάσσια κοιτάσματα ή που φθάνει μέχρι βάθη 6 χιλιομέτρων, στοιχίζει πολύ ακριβότερα από εκείνο της περιοχής του Ιράκ. Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται από τη μελέτη του DOE (υπ. Ενέργειας ΗΠΑ) που έγινε το 2005 και που εκτιμά ότι το σημείο καμπής της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου θα παρουσιασθεί στην εικοσαετία που έρχεται και θα δημιουργήσει τεράστια προβλήματα για τις αναπτυγμένες και πολύ περισσότερο για τις υποανάπτυκτες χώρες. Πέρα, λοιπόν, από την δυσκαμψία του ΟΠΕΚ, από την χρηματιστηριακή κερδοσκοπία, από τις γεωπολιτικές αστάθειες, από την είσοδο στον ενεργειακό ανταγωνισμό των πληθυσμιακών γιγάντων του πλανήτη - Κίνας και Ινδίας - η ανοδική πορεία οφείλεται περισσότερο στο ότι η παραγωγή δεν μπορεί να ακολουθήσει τη ζήτηση ενέργειας, όπως σωστά επισήμανε ήδη από το περασμένο καλοκαίρι η ΙΕΑ (Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας). Ευρισκόμαστε μπροστά σε μια κατάσταση που η αγορά δεν μεταδίδει ακόμα πλήρως κατανοητά μηνύματα για το πεπερασμένο μιας πλουτοπαραγωγικής πηγής όπως το πετρέλαιο, που όμως όταν θα φθάσουν πιο ξεκάθαρα θα είναι πια αργά.

Το καμπανάκι των εκατό δολαρίων δείχνει περισσότερο ότι πέρασαν άσκοπα 36 χρόνια, επιμένοντας η κυρίαρχη Δύση στο ενεργοβόρο και πετρελαιοεξαρτημένο πρότυπο ανάπτυξης που επεκτάθηκε και στους πληθυσμιακούς γίγαντες. Μια ιστορική αποτυχία, θα λέγαμε. Χάθηκαν 36 χρόνια χωρίς ουσιαστικές παρεμβάσεις και από τη μεριά της προσφοράς και πολύ περισσότερο από τη μεριά της ζήτησης. Και με το πετρέλαιο στα εκατό δολάρια θα γίνει πιο έντονο και ελκυστικό το κελάηδισμα των σειρήνων του άνθρακα από τη μια μεριά και εκείνων της ατομικής ενέργειας - ακόμη και στη σημερινή της επικίνδυνη τεχνολογική λύση - από την άλλη. Ήδη στη χώρα μας το κελάηδισμα των υποστηρικτών του άνθρακα είναι αρκετά επίμονο και ελκυστικό και σαγηνεύει ακόμη και στελέχη της ριζοσπαστικής αριστεράς με τις αντιφατικές τους τοποθετήσεις.

Η εναλλακτική λύση απέναντι στην "ιστορική αποτυχία" είναι από τη μια μεριά η ίδια η φύση που πρότειναν εδώ και 36 χρόνια οι "μαντατοφόροι" που δεν εισακούσθηκαν και το οικολογικό κίνημα που στη συνέχεια αναπτύχθηκε, δηλαδή εναλλακτικές μορφές ενέργειας, και από την άλλη μεριά η παρέμβαση στη διαμόρφωση της ζήτησης. Οι μεγάλες επενδύσεις που χρειάζονται, όμως, δεν μπορεί παρά να γίνουν με την κρατική παρέμβαση στην έρευνα και στις εφαρμογές.

Και η δυσκολία είναι ακόμη μεγαλύτερη στην διαμόρφωση της ζήτησης, μιας και έχουν "επιβληθεί" λανθασμένες καταναλωτικές επιλογές, συμπεριφορές και σπατάλες. Ειδικά η χώρα μας είναι πρωταθλήτρια στην σπατάλη της ενέργειας, σε τέτοιο βαθμό που η εξοικονόμηση μπορεί να αποτελέσει την βασική πηγή, η δε σπατάλη είναι πιο έντονη στην τελική κατανάλωση και στους ενεργειακούς μετασχηματισμούς. Σπαταλάμε ενέργεια στην βιομηχανία, στις μεταφορές, στην αγροτική οικονομία, στον εμπορικό και οικιακό τομέα, σε ξεπερασμένους ηλεκτρικούς κινητήρες, στους λαμπτήρες πυράκτωσης, στην παραγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας, στις πλαστικές σακούλες, σε αυτοκίνητα που ελάχιστες φορές θα ξεπεράσουν τα 200 χλμ., στα τζιπ των 5.000 κυβικών, στην λειτουργία του μετρό κ.λπ. Εκείνο όμως που πρέπει να διακρίνουμε στο σπάσιμο του συμβολικού και ψυχολογικού φράγματος είναι ότι ίσως είμαστε μόνο στην αρχή και ότι είναι επείγουσα η αναγκαιότητα να αλλάξουμε, συμβάλλοντας στην διαμόρφωση των κατάλληλων πολιτικοκοινωνικών συμμαχιών, κοινωνικών και ατομικών συμπεριφορών.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι