Σεμνές και ταπεινές ποινικές παρεμβάσεις

Υποθέσεις πολιτικού ενδιαφέροντος

Νίκος Παρασκευόπουλος, Ελευθεροτυπία, 09/01/2008

Οι ποινικές υποθέσεις που προβάλλουν στο προσκήνιο της πολιτικής ζωής πληθαίνουν. Αρμόδιοι της δικαστικής και της εκτελεστικής εξουσίας βεβαιώνουν ότι όλα βαίνουν καλώς, αρκεί η ποινική Δικαιοσύνη να αφήνεται απερίσπαστη στο έργο της. Αν όμως κανείς συνδυάσει το σύγχρονο αυτό έργο με τις κρίσεις και τα πολιτικά δρώμενα, ίσως καταλήξει να συμμερίζεται τον πικρό προορισμό: στο πλαίσιο της ποινικής Δικαιοσύνης αναπτύσσονται οι πιο διαφορετικές γνώμες, αλλά στο τέλος αποφασίζεται ό,τι εξυπηρετεί την κυβέρνηση.

Η ιδέα αυτή είναι αβάσιμη, έως και βάναυση, ακριβώς εξαιτίας της γενίκευσης. Η καθημερινή πράξη στα δικαστήρια, αυτή που περνά απαρατήρηση από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και από τα νομικά περιοδικά, συντίθεται από τις αγωνίες και τους μόχθους πολλών ανθρώπων. Ο μόχθος έχει χαρακτηριστικά αυταπάρνησης, καθώς κάποτε ακόμη και μια αβασάνιστη καταδίκη θα μπορούσε να βοηθά την υπηρεσιακή εξέλιξη του δικαστή, ακόμη και μια λαϊκίστικη υπεράσπιστη θα μπορούσε να εξυπηρετεί την εικόνα ενός δικηγορικού γραφείου. Αν όμως ο σκόπελος των γενικεύσεων παρακαμφθεί και η προσοχή αντιδιαστείλει ειδικά τον κύκλο των πολιτικά καίριων ποινικών υποθέσεων, τότε η καταγραφή φιλοκυβερνητικών προσανατολισμών γίνεται αναπόφευκτη.

Σωρεύθηκαν πολλά παραδείγματα. Πιο πρόσφατο αποτελεί η βιαστική, πριν καν τεθούν υπόψη της κρίσιμα αποδεικτικά δεδομένα, προφυλάκιση της κ. Τσέκου. Ο,τι είχε δει το φως της δημοσιότητας ώς τότε ενδείκνυε πλημμελήματα, αλλά όχι κακουργηματική εκβίαση και συνδρομή όρων για προσωρινή κράτηση. Είχαν μήπως οι αρμόδιοι την ευκαιρία να διαπιστώσουν από κοντά κάτι διαφορετικό; Μοιάζει απίθανο, αλλά σε κάθε περίπτωση η εικόνα της Δικαιοσύνης τραυματίζεται όταν γίνονται συγκρίσεις με τις αργές και διστακτικές επιλογές στις υποθέσεις των υποκλοπών και των ομολόγων. Διστακτική, άλλωστε, φάνηκε η ποινική Δικαιοσύνη και απέναντι στην άρνηση του διευθυντή του γραφείου Τύπου του πρωθυπουργού να αποκαλύψει το πρόσωπο που παρέδωσε το DVD. Το δημοσιογραφικό απόρρητο υπηρετεί ωστόσο τα εργαστήρια αποκάλυψης ειδήσεων και όχι τα γραφεία εξουσίας. Δικαιολογεί τη δημοσιογραφία ως κοινωνική αποστολή, όχι τον δημοσιογράφο, ό,τι κι αν πράττει. Μπορεί να πρόκειται εδώ για στιγμιαία παραφωνία μιας μακρόχρονα τίμιας φωνής. Αυτό θα πρέπει να αξιολογηθεί, αλλά να μην αποτρέψει την παραπέρα δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης.

Επιπλέον: είναι δεδομένο μέχρι σήμερα ότι η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου δεν γνωμοδοτεί για θέματα που είναι επίδικα, προκειμένου να μην επηρεαστεί η κρίση των αρμόδιων δικαστηρίων. Πώς παραμελήθηκε ξαφνικά αυτός ο κανόνας, με την έκδοση της γνωμοδότησης (Γν. Εισ.Α.Π. 14/2007) για τις κάμερες στις διαδηλώσεις, ενώ το επίδικο θέμα εκκρεμούσε στο Συμβούλιο της Επικρατείας;

Ισως ο αναγνώστης, διαβάζοντας τον τίτλο του άρθρου και τις παραπάνω σκέψεις, αναρωτηθεί: Εξηγείται η επικέντρωση της κριτικής στην ποινική Δικαιοσύνη; Οι ίδιοι δικαστικοί λειτουργοί δεν είναι που δικάζουν και τις ιδιωτικές διαφορές στα αστικά δικαστήρια;

Ας επαναλάβουμε τα πάγια: η ποιότητα του δικαστικού έργου δεν καθορίζεται αποκλειστικά από την προσωπικότητα των δικαστικών λειτουργών. Κρίσιμες είναι επίσης οι διαδικασίες, οι συνθήκες και η ελεγξιμότητα των κρίσεων. Στις αστικές και στις διοικητικές δίκες πολύ συχνότερα βαραίνουν τα ερμηνευτικά (νομικά) ζητήματα, καθώς και η αξιολόγηση των εγγράφων. Στα πεδία αυτά η κρίση ελέγχεται με ακρίβεια για την ορθότητά της. Scripta manent.

Στη συντριπτική πλειονότητα των ποινικών δικών, όμως, καίρια είναι η αξιολόγηση των πραγματικών ζητημάτων (τι έγινε, αν υπήρξε υπαιτιότητα), που εκτίθενται προφορικά και υπόκεινται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστή της ουσίας. Γι αυτό η εξατομικευμένη κριτική σε συγκεκριμένες υποθέσεις συνήθως εύκολα αποκρούεται άνωθεν. Απομένουν, για να αποκαλύπτουν τα λάθη, η στατιστική, ως έγκυρη επιστημονική μέθοδος, καθώς και η ιστορική αναδρομή. Αν δηλαδή ένας απολογισμός δείχνει εκ των υστέρων ότι οι εκφραστές του πολιτικού συστήματος συνήθως αντιμετωπίζονται με αβρότητα, ενώ οι αποδιοπομπαίοι τράγοι του άτεγκτα, τότε προκύπτει ότι η Δικαιοσύνη δεν είναι «τυφλή». Το ίδιο, αν σωρεύονται καταγγελίες π.χ. μεταναστών ή διαδηλωτών, η δικαστική διερεύνηση των οποίων να αποβαίνει στερεότυπα άκαρπη.

Σοβεί, λοιπόν, μια κρίση στη σύγχρονη ποινική Δικαιοσύνη ή αντίθετα όλα βαίνουν καλώς, αρκεί οι δικαστές να αφήνονται απερίσπαστοι; Η απονομή της ποινικής Δικαιοσύνης είναι οπωσδήποτε η περισσότερο εγκωμιαζόμενη δραστηριότητα. Ο όρος «αδάμαντες» σε κανένα άλλο χώρο δεν ακούγεται τόσο συχνά ως χαρακτηρισμός προσώπων. Δεν γνωρίζουμε αδάμαντες μηχανικούς, καθηγητές, γεωργούς κ.λπ. Οι διώξεις και οι δίκες για «παραδικαστικά κυκλώματα» δεν έκαμψαν τη συλλογική αυτοπεποίθηση. Οι διωκόμενοι έγιναν οι αποδιοπομπαίοι τράγοι, που επιβεβαιώνουν την αρετή των πολλών. Αλλο θέμα αν οι ενάρετοι δεν είχαν καμιά ανάγκη τους συμβολισμούς αυτούς.

Το πρόβλημα, επομένως, είναι αλλού: οι κριτικές φωνές, ακόμη και αν προέρχονται «από τα σπλάχνα» της Δικαιοσύνης, αντιμετωπίζονται ισοπεδωτικά μαζί με τις ανεπίτρεπτες πιέσεις, σαν προσπάθειες επηρεασμού της συνείδησης του δικαστή. Η ποινική Δικαιοσύνη συνεχίζει να λειτουργεί «πεισματικά», σαν σύστημα αποκλειστικής διαχείρισης και αμετάκλητης παγίωσης της αλήθειας. Μόνον ο δικαστής, λέγεται, μπορεί να συλλάβει την ουσία. Αυτή η αυτάρκεια όμως, ποιες συμβολές υποτιμά;

Το αμετάκλητο της δικαστικής κρίσης όντως ιδρύει μια σεβαστή συμβατική αλήθεια, αλλά όχι μια άσφαλτη επιστημονική διάγνωση. Ας θυμίσουμε την ξαφνική και αδικαιολόγητη στροφή των ποινικών κρίσεων προς την αυστηρότητα, μετά την ανάδειξη των «παραδικαστικών κυκλωμάτων». Εχουν, εξάλλου, καταγραφεί από την ιστορία του Ποινικού Δικαίου εμμονές της νομολογίας σε λαθεμένες ερμηνείες και εφαρμογές (π.χ. στις προσωρινές κρατήσεις ή στις υποθέσεις για ναρκωτικά), που υποχρέωσαν τον νομοθέτη να επέμβει διορθωτικά για να αποκαταστήσει τα αυτονόητα. Πόσοι δικηγόροι, εν τω μεταξύ, δεν έχουν βρεθεί να γνωρίζουν μετά τη δίκη ότι ο πελάτης τους, που καταδικάστηκε, ήταν στην πραγματικότητα αθώος ή το αντίστροφο;

Αν πιστέψουμε τον Ηρόδοτο, η επιστήμη και η δικαιοσύνη γεννήθηκαν μαζί, καθώς το έδαφος εμφανίστηκε μετά τις πλημμύρες και η γεωμετρία έγινε απαραίτητη ταυτόχρονα με τη δικαιοσύνη για τη χωροθέτηση της ιδιοκτησίας και για την τάξη. Στην Ιστορία, όμως, αρκετές φορές συγκρούστηκαν. Με τον Λαβουαζιέ δικάστηκε η χημεία, με τον Γαλιλαίο η μηχανική της Γης. Αμετάκλητα. Και όμως, η Γη γυρίζει! Αλλες εποχές εκείνες, ίσως κάποιος αντιτάξει. Το ίδιο όμως μάλλον θα λέγεται και για τη δική μας εποχή και για τα δικαστήριά της αργότερα, αν η ανθρωπότητα θα επιβιώνει.

Η Δικαιοσύνη μπορεί να μιλά στην προστακτική φωνή, αλλά μόνον η επιστήμη μπορεί να μιλά στην οριστική, έστω μέχρι τη διάψευσή της. Αυτό διδάσκει η γραμματική της Ιστορίας. Οι λειτουργοί της Δικαιοσύνης δεν πρέπει να θεωρούν εαυτούς αλάθητους διαθέτες της αλήθειας. Ο καλός δικαστής είναι σεμνός. Αγωνιά πριν, αλλά και μετά την απόφαση, μήπως έκανε λάθος. Ανησυχεί αν τυχαίνει οι κρίσεις του να ευθυγραμμίζονται διαρκώς με τις βουλές των ισχυρών της εκτελεστικής εξουσίας και προσέχει την επιστημονική κριτική.

* Καθηγητής Νομικής ΑΠΘ

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι