Ύστερα από μισόν αιώνα

Να πάει ο Καραμανλής στην Τουρκία ή να μην πάει;

Αλέξης Ηρακλείδης, Τα Νέα, 17/01/2008

Με φόντο την πολυδαίδαλη υπόθεση Ζαχόπουλου και με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις στον πάγο επί μία τετραετία, τίθεται για πολλοστή φορά το ερώτημα του εάν ο κ. Καραμανλής θα επισκεφθεί (επιτέλους) την Τουρκία στο τέλος αυτού του μήνα. Η τελευταία επίσημη επίσκεψη Έλληνα πρωθυπουργού- του Κωνσταντίνου Καραμανλή- έλαβε χώρα πριν από μισό αιώνα, για την ακρίβεια τον Μάιο του 1959 (έτυχε μάλιστα να βρίσκομαι εκεί ως παιδί όταν ήρθε στο προξενείο μας, στην Κωνσταντινούπολη). Αντιθέτως, Τούρκοι πρωθυπουργοί έχουν επισκεφθεί επίσημα την Αθήνα το 1988 (ο Οζάλ) και το 2004 (ο Ερντογάν). Αυτό που εκπλήσσει εν προκειμένω είναι ότι ο Κώστας Καραμανλής έχει αποφύγει να πάει στην Τουρκία εδώ και τρία χρόνια, παρά τις επανειλημμένες προσκλήσεις του Τούρκου ομολόγου του και παρά το γεγονός ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις βρίσκονται σε κατάσταση ύφεσης και όχι αντιπαλότητας.

Γιατί αυτή η αναβλητικότητα; Φαντάζομαι ότι ένας λόγος είναι ο φόβος του πολιτικού κόστους. Πρόκειται όμως για κατασκευή, προϊόν της ενορχηστρωμένης δραστηριότητας των υπερπατριωτών που συνεχώς βλέπουν τουρκικές προκλήσεις, είτε πρόκειται για τον «πόλεμο της τσιπούρας» γύρω από τα Ίμια/Καρντάκ, είτε πρόκειται για τη Θράκη, τις υπερπτήσεις ή καμιά δεκαριά «γκρίζους λύκους» έξω από το Πατριαρχείο. Στη λογική αυτή, η σημερινή συγκυρία δεν είναι κατάλληλη για επίσκεψη. Ωστόσο, σε αυτή τη λογική μάλλον δεν θα είναι ποτέ κατάλληλη η στιγμή για επίσκεψη Έλληνα πρωθυπουργού (βλ. εύστοχο άρθρο της Χριστίνας Πουλίδου, Η Κυριακάτικη Αυγή, 5-1-2008).

Στα όμματα των εθνικιστών που έχουν αρχίσει και πάλι να επηρεάζουν τα δρώμενα στη χώρα μας (βλέπε Μακεδονικό και τη λυπηρή υπόθεση με το σχολικό βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού), θα έλεγα ότι η μόνη κατάλληλη συγκυρία για επίσκεψη θα ήταν οι Τούρκοι να υποχωρούσαν στα πάντα, να πήγαιναν δηλαδή συνειδητά κόντρα στο εθνικό τους συμφέρον, να κάνουν όλα τα χατίρια της Αθήνας και της Λευκωσίας (κυβέρνηση Τάσσου Παπαδόπουλου). Σταχυολογώ: η Άγκυρα (α) να δεχθεί οι Τουρκοκύπριοι να πάψουν να είναι κοινότητα με ίσα δικαιώματα στην Κύπρο και να καταστούν μειονότητα (στην ουσία πολίτες β΄ κατηγορίας) υπό τους Ελληνοκυπρίους, σε μια «ενιαία» (unitary και όχι ομοσπονδιακή) ελληνική Κύπρο· (β) να δεχθεί το Αιγαίο να καταστεί «ελληνική λίμνη» (με την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια)· (γ) να δεχθεί όλη η υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου να γίνει ελληνική· (δ) όλος ο εναέριος χώρος του Αιγαίου να γίνει ελληνικός (στα 12 μίλια)· (ε) να δεχθεί οι τουρκόφωνοι (Τούρκοι) της ελληνικής Θράκης να απορρίψουν της εθνοτική τους ταυτότητα και το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού, ειδάλλως να μετοικήσουν στην Τουρκία. Στην ιδιότυπη αυτή οπτική του άκρατου εθνικισμού, το μόνο που ίσως θα επιτρεπόταν στην Τουρκία θα ήταν να διατηρήσει τα υπάρχοντα χερσαία σύνορά της σε σχέση με την Ελλάδα (δηλαδή θα έλεγα... να μην αναγκαστεί να μετακομίσει στην «Κόκκινη Μηλιά», στην Κεντρική Ασία κατά την ελληνική αφήγηση, ή να υποστεί τις συνέπειες μιας νέας Συνθήκης των Σεβρών). Δεν χαριτολογώ. Για αρκετούς, ειδικά στη Βόρεια Ελλάδα και κυρίως για τους νεώτερους, επιθυμητή (αν και πρακτικά ανέφικτη, όπως οι περισσότεροι παραδέχονται) θα ήταν ακόμη και η ελληνοποίηση της Κωνσταντινούπολης (αναφέρομαι σε πρόσφατη επιστημονική έρευνα που θα δημοσιευθεί οσονούπω). Η επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού τώρα συνιστάται και επιβάλλεται. Συνάδει με τη συνεχιζόμενη ελληνοτουρκική ύφεση και την επισφραγίζει. Συμβαδίζει με την αταλάντευτη (και ορθή) υποστήριξη της Αθήνας στην ευρωπαϊκή πορεία της Άγκυρας. Επιπλέον, με δεδομένες τις εκκρεμότητες τόσο του Αιγαίου όσο και της Κύπρου, που συνεχίζουν και κλονίζουν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις τους, απαραίτητο είναι τουλάχιστον το προσωπικό rapport Καραμανλή-Ερντογάν (στο πρότυπο Παπανδρέου-Τζεμ, μια και δυστυχώς δεν έχει προκύψει κάτι ανάλογο σε επίπεδο υπουργών Εξωτερικών από το 2004 μέχρι σήμερα). Το επόμενο αναγκαίο βήμα για την Αθήνα είναι η επίλυση της χρονίζουσας διένεξης του Αιγαίου που συμπληρώνει 35 έτη. Η διένεξη αυτή δεν αποτελείται από μία διαφορά (την υφαλοκρηπίδα, όπως λανθασμένα γράφει η ιστοσελίδα του ΥΠΕΞ), αλλά από επτά διαφορές, εκ των οποίων πέντε είναι οι σοβαρότερες. Όσο για το Κυπριακό, αυτό αποτελεί κυπριακή υπόθεση. Μπορεί να επιλυθεί μόνο από τις δύο κοινότητες εφ΄ όσον προκύψει «κοινό έδαφος» και υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι τον επόμενο μήνα (Φεβρουάριο) δεν θα επανεκλεγεί ο Τάσσος Παπαδόπουλος. Αλλιώς, η οριστική διχοτόμηση της Κύπρου γίνεται πλέον βεβαιότητα.

* Ο Αλέξης Ηρακλείδης είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και συγγραφέας του πρόσφατου βιβλίου Άσπονδοι γείτονες. Ελλάδα-Τουρκία: Η διένεξη του Αιγαίου (Αθήνα: Ι. Σιδέρης, Δεκέμβριος 2007).

Θέμα επικαιρότητας:
Ελληνοτουρκικά

Σύνολο: 60 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι