Το σύνδρομο των Σκοπίων

Γιάννης Παπαθεοδώρου, Αυγή της Κυριακής, 13/04/2008

1. Εθνικός θρίαμβος ή "κομματικό μεροκάματο"

Ο πρόσφατος "θρίαμβος του βέτο" --και, για να είμαστε ακριβείς: της απειλής του βέτο-- συγκίνησε το "μέγα πανελλήνιον" και έδωσε στον πρωθυπουργό την ευκαιρία να εμφανιστεί ξανά, μετά τη "Ζαχοπουλειάδα", ως εγγυητής της εθνικής υπερηφάνειας και εκφραστής της πυγμής στην εξωτερική πολιτική. Καιρός ήταν~ η κυβέρνηση έπρεπε να βρει ένα τρόπο να ξεφύγει από την πίεση των σκανδάλων και του Ασφαλιστικού, μεταθέτοντας όλες τις ελπίδες για μια θεαματική ρελάνς στο "εθνικό θέμα των Σκοπίων". Η συγκυρία ήταν, άλλωστε, αρκετά ευνοϊκή: "αμερικανικές πιέσεις"(;) (και άρα, αντιαμερικανισμός), δραματοποίηση των δημοσκοπήσεων (85% των Ελλήνων είναι υπέρ του "βέτο"), ελεγχόμενες λαοσυνάξεις (εμφανίστηκε μόνο "το τετράγωνο των αστέρων": Άνθιμος, Παπαθεμελής, Καρατζαφέρης, Ζουράρης), αδιαλλαξία της κυβέρνησης των γειτόνων (σκληρή γραμμή του Ν. Γκρουέφσκι), ενδεχόμενη αλλαγή της αμερικανικής διπλωματίας (αποχώρηση Μπους από το προσκήνιο), ευρωπαϊκές "πλάτες" στον Πούτιν (μπλοκάρισμα στην ένταξη Ουκρανίας και Γεωργίας). Ο Καραμανλής πήγαινε στη σύσκεψη του ΝΑΤΟ με όλες τις προϋποθέσεις που του εξασφάλιζαν μια αναβολή της λύσης του προβλήματος ~ ή μάλλον, έναν ακόμη ετεροχρονισμό του.

Σηκώνοντας ψηλά τον επικοινωνιακό πήχη, αυτήν τη φορά, η Ν.Δ. κέρδισε τις εντυπώσεις, εισπράττοντας γενναίο "κομματικό μεροκάματο" (η πετυχημένη έκφραση ανήκει στον Παύλο Τσίμα), από μια υπόθεση που διαρκώς διολισθαίνει από το κακό στο χειρότερο~ συχνά και με την ανοχή της Αριστεράς. Γιατί, ας το πούμε ξεκάθαρα: πρακτικά, στο Βουκουρέστι, η "Ελλάς" --που λέει κι η Μπακογιάννη-- δεν έκανε τίποτε άλλο από το να "αγοράσει χρόνο", προκειμένου να ξαναγυρίσει από το 2008 στο 1993~ στην εποχή, δηλαδή, που η FYROM ήταν έτοιμη να δεχτεί σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό, ενώ η Ελλάδα απαντούσε, εν μέσω συλλαλητηρίων με "Μακεδονομάχους", πως "δεν δεχόμαστε τον όρο Μακεδονία ή παράγωγά του", γιατί "το όνομα είναι η ψυχή μας". Σήμερα, πια, διακηρύσσουμε προς όλους τους ενδιαφερόμενους πως η Ελλάδα άλλαξε θέση. Διένυσε, δηλαδή, τα 2/3 του δρόμου και αποφάσισε πως μπορεί, επιτέλους, να συζητήσει συμβιβαστικά με το γειτονικό "κρατίδιο" --όπως το αποκαλούμε, με ελαφρώς ρατσιστικό τόνο-- χωρίς τις αγκυλώσεις του παρελθόντος. Ή μήπως με αυτές;

2. Πρώτη φορά "νονός"

Παρόλο που, στη σημερινή συγκυρία, η Αριστερά προτίμησε το "στρίβειν διά του ΝΑΤΟ" και τη γενικόλογη καταγγελία του ιμπεριαλισμού στα Βαλκάνια, χρειάζεται, ίσως, να υπενθυμίσουμε μερικά αυτονόητα πράγματα γύρω από το Μακεδονικό, όχι για να μιλήσουμε αφηρημένα και αφαιρετικά "επί της αρχής της αυτοδιάθεσης των λαών" --σωστά έθεσε την ένστασή της η Ιουλία Σκουνάκη στα "Ενθέματα" της προηγούμενης |Αυγής| 6.04.2008)--, αλλά για να μιλήσουμε συγκεκριμένα επί της ελληνική εξωτερικής πολιτικής, που, εδώ και δεκαπέντε τουλάχιστον χρόνια, ζει την πλήρη "σκοπιανοποίησή" της. Και πρώτα από όλα, ας αναλογιστούμε την ίδια τη διπλωματική σημασία του "βέτο", μέσα στο πλαίσιο της βαλκανικής και ευρωπαϊκής πολιτικής. Η Ελλάδα είναι το πιο παλιό μέλος της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ στη Νοτιοανατολική Ευρώπη~ παλιότερα, υποστήριξε θερμά την ένταξη της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας στο ΝΑΤΟ και στην Ε.Ε., ενώ στήριξε ενεργά την ένταξη της Κροατίας της Σερβίας και της Αλβανίας στις ευρωαταλαντικές συμμαχίες. Με άλλα λόγια, μια χώρα σίγουρη για την κοινοβουλευτική της δημοκρατία και την ευρωπαϊκή της προοπτική, έδινε ηγεμονικά τη μάχη για τον ευρωπαϊκό δρόμο των Βαλκανίων, χωρίς ομολογημένους εξωτερικούς ανταγωνισμούς και ανομολόγητα εσωτερικά γραμμάτια. Φαίνεται πως η περίπτωση της FYROM στάθηκε καταλυτική και ως προς την αλλαγή αυτής της πολιτικής.

Εξηγούμαι. Δεν μπορώ να σκεφτώ αντίστοιχο παράδειγμα ευρωπαϊκής χώρας που επεμβαίνει στον εθνικό αυτοπροσδιορισμό μιας άλλης χώρας, προτείνοντας, μάλιστα και τα "βαφτίσια" της. Επίσης, δεν μπορώ να σκεφτώ αντίστοιχο παράδειγμα άσκησης βέτο, όχι για άμεσους "εθνικούς λόγους" αλλά για την παρεμπόδιση των διαδικασιών ένταξης μιας άλλης χώρας σε υπερεθνικούς οργανισμούς (ΝΑΤΟ, Ε.Ε.). Τέλος, δεν μπορώ να σκεφτώ μια χώρα που ενώ έχει ήδη αναγνωρίσει το σύνθετο όνομα της γειτονικής της χώρας με πολιτειακούς όρους (Πρώην Γιουγκοσλαβική |Δημοκρατία της Μακεδονίας|) επιχειρεί, τώρα, να αντικαταστήσει αυτή την ονομασία με γεωγραφικούς, εθνοτικούς ή ιστορικίστικους όρους ("Βόρεια", "Σλαβική" ή "Νέα" Μακεδονία). Δηλαδή, μια χώρα που επιχειρεί να μετατρέψει το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού μιας άλλης χώρας σε ετεροπροσδιορισμένη διαπραγμάτευση. |Στην περίπτωση των Σκοπίων, η Ελλάδα επέλεξε να γίνει πρώτη φορά "νονός" σε ξένο έθνος-κράτος, ακυρώνοντας, ουσιαστικά την εξωτερική πολιτική της στα Βαλκάνια.|

Αν πιστέψουμε, μάλιστα, τις επίσημες δηλώσεις της κυβέρνησης, θα πρέπει να δεχτούμε πως το όνομα της γειτονικής χώρας θα προκύψει ως αντίδωρο της μείωσης "του δικού της" εθνικισμού της και "του δικού της" αλυτρωτισμού. Σύμφωνοι~ υπάρχει βέβαια ο "εθνικισμός και ο αλυτρωτισμός των άλλων", αλλά με τον δικό μας τι γίνεται; Μέσα σε αυτά τα δεκαπέντε χρόνια που πέρασαν, η ΠΓΔΜ έχει αλλάξει τη σημαία της, έχει μειώσει τον στρατό της και έχει προσαρμόσει την οικονομία της στις επιδιώξεις των ελληνικών επιχειρήσεων. Στην Ελλάδα, τι ακριβώς άλλαξε; Κάποιοι μιλούν ακόμη για το "ελληνικό" Μοναστήρι, κάποιοι άλλοι γιορτάζουν τα γενέθλια του Μεγαλέξανδρου, κάποιοι ντύνονται Ζορό και κάποιοι ακόμη αναπολούν το εμπάργκο. Ξέρω πως τα παραδείγματα προέρχονται από τον φολκλορικό, τον κοινότοπο ελληνικό εθνικισμό, και, ως εκ τούτου, δεν πρέπει να τους δώσουμε μεγαλύτερη σημασία, απ’ όση τους αξίζει~ ιδίως τώρα που σημειώθηκε πρόοδος στο θέμα του ονόματος. Πράγματι, από τον "νομιναλισμό της ιστορίας" περάσαμε στην "πολιτική της αναγνώρισης". Είναι όμως πρόοδος αυτή η πολιτική μήπως αποτελεί τυπικό σύμπτωμα του "συνδρόμου των Σκοπίων", που οδηγεί την ελληνική εξωτερική πολιτική σε λεονταρισμούς χωρίς αντίκρισμα;

3. Κάτσε κάτω απ’ το βέτο

Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν προβλήματα με την ΠΓΔΜ, παραβιάσεις της "ενδιάμεσης συμφωνίας", ακόμα και εθνικιστικές κορώνες από πλευράς των γειτόνων, που πολώνουν το κλίμα των διμερών σχέσεων. Τα προβλήματα αυτά υπάρχουν, αλλά δεν θα λυθούν με το "βέτο". Θα λυθούν με μια ρεαλιστική ευρωπαϊκή και βαλκανική πολιτική, που δεν θα οργανώνεται με βάση τα φοβικά ανακλαστικά της "πτωχής πλην τιμίου" Ελλάδας, αλλά με τη δυναμική προώθηση της φιλίας και της συνεργασίας, καθώς και με την αμοιβαία εγγύηση των δημοκρατικών ελευθεριών και δικαιωμάτων~ άρα, και του δικαιώματος του αυτοπροσδιορισμού. Το βέτο δεν μπορεί είναι το θριαμβευτικό καταφύγιο της εξωτερικής μας πολιτικής. Είναι το πρώτο βήμα της αναγνώρισης ενός πολιτικού αδιεξόδου. Το πρόσφατο "κομματικό μεροκάματο" δεν απευθύνεται στους διεθνείς εταίρους, αλλά στο πληγωμένο εθνικό ακροατήριο που εκπαιδεύτηκε να αντιμετωπίζει τα προβλήματα της εξωτερικής πολιτικής μέσα από ανιστόρητα μυθεύματα και θυμικές αντιδράσεις. Εδώ και δεκαπέντε χρόνια, η Ελλάδα δεν έχει αναπτύξει καμία σοβαρή πρωτοβουλία, ούτε μέσα στα Βαλκάνια ούτε μέσα στην Ευρώπη. Παρακολουθεί τα τεκταινόμενα από μακριά, και μοιράζει διαβήματα διαμαρτυρίας για τους προκλητικούς γείτονές τους, διανθισμένα με "μακεδονικές φάλαγγες" και κιτρινισμένους χάρτες. Μετά από δεκαπέντε χρόνια διαρκούς "ονοματολογίας", θα μπορούσαμε να ξεκολλήσουμε, επιτέλους, από το θέμα του ονόματος και να αναγνωρίσουμε, μαζί με τις υπόλοιπες 120 χώρες, το αυτονόητο: |ότι, δηλαδή, εδώ και πολύ καιρό, το δύσκολο αρκτικόλεξο της ΠΓΔΜ έχει μετεξελιχθεί σε "Δημοκρατία της Μακεδονίας"|. Για να το πω με άλλα λόγια: η ΠΓΔΜ αναγνωρίζεται πλέον διεθνώς με ένα όνομα που αντιστοιχεί στην πολιτική βούληση των πολιτών της, σε πλήρη συστοιχία με τις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου, των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη. Τα ανέξοδα "βαφτίσια", εκείνα, δηλαδή, που εκκινούν από την παραγνώριση αυτού του δικαιώματος, δεν είναι τίποτε άλλο παρά εθνικιστικές φαντασιώσεις για εσωτερική κατανάλωση.

Στη σύγχρονη Ευρώπη των είκοσι πέντε, η Ελλάδα κλείνεται όλο και περισσότερο στα σύνορά της, επιλέγοντας τις ιδιοτελείς φαντασιώσεις από τις ρεαλιστικές πραγματικότητες. Σε αυτό το άνισο παιχνίδι, η "σκοπιανοποίηση" της εξωτερικής πολιτικής εξέθρεψε την εθνικιστική εσωστρέφεια, με αποτέλεσμα να εκχωρείται διαρκώς ο συνταγματικός πατριωτισμός στις πλέον επικίνδυνες και αναχρονιστικές πολιτικές δυνάμεις του τόπου. Δεν φτάνει η καταγγελία του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, για να βγούμε |έξω και πέρα| από τον ντοπαρισμένο νεο-εθνικισμό, που μας καλεί να "κάτσουμε κάτω απ’ το βέτο"!

Είναι στα χέρια της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς, να θέσει σήμερα το Μακεδονικό σε νέα βάση, υποστηρίζοντας την επείγουσα ανάγκη αναπροσανατολισμού της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στην ευρωπαϊκή και βαλκανική της διάσταση, χωρίς το "σύνδρομο των Σκοπίων".

|Ο Γιάννης Παπαθεοδώρου διδάσκει νεοελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι