Ολοένα λιγότερα παράγει η ελληνική οικονομία

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 18/05/2008

Πενήντα χρόνια είχε συμπληρώσει η ετήσια έκθεση του ΣΕΒ για την ελληνική βιομηχανία. Αλλά η φετινή έκθεση, που τιτλοφορείται πλέον "Η ελληνική επιχείρηση το 2007" αναφέρεται, πέρα από τη βιομηχανία, εκτεταμένα στο εμπόριο και τις υπηρεσίες, αντανακλώντας την προσπάθεια του ΣΕΒ να εκπροσωπήσει το σύνολο του ιδιωτικού τομέα. Η μεταλλαγή του ιστορικού φορέα των βιομηχάνων πέρυσι, από "Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών" σε "Σύνδεσμο Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών" ήρθε άλλωστε να σφραγίσει την αμετάκλητη, όπως θεώρησε η ηγεσία του, συρρίκνωση του βιομηχανικού τομέα στην ελληνική οικονομία.

Στην έκθεση συνοψίζονται οι ανακατατάξεις που συντελέσθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες:

* Ο πρωτογενής τομέας, γεωργία, κτηνοτροφία, δασοκομία και αλιεία, αντιπροσώπευε την περίοδο 1970-1981 το 11,6% του ΑΕΠ και έκτοτε πέφτει κατακόρυφα, στο 5,7% την περίοδο 1999-2004, στο 3,6% μόλις το 2007. Αντίστοιχα δραματικά μειώθηκε η απασχόληση: από το 40,8% του συνόλου σε 18,5%, και σε 11,5% πέρυσι.

* Η μεταποιητική βιομηχανία, από 23,2% του ΑΕΠ το 1970-1981, τελευταία περίοδο κατά την οποία αυξανόταν το βάρος της στην οικονομία, μειώθηκε σε 14,9% το 1999-2004 και το 2007 είχε πέσει σε 12,4%. Παράλληλα, οι απασχολούμενοι μειώνονταν από 11,7% σε 6,5% του συνόλου. Τη δεκαετία 1998-2007 ο αριθμός των απασχολουμένων μειώθηκε κατά 4,8% μόνο πέρυσι καταγράφηκε μείωση 1%. Συνολικά η μείωση πάντως αποδίδεται περισσότερο στους αυταπασχολούμενους, μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις που έκλεισαν, παρά στις αναδιαρθρώσεις των μεγάλων.

* Όσο για τους υπόλοιπους κλάδους του δευτερογενούς τομέα το ίδιο διάστημα, η συμβολή της παραγωγής των ορυχείων στο ΑΕΠ μειώθηκε στο μισό, από 1% σε 0,5%, της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου αυξήθηκε από 1,6% σε 2%, και ανάλογα εξελίχθηκε η απασχόληση. Η συμβολή των κατασκευών από 10,2% μειώθηκε πρώτα σε 8,5% για να ξανανέβει σε 10,5% έως το 2004 με νέα άνοδο το 2006-2007. Η απασχόληση αυξανόταν σημαντικά την τελευταία δεκαετία, 3,3% το χρόνο, πέρυσι μάλιστα αυξήθηκε κατά 8,9%, για να φθάσει το 9% του συνόλου.

* Αντίστροφα, οι υπηρεσίες από 52% του ΑΕΠ την περίοδο 1970-1981 υπερβαίνουν το 72% από το 2000 και μετά, με την απασχόληση να αυξάνεται από το 36% στο 63% του συνόλου. Η συμβολή του εμπορίου έμεινε περίπου σταθερή στο 13,5% ως το 2000, ενώ πλέον υπερβαίνει το 14%, αλλά η απασχόληση αυξήθηκε από 9,3% σε πάνω από 17% του συνόλου. Μεγάλη αύξηση είχαν οι μεταφορές, χερσαίες και θαλάσσιες, οι τηλεπικοινωνίες, τα ξενοδοχεία-εστιατόρια, αθροιστικά από 13,2% σε 19,6% του ΑΕΠ και από 11,4% σε 19,2% της απασχόλησης. Ο αυξανόμενος ρόλος των τραπεζών δεν διακρίνεται στην ποσοτική συμβολή τους στο ΑΕΠ, που φαίνεται να διατηρείται σταθερή.

Κρίσιμα ερωτήματα

Η απόπειρα να παρουσιασθούν οι πολύ σημαντικές αυτές μεταβολές (παρ’ όλες τις δυσκολίες ως προς τη συγκρισιμότητα των δεδομένων) θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για μιαν αναγκαία συζήτηση: Πόσο ανταποκρίνονται στις επιδιώξεις της πολιτείας, των επιχειρήσεων, της κοινωνίας ολόκληρης κατά τις δεκαετίες μέσα στις οποίες συντελούνταν; Πόσο ανταποκρίνεται η διάρθρωση που προέκυψε στις σημερινές επιδιώξεις; Και εφόσον οι απαντήσεις θα ήσαν "από λίγο έως καθόλου", θα έπρεπε να εξηγηθούν οι αιτίες, για να διερευνηθεί το κρίσιμο ερώτημα: Προς ποια κατεύθυνση και με ποιους τρόπους θέλουμε και είναι εφικτό να εξελιχθεί η οικονομία;

Η έκθεση δεν μπαίνει σ’ αυτήν την προβληματική, περιλαμβάνει όμως κάποιες νύξεις: Γράφει, για παράδειγμα, ότι η συρρίκνωση της γεωργίας "επιβεβαιώνει την ανάγκη να αναληφθούν καινοτόμες πρωτοβουλίες για να ενισχυθεί η ανταγωνιστική θέση της χώρας και στο εξωτερικό, περιορίζοντας ταυτόχρονα και το μεγάλο βαθμό εξάρτησης από τις κοινοτικές επιδοτήσεις". Και θεωρεί ότι "με νέες, εναλλακτικές μεθόδους καλλιέργειας... υπάρχουν περιθώρια ανάκαμψης στην αγροτική παραγωγή της Ελλάδας". Αλλά εύκολα λέγονται αυτά τα σωστά από τον ΣΕΒ για τη γεωργία, που βρίσκεται αρκετά μακριά του.

Πιο φειδωλή σε αυτοκριτική είναι η έκθεση για τη βιομηχανία ("το σπίτι της" και, ως γνωστόν, "αν δεν παινέψεις το σπίτι σου..."), σημειώνοντας πάντως: "Η μείωση του μεριδίου της μεταποίησης στο ΑΕΠ οφείλεται στο ότι περιορίστηκε η συμβολή των παραδοσιακών κλάδων, ιδιαίτερα του κλάδου της κλωστοϋφαντουργίας, χωρίς αυτό να αντισταθμιστεί από την ανάπτυξη άλλων μεταποιητικών δραστηριοτήτων".

Ασχολίαστη άλλωστε αφήνει την υπερδιόγκωση του εμπορίου, του νέου της "σπιτιού", καθώς μια σειρά παραδοσιακές βιομηχανίες μετατράπηκαν σε ολοένα περισσότερο εμπορικές επιχειρήσεις, μετατοπίζοντας το βάρος της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας από την παραγωγή δικών τους προϊόντων στη διακίνηση εισαγομένων.

Αυτό ακριβώς είναι όμως ένα ερώτημα που χρειάζεται να απαντηθεί: Γιατί δεν κατάφεραν να αναπτυχθούν στη χώρα μας νέες μεταποιητικές δραστηριότητες και μείναμε όλοι τριάντα χρόνια απλώς να κοιτάμε μεγάλες βιομηχανίες να κλείνουν τη μία μετά την άλλη;

Όχι μόνον από ιστορικό ενδιαφέρον, αλλά προπάντων για να δούμε πώς θα μπορούσαμε να προωθήσουμε τη δημιουργία νέων, σύγχρονων παραγωγικών μονάδων, που θα έδιναν πολλές καινούργιες και καλές θέσεις εργασίας, θα βοηθούσαν ώστε ολόκληρη η οικονομία να αποκτήσει υψηλότερη τεχνογνωσία, εντέλει καλύτερο παραγωγικό ήθος.

Πόσο βοηθάει να διαμαρτυρόμαστε για τη γενιά των 700 ευρώ, για την ανεργία των νέων και για τη δυσκολία τους να βρουν δουλειά ανάλογη με τη μόρφωσή τους, όταν οι αριθμοί δείχνουν π.χ. το εμπόριο να έχει δύο μονάδες παραπάνω από τη βιομηχανία συμμετοχή στο ΑΕΠ, αλλά να αυξάνει την απασχόληση στο τριπλάσιο επίπεδο;

Έμειναν στη συνθηματολογία

Η ετήσια συνέλευση του ΣΕΒ είναι μια ευκαιρία δημόσιας αντιπαράθεσης για την προοπτική της ελληνικής οικονομίας. Αλλά εκεί τέτοια κρίσιμα ζητήματα συγκεκριμένα δεν τέθηκαν. Ο πρόεδρος του ΣΕΒ Δημήτρης Δασκαλόπουλος εκφώνησε ένα γενικό πολιτικό μανιφέστο για βιώσιμη ανάπτυξη και κοινωνική συνοχή με κλειδί την επιχειρηματικότητα, επικρίνοντας κόμματα, συνδικάτα, τη δημόσια διοίκηση, την κοινή γνώμη ότι αντιστέκονται σε εκσυγχρονιστικές αλλαγές, ακόμα και τον ιδιωτικό τομέα στον βαθμό που δεν ανταποκρίνεται.

Ο πρωθυπουργός έμεινε σε γενικές εκκλήσεις, για τον πληθωρισμό ιδίως ("να αποδείξουμε στην πράξη ότι ελεύθερη αγορά δεν σημαίνει ασύδοτη αγορά"), και επανέλαβε γνωστές εξαγγελίες για μεταρρυθμίσεις.

Αναλυτικότερα παρουσίασε την κυβερνητική πολιτική ο υπουργός Οικονομίας Γιώργος Αλογοσκούφης, εκθειάζοντας ιδίως τις αποκρατικοποιήσεις και μάλιστα του ΟΤΕ, χωρίς ούτε νύξη για κάποιον τομέα όπου η Ελλάδα θα μπορούσε να αναπτύξει συγκριτικό πλεονέκτημα.

Στη δική του ομιλία ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Γιώργος Παπανδρέου έδωσε το βάρος στην αντιπολίτευση αλλά και κάποια έμφαση στην "πράσινη ανάπτυξη" και τις ήπιες πηγές ενέργειας. Όλα αυτά όμως βρίσκονταν πολύ περισσότερο στη σφαίρα της συνθηματολογίας παρά της πολιτικής, για να αλλάξουν οι όροι για την ανάπτυξη.

Η φετινή έκθεση του ΣΕΒ περιλαμβάνει ωστόσο πολλά στοιχεία που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν για μια ουσιαστική συζήτηση: αναδημοσιεύει π.χ. την έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας που κατατάσσει την Ελλάδα μεταξύ των τελευταίων χωρών ως προς την ευκολία ανάληψης επιχειρηματικής δράσης και την αντίστοιχη του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ για την ανταγωνιστικότητα. Παρουσιάζει συγκριτικά στοιχεία για τις πωλήσεις και την κερδοφορία των τελευταίων ετών, όπου μπορούμε να δούμε, για παράδειγμα, τη ραγδαία ανάπτυξη του πολύ μικρού ακόμα κλάδου της ανακύκλωσης. Και βέβαια όλες τις πρόσφατες τάσεις για τις πωλήσεις, την απασχόληση και τις επενδύσεις, όπως αποτυπώνονται στις έρευνες συγκυρίας.

Το ΙΟΒΕ εξάλλου δημοσίευσε μόλις μια μελέτη για την καινοτομία και τους κλάδους υψηλής τεχνολογίας, όπου καταγράφει μεν τη συνολική υστέρηση της Ελλάδας, διαπιστώνει όμως και την ανάπτυξη πάνω από 26.000 μονάδων σε κλάδους υψηλής τεχνολογίας τα τελευταία χρόνια (έφθαναν το 3,8% του ΑΕΠ το 2006), που απασχολούν πλέον 80.000 εργαζόμενους. Ακόμα και αυτές όμως επικεντρώνονται στο εμπόριο υψηλής τεχνολογίας. Αλλά η μελέτη υποστηρίζει ότι μπορούν να αποτελέσουν νέες πηγές ανάπτυξης συνολικά για την ελληνική οικονομία.

Τα διόλου ενθαρρυντικά στοιχεία των εθνικών λογαριασμών για το πρώτο τρίμηνο φέτος που δημοσιεύθηκαν προχθές δείχνουν πόσο επείγουσα είναι η συζήτηση που δεν γίνεται. Διότι το ΑΕΠ εξακολούθησε μεν να αυξάνεται με ετήσιο ρυθμό 3,6%, όσο και το τελευταίο τρίμηνο του 2007. Ό ρυθμός αύξησης της συνολικής κατανάλωσης έπεσε όμως σε 2,5% (από 4,6%) και οι επενδύσεις συνέχισαν να μειώνονται κατά 1% (είχαν μειωθεί κατά 4,7% το τελευταίο τρίμηνο του 2007, ενώ τα οκτώ προηγούμενα τρίμηνα είχαν υψηλούς ρυθμούς αύξησης).

Οι εξαγωγές αυξήθηκαν μόλις κατά 0,9% (από 7,1%) και η διατήρηση της αύξησης του ΑΕΠ με υψηλό σχετικά ρυθμό οφείλεται αποκλειστικά στη μείωση των εισαγωγών κατά 4,6%, που δεν μπορεί παρά να είναι περιστασιακή. Έχουμε δηλαδή ενδείξεις σοβαρής επιβράδυνσης.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι