Σε νέα ύψη ο πληθωρισμός

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 01/06/2008

Στο 3,6% επανήλθε ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη το Μάιο, σύμφωνα με την προσωρινή εκτίμηση που ανακοίνωσε προχθές η Eurostat, και πιθανολογείται να φθάσει ακόμα υψηλότερα τους επόμενους μήνες. Στην Ελλάδα πρέπει να περιμένουμε τη μεθεπόμενη Δευτέρα για να πληροφορηθούμε την εξέλιξη του Μαϊου, ο γενικός γραμματέας της Στατιστικής Υπηρεσίας Μανώλης Κοντοπυράκης μας έχει όμως προϊδεάσει: η ετήσια άνοδος του δείκτη τιμών καταναλωτή "πλησιάζει" το 5%.

Η αίσθηση για την ακρίβεια που έχουν πολλοί άνθρωποι είναι σημαντικά μεγαλύτερη, καθώς βλέπουν μια σειρά είδη καθημερινής ανάγκης να είναι μέχρι και 20% ακριβότερα από πέρυσι, και κάποτε παρακολουθούν στο ίδιο προϊόν η τιμή να αυξάνεται τρεις και τέσσερις φορές μέσα στο χρόνο. Αλλά και ένα 5% κατά μέσο όρο για το σύνολο των αγαθών και των υπηρεσιών που περιλαμβάνει το "καλάθι" του δείκτη, το σύνολο δηλαδή στις ποσότητες που καταναλώνουμε όλος ο πληθυσμός της χώρας, είναι ένας υψηλός ρυθμός, ξεχασμένος πάνω από δέκα χρόνια τώρα. Πόσο μάλλον που μετά το Μάιο είναι πιθανό να ανέβει και παραπάνω.

Υπάρχει έτσι δικαιολογημένη ανησυχία και αγανάκτηση, ιδίως στους χαμηλόμισθους, συνταξιούχους, άνεργους, που δυσκολεύονται ολοένα περισσότερο να

καλύψουν τις πιο βασικές ανάγκες. Τους προηγούμενους τρεις μήνες, Φεβρουάριο, Μάρτιο και Απρίλιο, ο επίσημος τιμάριθμος έτρεχε με ετήσιο ρυθμό 4,4%. Αλλά ακόμα και όσοι είχαν πάρει στο χαμηλό τους μισθό, ή τη σύνταξη, μιαν αύξηση 4,5%, και πάλι δεν είχαν τα χρήματα για να αγοράσουν όσα αγόραζαν πέρυσι. Διότι, με τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας πάντα, τον Απρίλιο ο επιμέρους δείκτης για τις τιμές των τροφίμων είχε ετήσια αύξηση 6,6%: μάλιστα τα ζυμαρικά 22,4%, το αλεύρι 19%, το ψωμί 17,3%, τα αυγά 14,2%, όσο και τα όσπρια, τα κοτόπουλα 12,2%, όσο και τα φρούτα, τα λαχανικά 7,4%, το παστεριωμένο γάλα 6,5%, η φέτα 5,8%. Κάποια τρόφιμα είχαν μικρότερες αυξήσεις, π.χ. 3,7% τα ψάρια, 1,7% το μοσχάρι, αλλά μόνο τρία είχαν μείωση στις τιμές τους από πέρυσι: 3,9% το αρνάκι, 2,3% οι πατάτες, 1,6% το ελαιόλαδο. Ο δε δείκτης για τη στέγαση είχε ετήσια αύξηση 10,3%: το πετρέλαιο θέρμανσης 38,6%, αλλά και το ηλεκτρικό ρεύμα 6,9%, οι κάθε λογής επισκευές 5%, τα ενοίκια 3,8%, κ.ο.κ.

Για διατροφή και στέγη όμως όσοι έχουν χαμηλό εισόδημα ξοδεύουν αναγκαστικά πολύ μεγάλο μέρος από το μηνιάτικό τους. Αυτοί, οι φτωχότεροι, δεν αγόρασαν αυτοκίνητο, ή ηλεκτρονικό υπολογιστή, οι τιμές των οποίων έπεσαν, και ίσως να τηλεφωνούν λιγότερο από το μέσο όρο, όπου καταγράφηκε ακόμα μεγαλύτερη μείωση των τιμών (7,2% στα σταθερά). Ένας δικός τους τιμάριθμος επομένως, αν υπολογιζόταν στη βάση του δικού τους "καλαθιού" μηνιαίων αγορών, μπορεί να έδειχνε ετήσια αύξηση πάνω από 6%. Να έδειχνε δηλαδή πόσο ακόμα φτωχότεροι γίνονται σε σύγκριση με πέρυσι. Γι’ αυτό και έχει ζητηθεί η κατάρτισή του από βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, για να τεκμηριωθεί η στήριξη αυτών των εισοδημάτων.

Πίεση υφίστανται άλλωστε και τα νοικοκυριά με μεσαία εισοδήματα, που πέρα από τα ακριβότερα τρόφιμα, τη θέρμανση, το ρεύμα, τη βενζίνη για τα ΙΧ τους (11,6%), πλήρωναν τον Απρίλιο 6,4% περισσότερα από πέρυσι για τα βιβλία και τα σχολικά των παιδιών τους, 4,6% περισσότερα για δίδακτρα. Η αγανάκτηση επομένως γενικεύεται. Και φουντώνει, εφόσον το Μάιο οι ανατιμήσεις συνεχίσθηκαν έντονες σε πολλά είδη, τον Ιούνιο προαναγγέλλονται και άλλες.

Ανικανότητα

Φυσικά η αγανάκτηση στρέφεται κατά της κυβέρνησης. Αλλά και το πρόβλημα της προστασίας των λαϊκών εισοδημάτων από την ακρίβεια, όπως τα περισσότερα ζητήματα, η κυβέρνηση Καραμανλή το αντιμετωπίζει εξ αρχής με όρους δημοσκοπικών εντυπώσεων, όχι πολιτικής, και η τακτική της αυτή γίνεται τώρα μπούμερανγκ. Προσπαθώντας να περισώσει ό,τι μπορεί από τη συνολική της εικόνα, το έχει αναθέσει κατ’ αποκλειστικότητα στον υπουργό Ανάπτυξης Χρήστο Φώλια, για να συγκεντρώνει αυτός τα πυρά, με τους άλλους, οπωσδήποτε συνυπεύθυνους συναδέλφους του, από το Γιώργο Αλογοσκούφη και τον αρμόδιο για το εμπόριο την προηγούμενη τετραετία Γιάννη Παπαθανασίου, μέχρι τη Φάνη Πετραλιά και τον Άρη Σπηλιωτόπουλο, να τηρούν αποστάσεις, όταν δεν επιδίδονται σε ειρωνικούς υπαινιγμούς για να διαφοροποιηθούν.

Τα 41 μέτρα που είχε ανακοινώσει ο κ. Φώλιας το Φεβρουάριο, και τα επτά που προσέθεσε την Πέμπτη, έχουν χαρακτηρισθεί "ασπιρίνες". Οι πάντες γνωρίζουν ότι με τον τρόπο που λειτουργούν πολλές αγορές στην Ελλάδα επιτρέπουν υπερβολικά μεγάλα κέρδη σε διάφορες κατηγορίες εμπόρων και μεσαζόντων, στη διακίνηση των αγροτικών προϊόντων προπάντων, αλλά και σε επιχειρήσεις που παράγουν αγαθά και υπηρεσίες, στο βαθμό που συνεννοούνται μεταξύ τους για τις τιμές, συγκροτούν δηλαδή καρτέλ, ή συνεννοούνται αντίστοιχα με μεγάλες εμπορικές αλυσίδες.

Όλα τα μέτρα του κ. Φώλια αποσκοπούν σε μεγαλύτερη διαφάνεια στις αγορές και καλύτερη ενημέρωση των καταναλωτών. Δεν είναι όμως ιεραρχημένα. Για παράδειγμα, η αναγκαία ενίσχυση της Επιτροπής Ανταγωνισμού απλώς αναφέρεται σαν ένα μέσα σε μια πενηνταριά διαφορετικά μέτρα, αντί να αποτελέσει τον κεντρικό άξονα που θα μπορούσε να φέρει αποτελέσματα, όπως δείχνει η εμπειρία πολλών ανεπτυγμένων χωρών. Επιπλέον, η εφαρμογή τους θα προσκρούσει σε αδυναμίες της διοίκησης και στην αντίσταση οργανωμένων συμφερόντων, όχι μόνο των μεγάλων επιχειρήσεων, αλλά και πολλών μικρότερων. Την ανάγκη να καθιερωθεί η δίγραμμη επιταγή στις συναλλαγές μεταξύ παραγωγών και χονδρεμπόρων αγροτικών προϊόντων και κρεάτων την έμαθα πριν τριάντα και πλέον χρόνια, όταν πρωτοξεκινούσα στο οικονομικό ρεπορτάζ, και την ξανακούω τώρα...

Διεθνείς τάσεις, εθνικές πολιτικές

Ακόμα και αν ήταν δυνατό να εφαρμοσθούν με επιτυχία όλα τα μέτρα του κ. Φώλια, και πάλι η επίπτωσή τους στην τωρινή γενική ακρίβεια που τρώει τα χαμηλά και τα μεσαία εισοδήματα θα ήταν περιορισμένη.

Βασική πηγή της ακρίβειας είναι τα τρόφιμα, που είχαν τον Απρίλιο ετήσια αύξηση 6,6% στην Ελλάδα. Και στην Ευρωζώνη συνολικά όμως, όπου δεν επικρατούν ανάλογες στρεβλώσεις στις αγορές, οι τιμές των τροφίμων τον ίδιο μήνα έδειξαν αύξηση 6%, όπως έχει ανακοινώσει η Eurostat.

Τον πληθωρισμό σπρώχνουν παντού προς τα πάνω οι μεγάλες αυξήσεις στις διεθνείς τιμές των τροφίμων, και βέβαια οι ακόμα μεγαλύτερες στο πετρέλαιο. Εκφράζουν παγκόσμιες ανακατατάξεις, με πολύ πιο τραγικές συνέπειες για τις φτωχότερες χώρες του πλανήτη, από τις οποίες καμία εθνική οικονομία δεν είναι απρόσβλητη, και μόνον ως ένα βαθμό προστατεύει η συμμετοχή στην Ευρωζώνη, πιο σημαντικό στα καύσιμα, πολύ λιγότερο στα τρόφιμα.

Οι διεθνείς τιμές βασικών τροφίμων θα υποχωρήσουν κάπως από τα τωρινά ακραία τους επίπεδα, θα διατηρηθούν όμως κατά μέσο όρο σημαντικά υψηλότερες την επόμενη δεκαετία από το μέσο επίπεδο της δεκαετίας 1998-2007 σε πραγματικούς όρους, διαπιστώνει κοινή έκθεση του ΟΟΣΑ και του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών. Σε πίνακα εκεί μπορούμε να δούμε (Φεβρουάριος 2008) ότι ενόσω σε μάς τα τρόφιμα είχαν ετήσια αύξηση 6,6%, στην Ισπανία είχαν 7,1% και στη Γερμανία 7,4%! Για τους Γερμανούς η επίπτωση είναι κάπως μικρότερη, αφού ξοδεύουν το 10,4% από το εισόδημά τους για διατροφή, ενώ εμείς το 17,8%. Αν πάμε όμως σε φτωχότερες χώρες θα δούμε ότι οι κοντινοί μας Αιγύπτιοι πλήρωσαν 13,5% ακριβότερα τα τρόφιμα για τα οποία ξοδεύουν το 41,5% από το εισόδημά τους, οι Κενυάτες τα πλήρωσαν 24,6% ακριβότερα και δίνουν το 50,5% από το εισόδημά τους μόνο για να φάνε, και εκεί ανάμεσα κινούνται Κινέζοι, Πακιστανοί, πολλοί άλλοι λαοί.

Όσον αφορά το πετρέλαιο, οι προτάσεις που ακούστηκαν τελευταία από το Γάλλο πρόεδρο Νικολά Σαρκοζί να καταργηθεί ο ΦΠΑ στα καύσιμα (είχαν προηγηθεί στις ΗΠΑ η Χίλαρι Κλίντον και ο Μακέιν), θα είχαν νόημα αν επρόκειτο για προσωρινή έξαρση. Δεν είναι όμως παρά δημαγωγικές, εφόσον οι ανατιμήσεις εκφράζουν άνοδο της παγκόσμιας ζήτησης πολύ μεγαλύτερη από τις δυνατότητες προσφοράς, και άρα θα συνεχίζονται.

Για να επιστρέψουμε στην Ελλάδα, οι συνθήκες υψηλότερου πληθωρισμού ευνοούν κερδοσκοπικές συμπεριφορές, και γι’ αυτό χρειάζεται επαγρύπνηση των αρχών και αυστηρότερη εποπτεία. Στρεβλώσεις στις αγορές πρέπει να αντιμετωπισθούν για να μειωθεί η διαφορά από την Ευρωζώνη, αν και έχει αποδειχθεί πολιτικά δύσκολο σε μια οικονομία με τόσο μεγάλο αριθμό αυταπασχολουμένων. Εκκλήσεις στις μεγάλες εταιρίες να συγκρατήσουν τις τιμές τους θα μπορούσαν κάπως να ανακουφίσουν εφόσον ανταποκριθούν (όπως το 1999, ενόψει τότε της ένταξης στην ΟΝΕ). Είναι όμως αυταπάτη να νομίζει κανείς ότι έτσι θα εξαλειφθεί η ακρίβεια.

Από το κράτος απαιτούνται επομένως άμεσα γενναίες πολιτικές για τη στήριξη των χαμηλών εισοδημάτων, και αυτό σημαίνει φόρους για να τις χρηματοδοτήσουν. Οι φθηνές κάρτες στις συγκοινωνίες της Αθήνας είναι ένα καλό παράδειγμα, αλλά χρειάζονται πολύ περισσότερα. Πιο μακροχρόνια απαιτούνται πολιτικές για την ανάπτυξη, την αύξηση του παραγόμενου πλούτου ώστε να αυξηθούν απασχόληση και εισοδήματα.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι