Το γλέντι ως εθνικό επίτευγμα

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Ελευθεροτυπία, 06/10/2004

Το προπερασμένο Σάββατο διάβασα, με προσοχή και απόλαυση όπως πάντα, ένα σχόλιο του Γιάννη Χάρη για την αισθητική που πρυτάνευσε στην τελετή λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων. Το θέμα παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, αλλά αδυνατώ να συμβάλω στη συζήτηση για έναν απλούστατο λόγο: είδα μέρος μόνο της τελετής. Οσο άντεξα. Μη φανταστείτε όμως ότι έκλεισα την τηλεόραση σε ένδειξη διαμαρτυρίας για το ποταπόν του θεάματος.

Απλώς εκείνες τις ημέρες περίμενα να ετοιμαστούν τα νέα γυαλιά μου, ελλείψει των οποίων η τηλεθέαση μου προκαλούσε φρικτό πονοκέφαλο. Συνεπώς δεν έχω να πω τίποτα περί αισθητικής. Υπάρχει ωστόσο κάτι άλλο που είμαι σε θέση να επισημάνω: κατά τη διάρκεια των Αγώνων βρισκόμουν στο εξωτερικό και μολονότι τα πλάνα ήταν ακριβώς τα ίδια για όλους, η αίσθηση εκεί ήταν κάπως διαφορετική. Συγκεκριμένα, η τελετή διαβάστηκε σαν μια εικόνα του εαυτού μας που επιλέξαμε να δείξουμε στους ξένους. Και η εικόνα αυτή προέβαλε το γλέντι ως ιδιάζον χαρακτηριστικό και επίτευγμα των Νεοελλήνων.

Σαφώς δεν πρόκειται για κατασκευή εκ του μηδενός. Στην Ελλάδα το γλέντι αποτελεί μεγάλο και σημαντικό μέρος της καθημερινότητας και όντως, αν το μετρήσουμε ποσοτικά ή με κριτήριο την ένταση και την ποιότητα, οι επιδόσεις μας στο εν λόγω άθλημα αποδεικνύονται ανώτερες από εκείνες των βόρειων λαών. Γιατί άραγε; Θα ήταν μεγάλο λάθος να επικαλεστούμε ξανά το DNA. Οι παράγοντες που ευνοούν το ελληνικό γλέντι δεν είναι φυλετικοί, αλλά κοινωνικοί: π.χ. το γεγονός ότι διατηρούμε περισσότερο από τους δυτικούς την έννοια της γιορτής όπως ισχύει σε έναν παραδοσιακό τρόπο ζωής, η σχέση μας με το χρήμα παραμένει αμφίθυμη και επιπλέον η προτεσταντική ηθική που αναγορεύει την αποταμίευση σε ύψιστη αρετή και η εργαλειακή λογική της νεωτερικής κοινωνίας, δεν έχουν μεγάλη πέραση στην Ελλάδα (έρχονται όμως!). Φυσικά βοηθάει και ο καιρός που σε βγάζει από το σπίτι σου. Ο Ελληνας και θέλει και ξέρει να γλεντάει!

Θα ήταν όμως επίσης μεγάλο λάθος να θεωρήσουμε τις ιδιοτυπίες της κάθε κουλτούρας ουδέτερες και απλώς δεδομένες. Οπως φάνηκε καθαρά στην τελετή λήξης, το γλέντι, ως εθνικό επίτευγμα, είναι κάτι που επιδεικνύουμε στους ξένους για να κάνουμε καλή εντύπωση. Το πόσο βαθιά έχει ριζώσει αυτή η αντίληψη και πώς λειτουργεί ιδεολογικά το έχω διαπιστώσει άπειρες φορές, όταν οι Ελληνες συγκρίνουν εαυτούς με ξένους. Στα λόγια τους, το γλέντι μετατρέπεται ανεπαίσθητα από αυθόρμητη εκδήλωση χαράς και κοινωνικότητας σε ιδεολογικό αντιστάθμισμα ή δεκανίκι: «Ναι, εκεί έχουν παιδεία, νοσοκομεία, χρηστή διοίκηση, αξιοκρατία και όλα αυτά, αλλά τι το θες, ρε παιδί μου, δεν ξέρουν να γλεντάνε. Γι’ αυτό μας ζηλεύουν κι έρχονται εδώ το καλοκαίρι!». Οσα καλά των ξένων να βάλουμε στη ζυγαριά, η πασίγνωστη «ξενερωσιά» τους την κάνει τελικά να γείρει προς το μέρος μας.

Αυτή η στάση δεν αποτελεί δική μας εφεύρεση. Ολες οι κουλτούρες κατασκευάζουν έναν κολακευτικό «εθνικό ιδεότυπο», που οι άνθρωποι νομίζουν ότι ενσαρκώνουν, αλλά -κι εδώ βρίσκεται η καρδιά του προβλήματος- από τη στιγμή που τον προβάλλουν συνειδητά, έχουν ήδη αρχίσει να τον υποδύονται. Δεν είναι μόνο ο Ελληνας γλεντζές. Οι Ιταλοί μερικές φορές φτάνουν στο γελοίο όταν το παίζουν εραστές, ενώ οι Γάλλοι το ξεπερνούν κατά πολύ με την αξίωσή τους να θεωρηθούν διανοούμενοι, μόνο και μόνο επειδή διαθέτουν γαλλικό διαβατήριο.

Στη δική μας περίπτωση όμως, υπάρχει και μια σημαντικότατη διάσταση που δεν φαίνεται σε πρώτη ματιά και περιπλέκει το πρόβλημα ακόμα περισσότερο. Το εθνικό μας επίτευγμα, το γλέντι, υποδηλώνει αυθορμητισμό, ειλικρίνεια, ανιδιοτέλεια κ.λπ., χαρακτηριστικά τα οποία συνθέτουν μια αίσθηση αμεσότητας. Και η αμεσότητα, ως γενικότερη στάση ζωής, είναι το υπέδαφος της νεοελληνικής ιδεολογίας. Γι’ αυτό την επικαλούνται τόσοι πολλοί και με τόσους πολλούς τρόπους. Από τους νεορθόδοξους, όταν μιλούν για το βίωμα της αγάπης που φτάνει άμεσα στην αλήθεια, χωρίς την παραποιητική διαμεσολάβηση της δυτικότροπης νόησης, μέχρι τους οπαδούς του ρομαντικού αντι-ιμπεριαλισμού, οι οποίοι ταυτίζουν τον Μπους με το Διαφωτισμό, και εκείνους που προσπαθούν να πείσουν και συνεπώς να επικρατήσουν, όχι με την έλλογη ανάλυση και το επιχείρημα, αλλά με έναν προσεκτικά κατασκευασμένο λυρικό αυθορμητισμό. Δεν υπάρχει πιο κάλπικη και πιο επικίνδυνη ιδεολογία από τη λατρεία της αμεσότητας.

Δεν θέλω να πω ότι όποιος βγει απόψε να ξεσκάσει ευθύνεται ή συμφωνεί με όλα αυτά. Οταν όμως το γλέντι παύει να είναι αυτό που υποτίθεται ότι είναι και αποκτήσει τις διαστάσεις εθνικού επιτεύγματος και εθνικής ιδιαιτερότητας, κάτι έχει πάει στραβά. Αξίζει να προβληματιστούμε.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι