Φυλακές, ναρκωτικά και στείρα πολιτική

Νίκος Παρασκευόπουλος, Ελευθεροτυπία, 26/11/2008

Μια υπεροπτική Πολιτεία αρνήθηκε να συζητήσει με εκπροσώπους των κρατουμένων, αφού αυτοί δεν είναι δα κάποια συμπαθής τάξη. Είναι οι «κολασμένοι», όπως πολλοί έγραψαν. Τότε, όμως, ποιοι είναι οι «άλλοι»; Μήπως οι ακόλαστοι; Η απάντηση στο λογοπαίγνιο πριν από δεκαετίες θα ήταν εύκολη: ακόλαστοι ονομάζονταν μόνον οι διάγοντες ανεπίτρεπτο σεξουαλικό βίο. Σήμερα αυτοί φαντάζουν άκακα αρνιά μπροστά σε όσους πλήττουν αλύπητα τους συνανθρώπους τους. Μήπως, πλέον, ακόλαστοι μπορούν να ονομαστούν και όσοι ατιμώρητα διαμορφώνουν μια δυσανάλογη και στείρα πολιτική απέναντι στους εξαρτημένους από ναρκωτικά;

Η θέση των εξαρτημένων από ναρκωτικά είναι σε προγράμματα απεξάρτησης στην ανοικτή κοινωνία και όχι στη φυλακή. Προς το παρόν η παραπάνω φράση δεν αποτυπώνει περιγραφή, αλλά διεκδίκηση. Ευνόητο το σκεπτικό της: χωρίς την εξάρτησή τους, οι περισσότεροι δεν θα έφθαναν ποτέ σε διακίνηση ναρκωτικών, κλοπές κ.λπ. Αν, εξάλλου, απεξαρτηθούν, ξεφεύγουν οριστικά από τον κύκλο της μιζέριας και της παρανομίας. Το αναπόφευκτο πέρασμά τους από τη φυλακή πρέπει να είναι σύντομο και να οδηγεί στη θεραπεία-επανένταξη. Με ωφέλεια όλων: δεν εξασθενεί, αλλά εγγυάται, την ασφάλεια η μεταλλαγή της ποινής σε απεξάρτηση, αφού η τελευταία τεκμηριωμένα1 εξασφαλίζει την απομάκρυνση από το έγκλημα.

Επίκαιρο θέμα σήμερα είναι, μεταξύ άλλων, το νομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή, υπό την πίεση των διεκδικήσεων των κρατουμένων. Συνοδεύθηκε από εξαγγελίες για αποσυμφόρηση των φυλακών, καθώς και για μέριμνα προς τους εξαρτημένους κρατούμενους. Τις επιβεβαιώνει;

Ηδη οι σκέψεις της αιτιολογικής έκθεσης προσγειώνουν απότομα: δεν αναφέρονται στους εξαρτημένους. Σε αντίστοιχες εκθέσεις νομοσχεδίων του παρελθόντος2 τονιζόταν η θεραπευτική προοπτική, αλλά εν τω μεταξύ εξαγριωθήκαμε. Οσο για τα διεθνή κείμενα που εμπνέουν το νομοσχέδιο, η αιτιολογική έκθεση είναι αποκαλυπτική: καταγράφει τα ευρωπαϊκά θεσμικά εργαλεία που οργανώνουν την κατασταλτική πολιτική, αλλά αποσιωπά την ετήσια έκθεση (2007) της Επιτροπής Ναρκωτικών του ΟΗΕ3. Εκεί επισημαίνονται άλλα προβλήματα ως πρωτεύοντα και πιεστικά: ο ΟΗΕ ανησυχεί για τις δυσαναλογίες ευθύνης-ποινής και υπογραμμίζει την ανάγκη παροχής στους εξαρτημένους μέτρων εναλλακτικών της φυλακής, όπως η πρόσβαση σε προγράμματα θεραπείας και κοινωνικής επανένταξης. Αγνοούν την Εκθεση του ΟΗΕ οι συντάκτες του νομοσχεδίου ή την αποσιωπούν συνειδητά;

Ας προσέξουμε το ίδιο το κείμενο του νομοσχεδίου: καμιά από τις σχετικές με τα ναρκωτικά ρυθμίσεις του4 δεν στοχεύει στη μείωση του υπερβολικού5 αριθμού κρατουμένων για σχετικές με ναρκωτικά πράξεις. Ισα-ίσα, θεσπίζονται νέα εγκλήματα και επιβαρύνσεις, ανοίγοντας προοπτικές όχι μείωσης αλλά μελλοντικής αύξησης του πληθυσμού αυτού. Στους εξαρτημένους αναφέρεται ένα και μόνο άρθρο6, που εισάγει ως βασική μέθοδο διάγνωσης της εξάρτησης την εξέταση ούρων και αίματος. Ετσι, όποιος άτυχος ή αφελής διωκόμενος ξέμεινε για λίγες μέρες από τη δόση του θα φαίνεται με τις εξετάσεις καθαρός, δηλαδή ψυχρός έμπορος. Αντίστροφα, οι επιτήδειοι της πιάτσας, αν απειλείται η σύλληψή τους, θα παίρνουν μια δόση και με την ανίχνευσή της θα χρίζονται εξαρτημένα θύματα. Η πιάτσα θα «δουλεύει» τη Δικαιοσύνη με συνταγή του νομοθέτη. Το νέο θα διαδοθεί τάχιστα.

Τα λοιπά περί τα ναρκωτικά αφέθηκαν για το μέλλον. Οσο για τις γενικότερες ρυθμίσεις του νομοσχεδίου, που στοχεύουν στη μείωση του έγκλειστου πληθυσμού, πέρα από το γεγονός ότι δεν προβλέπεται να έχουν την αποτελεσματικότητα αποσυμφόρησης που ρητορικά τις συνοδεύει (εύχομαι να διαψευστώ), είναι χαρακτηριστικό ότι εισάγουν μέτρα εφάπαξ εφαρμογής. Αφορούν μόνον όσους κατά την έναρξη ισχύος του νόμου θα βρίσκονται στις φυλακές. Κάποιος σκέφθηκε ότι έτσι μερικοί τώρα θα απολυθούν, θα εκτονωθεί η πίεση κι όταν σε λίγο καιρό η συμφόρηση θα έχει αποκατασταθεί στα γνωστά αφόρητα επίπεδα, τότε «βλέπουμε». Πολλές φορές και στο παρελθόν ο νομοθέτης προσέφυγε στη σπασμωδική συνταγή των εφάπαξ (μεταβατικών) μέτρων, χωρίς ποτέ να αναχαιτίσει έτσι τους αυξητικούς ρυθμούς της «βιομηχανίας» εγκλεισμού.

Το ΚΕΘΕΑ, Οργανισμός-Σύμβουλος του Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου (ECOSOC) του ΟΗΕ σε θέματα ναρκωτικών, έδωσε στο υπουργείο Δικαιοσύνης από καιρό και στη δημοσιότητα πρόσφατα τη δική του πρόταση για νομοθετική μεταρρύθμιση7. Η βασική του εισήγηση, που δεν εισακούστηκε, ήταν απλή: να αναγνωριστεί νομοθετικά ο πλημμεληματικός χαρακτήρας των συνηθισμένων πράξεων διακίνησης ναρκωτικών από εξαρτημένους8. Ετσι θα αποκλειστεί η προσωρινή κράτησή τους, θα επανέλθει το όριο τής υπό όρους απόλυσης στα κοινά κλάσματα του Ποινικού Κώδικα και θα διευκολυνθεί η εφαρμογή των προβλεπόμενων εναλλακτικών μέτρων. Προσοχή: δεν προτάθηκε κάποια γενική έκπτωση ποινών. Με τις ήδη ισχύουσες διατάξεις ο πλημμεληματικός χαρακτήρας της διακίνησης από εξαρτημένους, όπου απειλείται φυλάκιση έως πέντε χρόνια, θα έπρεπε κατά τον Ποινικό Κώδικα να αναγνωρίζεται. Ο χαρακτηρισμός του κακουργήματος οφείλεται εδώ σε νομολογιακή παρερμηνεία.

Αυτή, καθώς και άλλες επιμέρους προτάσεις του ΚΕΘΕΑ, προσπαθούν να προωθήσουν την αρχή ότι η θέση των εξαρτημένων με τη συνηθισμένη κτητική παραβατικότητα δεν είναι στη φυλακή, αλλά σε προγράμματα απεξάρτησης. Ο εγκλεισμός και τα υποκατάστατα γίνονται κάποτε αναγκαία κακά. Πρέπει να περιοριστούν στο ελάχιστο, ώστε να αναπτυχθεί η ανταγωνιστική αξία, η ελευθερία και να ανοίξει ο δρόμος για την απεξάρτηση και την κοινωνική ειρήνη.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Δ. Αγραφιώτη - Ε. Καμπριάνη, Αρθρο, Εξαρτήσεις 2002. 14 κε.

2. Π.χ. του Ν.1729/1987.

3. www.incb.org

4. Αρθρα 9 έως 14.

5. Πρόσφατα στοιχεία σε Τ. Τζαννετάκη, Αρθρο, Ποινικά Χρονικά 2008. 683.

6. Αρθρο 14 νομοσχεδίου.

7. www.kethea.gr

8. Αρθρα 20 και 30 παρ. 4β Ν.3459/2006.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι