Το (πολύ) φτωχό ΕΣΥ

Γιάννης Τούντας, Ελευθεροτυπία, 29/10/2004

Μόνο ως αυτοκτονική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η πολιτική της Ν.Δ. στον τομέα της υγείας. Αφού δημιούργησε υπέρμετρες προσδοκίες με τις προεκλογικές και μετεκλογικές της εξαγγελίες και αφού τοποθέτησε ένα από τα ικανότατα στελέχη της στην ηγεσία του υπουργείου Υγείας, έρχεται τώρα με τις σχεδόν μηδαμινές αυξήσεις για την υγεία στον προϋπολογισμό του 2005, που υπολείπονται ακόμα και του ετήσιου ιατρικού πληθωρισμού, να τινάξει στον αέρα τις όποιες δυνατότητες υπήρχαν για την αντιμετώπιση των προβλημάτων του ΕΣΥ.

Και επειδή το μεγαλύτερο πρόβλημα του ΕΣΥ είναι η έλλειψη του προσωπικού (χρειάζονται 25.000 προσλήψεις εκ των οποίων οι μισές σε νοσηλευτικό προσωπικό) και επειδή χωρίς χρήματα δεν μπορούν να γίνουν προσλήψεις, είχα γράψει πριν από περίπου 3 χρόνια από την ίδια αυτή στήλη ένα άρθρο με τίτλο «Το φτωχό ΕΣΥ», επισημαίνοντας την ελλιπή χρηματοδότηση.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, το ΠΑΣΟΚ, συνειδητοποιώντας το πρόβλημα, επιχείρησε κάποιες αυξήσεις και προκήρυξε κάποιες θέσεις, σαφώς όμως υπολειπόμενες των απαιτήσεων. Και ενώ οι ανάγκες μεγάλωσαν με τα νέα νοσοκομεία, τις νέες πτέρυγες και τις νέες μονάδες, τα κονδύλια για την υγεία για το 2005 μειώνονται, καθιστώντας το φτωχό ΕΣΥ πολύ πιο φτωχό. Η πρόσφατη δημοσιότητα για το Χαϊδάρι, το «Παπαγεωργίου» και ορισμένα άλλα νοσοκομεία που υπολειτουργούν λόγω έλλειψης προσωπικού, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αλλά δυστυχώς όχι τα μόνα.

Το ίδιο ισχύει και για τα ράντζα και τις εφημερίες. Το νέο σύστημα που προτείνει η Ν.Δ. χρειάζεται χρήμα για υποδομές και προσωπικό. Η καθημερινή εφημερία πρέπει να στεγάζεται σε Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών (ΤΕΠ) που δεν υπάρχει ακόμα στα περισσότερα νοσοκομεία.

Είναι βέβαια σαφές ότι η ελληνική οικονομία δεν έχει και πολλά περιθώρια για γενναίες αυξήσεις στον κοινωνικό τομέα. Εχει όμως περιθώρια για σταδιακή βελτίωση της υποχρηματοδότησης του δημοσίου τομέα της υγείας που αντιστοιχεί μόνο στο 5% του ΑΕΠ και αποτελεί αρνητικό ρεκόρ για τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Από την άλλη, εφόσον υπάρχει δημοσιοοικονομική στενότητα, θα περίμενε κανείς, τουλάχιστον απ’ όσους υποστηρίζουν την αναγκαιότητα του ΕΣΥ, να βρουν και άλλους τρόπους να το ενισχύσουν οικονομικά. Ενας απ’ αυτούς θα ήταν η μεταφορά πόρων από τον ιδιωτικό τομέα της υγείας στον δημόσιο.

Αυτό άλλωστε επιχείρησε να κάνει η λειτουργία των απογευματινών ιατρείων στα δημόσια νοσοκομεία, που μόνο στα νοσοκομεία του Α’ ΠΕΣΥΠ Αττικής επέφερε κέρδη 40 εκατ. ευρώ το 2003, καθώς και η προσπάθεια που δρομολογήθηκε για τη σύναψη συμβάσεων με την ιδιωτική ασφάλιση. Η Ν.Δ. όμως, χωρίς σαφή προσανατολισμό στο κρίσιμο αυτό ζήτημα, ενώ φαίνεται να προωθεί πολύ σωστά τις συμβάσεις με την ιδιωτική ασφάλιση, από την άλλη, ετοιμάζεται να καταργήσει τα απογευματινά ιατρεία, δίνοντας ταυτόχρονα τη δυνατότητα στους νοσοκομειακούς γιατρούς του ΕΣΥ να ανοίξουν ιδιωτικό ιατρείο, γεγονός που θα μετακυλίσει πόρους από τον δημόσιο τομέα προς όφελος του ιδιωτικού.

Η πιο αποτελεσματική όμως αντιμετώπιση του προβλήματος θα προέλθει μόνο εάν μελετηθεί και εφαρμοστεί ένα άλλο μοντέλο οργάνωσης και χρηματοδότησης του ΕΣΥ. Η σημερινή χρηματοδότηση του συστήματος κατά 70% από τον κρατικό προϋπολογισμό και κατά 30% από την κοινωνική ασφάλιση είναι όχι μόνο ανεπαρκής αλλά και αδιέξοδη από τη στιγμή που τα ταμεία αδυνατούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους ακόμα και με τα ισχύοντα χαμηλά νοσήλια.

Για να ομαλοποιηθεί η λειτουργία των δημόσιων νοσοκομείων, η χρηματοδότησή τους θα πρέπει να προέλθει αποκλειστικά από τον κρατικό προϋπολογισμό, τουλάχιστον για τις βασικές παροχές, και η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας να χρηματοδοτηθεί μόνο από την κοινωνική ασφάλιση και τις ιδιωτικές δαπάνες (ιδιωτική ασφάλιση και ιδιωτικές πληρωμές), αντί να επιβαρύνει τους προϋπολογισμούς των νοσοκομείων.

Ενα τέτοιο μοντέλο πιθανόν να σημαίνει ότι το ΕΣΥ όχι μόνο δεν αναπτύσσει άλλες πρωτοβάθμιες υπηρεσίες, τις οποίες έτσι κι αλλιώς δεν έχει τους πόρους για να τις λειτουργήσει, αλλά και ότι τις ήδη υπάρχουσες τις αποσυνδέει από τα νοσοκομεία και τις καθιστά επιχειρησιακά αυτόνομες και αυτάρκεις σε συνεργασία με την Τοπική Αυτοδιοίκηση, με ενώσεις γιατρών ή με ιατρικοασφαλιστικούς φορείς.

Ο δε συντονισμός των νοσοκομειακών και εξωνοσοκομειακών υπηρεσιών, στην περίπτωση αυτή, θα μπορεί να επιτυγχάνεται αποτελεσματικά σε επίπεδο περιφέρειας, εφόσον βέβαια η Ν.Δ. αποφασίσει αντί να καταργήσει να ενισχύσει τον θεσμό των Περιφερειακών Συστημάτων Υγείας και Πρόνοιας (ΠεΣΥΠ).

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι