Συμβαίνουν και αλλού

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Ελευθεροτυπία, 28/01/2004

Οσοι εξακολουθούν, παρά τον ανερχόμενο προεκλογικό πυρετό, να παρακολουθούν τι συμβαίνει στο εξωτερικό, ίσως άκουσαν κάτι για τη διαμάχη που συγκλόνισε τη Βρετανία με αφορμή το νέο σύστημα χρηματοδότησης των πανεπιστημίων. Το θέμα είναι αφάνταστα περίπλοκο και πολυδιάστατο, το ίδιο και η συζήτηση που βάστηξε βδομάδες ολόκληρες, αλλά θα μπορούσαμε να το συνοψίσουμε ως εξής: αυξάνεται το κόστος των ανώτατων σπουδών για τους φοιτητές, δηλαδή υποχωρεί περαιτέρω η αρχή της δωρεάν παιδείας. Η κυβέρνηση τόνισε ότι με τον τρόπο αυτό θα αποκτήσουν τα ΑΕΙ αυξημένους και καλύτερα διανεμημένους πόρους. Κάποιοι αμφισβήτησαν τις λεπτομέρειες, η βασική αντίρρηση όμως ήταν άλλη: εφόσον η ανώτατη παιδεία χρειάζεται περισσότερα κονδύλια, γιατί δεν τα παρέχει το κράτος, επιβάλλοντας νέους φόρους; Ο Μπλερ απάντησε ότι «ως Εργατικοί πιστεύουμε μεν στην παροχή υπηρεσιών από το κράτος, θα πρέπει ωστόσο να καταλάβουμε πως στην εποχή μας ένα μέρος του κόστους των υπηρεσιών αυτών οφείλουν να το επωμίζονται εκείνοι που άμεσα ωφελούνται».

Τα λόγια του Βρετανού πρωθυπουργού δεν ξάφνιασαν. Εδώ και κάμποσα χρόνια, η εν λόγω άποψη θεωρείται από πάρα πολλούς αυτονόητα ορθή. Και το σκεπτικό της είναι απλό: οι δημόσιες δαπάνες και η υψηλή φορολογία μειώνουν την ανταγωνιστικότητα της εθνικής οικονομίας και επειδή ζούμε σε έναν κόσμο όπου δεν υπάρχουν σύνορα, η διατήρηση, πόσο μάλλον η επέκταση, του κοινωνικού κράτους καταλήγει μοιραία σε ολοένα και πιο χαμηλούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης. Μερικοί αριστεροί αντίπαλοι του Μπλερ επισήμαναν ότι η θέση αυτή, την οποία υπερασπίζεται με νύχια και με δόντια, είναι σαφώς ιδεολογική. Νομίζω ότι έχουν δίκιο, αν με τον όρο «ιδεολογική» εννοήσουμε μια αρχική και θεμελιακή επιλογή, σύμφωνα με την οποία το υπέρτατο ζητούμενο είναι η οικονομική ανάπτυξη. Φυσικά στις δημοκρατικές κοινωνίες ουδείς πολιτικός θέλει να δείχνει κοινωνικά ανάλγητος.

Οταν όμως καλείται να διαλέξει ανάμεσα στην οικονομία της χώρας και σε ορισμένες αρχές, όπως η αλληλεγγύη ή η ισότητα, διαλέγει την οικονομία. Κι αυτό επειδή γνωρίζει ότι η τεράστια πλειονότητα των συμπολιτών του, όποιες και να είναι οι δεδηλωμένες πολιτικές πεποιθήσεις τους, ψηφίζουν με γνώμονα την τσέπη τους. (It’s the economy, stupid!) Ετσι εξηγείται το γεγονός ότι στη Δυτική Ευρώπη τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που παραδοσιακά στήριξαν το κοινωνικό κράτος απεργάζονται σήμερα τη διάλυσή του.

Από αυτή τη διαπίστωση, την οποία οι κρατούντες εφαρμόζουν στην ουσία, μολονότι ελάχιστοι τη δηλώνουν ανοιχτά, προκύπτουν αναπόδραστα δύο συμπεράσματα: πρώτο, ότι το ισχύον σύστημα της ελεύθερης αγοράς έχει μια εσωτερική λογική που το κινεί, ισοπεδώνοντας τις προθέσεις και τις αξίες μας που θα του φράξουν το δρόμο. Δεν θέλω σε καμία περίπτωση να αρνηθώ την ειλικρίνεια εκείνων που προσπαθούν να το εξανθρωπίσουν απαλύνοντας τις αδικίες και τις ανισότητες. Οσο όμως υπερτερεί η οικονομική ανάπτυξη, εκείνο που αμφισβητώ είναι η ικανότητά τους να το πετύχουν.

Μπορεί να το επιδιώκουν και να το πιστεύουν. Μπορεί κάποιες μικροβελτιώσεις να τις περάσουν. Αλλά όταν έρθει ο κόμπος στο χτένι θα αναγκαστούν να προστατεύσουν την εθνική οικονομία από το θανάσιμο κίνδυνο που αντιπροσωπεύουν οι άλλες χώρες, οι οποίες εφαρμόζουν τη σκληρή εκδοχή της ελεύθερης αγοράς. Και οι πολίτες, που για χάρη τους διατηρήθηκε το κοινωνικό κράτος, θα προτιμήσουν τα φτηνότερα εισαγόμενα προϊόντα. Ητοι, άλλο ζητούν ως πολιτικά υποκείμενα κι άλλο διαλέγουν ως καταναλωτές.

Το δεύτερο συμπέρασμα κάνει τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα. Αν όντως οι διορθωτικές κινήσεις των σοσιαλδημοκρατών αποδειχθούν μάταιες απόπειρες εξωραϊσμού που υποχωρούν μπροστά στη λογική του συστήματος, τότε η μόνη λύση δεν μπορεί παρά να είναι μια συνολική και ριζικά εναλλακτική πρόταση. Και αυτή ακριβώς η πρόταση λείπει από το λόγο εκείνων που τοποθετούν εαυτούς στα αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας, δεδομένου ότι ο σοσιαλισμός με την κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία του μας τελείωσε. Το σύνθημα «Οι άνθρωποι πάνω από τα κέρδη» εμένα τουλάχιστον με βρίσκει απολύτως σύμφωνο.

Εχουν καταλάβει όμως εκείνοι που το φωνάζουν τι συνεπάγεται; Εχουν καταλάβει δηλαδή ότι αν δεν ανακαλύψουμε έναν τρόπο που θα εξασφαλίζει και την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική δικαιοσύνη, θα αναγκαστούμε να διαλέξουμε ανάμεσα στα δύο; Φοβάμαι πως όχι. Το ρητορικό τέχνασμα των «ριζοσπαστών» είναι να υπαινίσσονται ότι στον ιδανικό κόσμο που οραματίζονται η αγορά, η εκμετάλλευση και το ποταπό κίνητρο του προσωπικού κέρδους έχουν όλα καταργηθεί - αλλά το δεύτερο αυτοκίνητο και το εξοχικό παραμένουν.

Μήπως τελικά θα πρέπει να διαλέξουμε; Την απάντηση δεν τη γνωρίζω. Είμαι όμως σίγουρος ότι όσο αποφεύγουμε συνειδητά ή υποσυνείδητα τη συζήτηση πάνω σ’ αυτά τα ακανθώδη, ο «ριζοσπαστισμός» θα παραμένει μια περιθωριακή κίνηση που δεν απειλεί τίποτα και απλώς εισπράττει μια αδιέξοδη και συνεπώς απολιτική αγανάκτηση.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι