Τι κρύβουν οι τουρκικές απειλές

Κώστας Ζέπος, Κυρ. Ελευθεροτυπία, 19/12/2004

Οι απειλές που τελευταία εκτοξεύονται κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου από την τουρκική κυβέρνηση ή άλλους πολιτικούς εκπροσώπους, προδίδουν τη βαθιά σύγχυση που κυριαρχεί σε όλη την έκταση του τουρκικού πολιτικού κατεστημένου.

1. Μετριοπαθείς ή ακραίοι ισλαμιστές του κυβερνώντος κόμματος, παράγοντες της κρατικής γραφειοκρατίας και του δικαστικού σώματος (το λεγόμενο «βαθύ κράτος»), οι ένοπλες δυνάμεις μέσω του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας, το οποίο μετά τις ευρωπαϊκές παραινέσεις αποτελεί τώρα συμβουλευτικό όργανο, οι επιχειρηματίες μέσω του Σύνδεσμου Βιομηχάνων που έχει διακριθεί για τις εκσυγχρονιστικές πρωτοβουλίες του, όλοι και ο καθένας από τη σκοπιά του, επιδίδονται με πάθος στην επίκληση του εθνικού συμφέροντος.

Κοινό χαρακτηριστικό της πλειοδοσίας αυτής, είτε εκφράζεται ανοιχτά ή εκδηλώνεται διά της σιωπής, είναι η αναφορά στο κεμαλικό δόγμα, ως αδιαμφισβήτητου οδηγού στην πορεία προς τον εξευρωπαϊσμό της χώρας. Η σύγχυση και η αβεβαιότητα που υπάρχουν, παρά την υπεροψία του ύφους που υιοθετούν τα εκάστοτε φερέφωνα, οφείλονται στη δυσκολία ανάγνωσης των ιστορικών αλλά πάντοτε επίκαιρων αρχών του κεμαλικού δόγματος σε συνδυασμό με τις αρχές και τα ουσιαστικά γνωρίσματα της ευρωπαϊκής ταυτότητας.

Ετσι, σε ό,τι αφορά την ανεμπόδιστη εφαρμογή της ελευθερίας της θρησκευτικής λατρείας, η κεμαλική αρχή του «λαϊκισμού» (secularism) αντιδιαστέλλεται όχι μόνο με τα δικαιώματα των θρησκευτικών μειονοτήτων, αλλά πρωτίστως με το διογκούμενο ρεύμα του ισλαμισμού, πολιτική έκφραση του οποίου αποτελεί το κυβερνών κόμμα.

Η κυβέρνηση του κ. Ερντογάν που ανέχθηκε τις τελευταίες επιθέσεις κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου, πρέπει να συνειδητοποιεί τις αντιφάσεις στις οποίες έχει περιπέσει, στο βαθμό που λησμονεί πως η κατάργηση του μουσουλμανικού χαλιφάτου και η εγκαθίδρυση «λαϊκού» και συγκεντρωτικού κράτους το 1923, σύμφωνα και με την αντίληψη της αρχής του «δημοκρατισμού» (republicanism), αποτέλεσαν τα ιδεολογικά ερείσματα του βίαιου περιορισμού των θρησκευτικών ελευθεριών των μουσουλμάνων.

2.Σε ό,τι αφορά αμεσότερα τους Ελληνες, πρέπει να λεχθεί ότι αν η Τουρκική Δημοκρατία δεν πέτυχε την απομάκρυνση της Εκκλησίας της Ορθοδόξου Πίστεως από την Τουρκία, πάντως προκάλεσε την κατάργηση των κοσμικών εξουσιών της, δικαστικών και διοικητικών (δικαιολογημένα, υπό τις τότε νέες ιστορικές περιστάσεις) οι οποίες που είχαν αναγνωρισθεί στο Οικουμενικό Πατριαρχείο από το οθωμανικό κράτος ήδη από τον 15ο αιώνα.

* Η παραμονή του Πατριαρχείου στην ιστορική του έδρα της Κωνσταντινούπολης υπήρξε ένα από τα επιτεύγματα του Ελευθερίου Βενιζέλου. Στα πρακτικά των συνομιλιών με τον Ισμέτ Ινονού το 1923, στη διάσκεψη που οδήγησε στη Συνθήκη της Λοζάνης, γίνεται μνεία του Πατριαρχείου και της θρησκευτικής του αποστολής. Η ίδια η συνθήκη, χωρίς να αναφέρεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, ή ειδικά στη Σχολή της Χάλκης, προβλέπει τη σύσταση «θρησκευτικών ιδρυμάτων κ.λπ.», όπως και «...σχολείων και λοιπών εκπαιδευτηρίων...», στο πλαίσιο της προστασίας των μειονοτικών και θρησκευτικών δικαιωμάτων των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, της Ιμβρου και της Τενέδου. Δεν έχει κανείς παρά να διαβάσει τις σχετικές εκθέσεις της Επιτροπής της Ε.Ε. για να διαπιστώσει πόσο οι πρόνοιες αυτές έχουν παραμείνει γράμμα κενό.

3. Για τον έλληνα παρατηρητή, η κυβέρνηση του μετριοπαθούς ισλαμιστή κ. Ερντογάν αποκαλύπτει την αδυναμία της απέναντι στους εκφραστές ενός άκαμπτου κεμαλισμού, που θέλει να αγνοεί την 6η «μεταρρυθμιστική» αρχή του ιστορικού δόγματος. Ο ιδρυτής του τη θεώρησε αναγκαία, αφήνοντας έτσι ένα παράθυρο ανοιχτό για τις απρόβλεπτες ανάγκες που θα επέβαλε ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της χώρας. Οι μεταρρυθμιστικές αυτές ανάγκες είναι όσο ποτέ άλλοτε απαραίτητες τώρα.

* Η ικανοποίησή τους τελικά θα ευνοούσε και τους θρησκευόμενους Τούρκους, αν ο τούρκος πρωθυπουργός έδινε τη δέουσα προσοχή στις συστάσεις της Επιτροπής της ΕΕ. για την εξάλειψη των δυσκολιών που συναντούν οι μη μουσουλμανικές κοινότητες, είτε διότι δεν τους αναγνωρίζεται νομική προσωπικότητα, ή περιουσιακά δικαιώματα, ή η ανεμπόδιστη λειτουργία θρησκευτικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, ή η εσωτερική τους διοίκηση.

* Οπως ο κ. Ερντογάν, έτσι και πολλοί ευρωπαϊστές της αντιπολίτευσης φαίνεται ότι αγνοούν τα πορίσματα της Επιτροπής, που επισημαίνουν ότι «η δημόσια χρήση (στην Τουρκία) του εκκλησιαστικού τίτλου του Οικουμενικού Πατριάρχη εξακολουθεί να απαγορεύεται...». Αγνοούν ότι το σύνολο των ζητημάτων αυτών - μεταξύ των οποίων καταγράφεται και η απαγόρευση αδειών εργασίας και διαμονής σε χριστιανούς κληρικούς- εμπίπτει στην κατηγορία των «κριτηρίων της Κοπεγχάγης».

4. Το χειρότερο όμως είναι ότι η δυσκολία να υιοθετηθεί από τους διαμορφωτές της τουρκικής κοινής γνώμης και τους πολιτικούς εκπροσώπους της μια ακριβής αντίληψη περί της ουσίας του πατριαρχικού θεσμού αποθαρρύνει όσους έχουν ταχθεί υπέρ της υποστήριξης μιας «ευρωπαϊκής Τουρκίας».

* Βέβαια, αρκετοί Τούρκοι αντιλαμβάνονται ότι αν και δεν ανήκει στη θρησκευτική και λαϊκή παράδοση της χώρας τους, το Πατριαρχείο προσδίδει μια πρόσθετη αίγλη σ’ αυτήν, ως χριστιανικός θεσμός με αναγνωρισμένη οικουμενική αποδοχή και απήχηση, η πνευματική αποστολή του οποίου τιμάται και υποστηρίζεται με τον επισημότερο τρόπο από την Ε.Ε., το ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την κυβέρνηση των ΗΠΑ και όλες τις άλλες μεγάλες ή μικρότερες χώρες της διεθνούς κοινότητας.

Πόσο μάλλον που ο οικουμενικός πατριάρχης σαν τούρκος πολίτης, λόγω του σεβασμού και κύρους που απολαμβάνει αποτελεί ένα χρήσιμο δίαυλο επικοινωνίας και προσέγγισης μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας.

5. Το Πατριαρχείο έχει αναδειχθεί διεθνώς σε κέντρο διαλόγου, όχι μόνο μεταξύ χριστιανικών δογμάτων, ορθοδόξων, καθολικών και διαμαρτυρομένων, αλλά και μεταξύ θρησκειών, χριστιανισμού και ισλάμ.

Η πτυχή αυτή των πνευματικών δραστηριοτήτων αναπτύσσεται παράλληλα με τις πρωτοβουλίες της Α.Θ.Π. του κ. Βαρθολομαίου, που ανέδειξαν την Ορθοδοξία πρωτοπόρο στην προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, ένεκα των οποίων διεθνώς έγινε γνωστός και σαν ο «πράσινος πατριάρχης».

6. Στον αντίποδα των διαπιστώσεων αυτών βρίσκονται τα συμπτώματα ενός τυφλού και τελικά ανόητου φανατισμού, που εκδηλώθηκαν στην Τουρκία, με τον ισχυρισμό ότι το Πατριαρχείο και η ακόμη κλειστή Θεολογική Σχολή της Χάλκης αποτελούν 5η φάλαγγα του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού!

* Τέτοιες εκδηλώσεις πλήττουν την αξιοπιστία των τούρκων ευρωπαϊστών, αν δεν υπάρξουν άμεσες και αποτελεσματικές αντιδράσεις εκ μέρους των. Οπως πλήττεται και η ελληνική αξιοπιστία και σοβαρότητα με τον προ έτους περίπου ισχυρισμό κάποιου ιερωμένου του κλίματος της Εκκλησίας της Ελλάδος, ότι δήθεν μόνο από την Ελλάδα αναγνωρίζεται η οικουμενικότητα του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.

7. Τέτοια φαινόμενα δεν πρέπει να υπονομεύσουν τις προσπάθειες για την εξασφάλιση μιας πραγματικά δημοκρατικής και ανοιχτής κοινωνίας στην Τουρκία. Εκεί είναι το πρόβλημα, το οποίο η γειτονική χώρα οφείλει να λύσει μόνη της. Μπορεί να αντλήσει από το ιστορικό παρελθόν της, τόσο το οθωμανικό όσο και το κεμαλικό, στοιχεία όπως της πολυφυλετικής σύνθεσης όσο και της ενότητας της χώρας.

Αυτά, σε συνδυασμό με τον πραγματικό και όχι μόνο κατ’ επίφασιν σεβασμό των ανθρώπινων και μειονοτικών δικαιωμάτων, μπορούν να διασπάσουν τα αδιέξοδα τα οποία ορθώνονται σήμερα στην πορεία της προς την Ευρώπη.

Προς την κατεύθυνση αυτή η κυβέρνηση του κ. Ερντογάν, όπως άλλωστε και η Ε.Ε., οφείλουν να αναλάβουν τις ευθύνες τους.

(Οι σκέψεις αυτές καταγράφονται με την ελπίδα ότι θα διαβαστούν και από Τούρκους, για να κριθούν και από αυτούς, σαν συμβολή σε έναν ειλικρινή διάλογο, ο οποίος συνεχίζεται).

* Ο ΚΩΣΤΑΣ ΖΕΠΟΣ είναι πρέσβης ε.τ. Από το 1998 είναι ενεργό μέλος του Ελληνοτουρκικού Φόρουμ, μιας άτυπης ομάδας επαφής και διαλόγου μεταξύ των δύο χωρών.

Θέμα επικαιρότητας:
Ελληνοτουρκικά

Σύνολο: 60 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι