Στην Ισπανία διαπραγματεύονται

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 02/09/2009

«Τα συνδικάτα απορρίπτουν ένα απόλυτο πάγωμα των μισθών, είναι όμως διατεθειμένα να διαπραγματευθούν αυξήσεις χαμηλότερες από 1%». Με τη φράση αυτή ξεκινούσε το ρεπορτάζ της εφημερίδας Εl Ρais όπου καταγράφονταν οι αντιδράσεις των ισπανικών οργανώσεων των εργαζομένων στη μόλις διακηρυγμένη πρόθεση της κυβέρνησης Θαπατέρο να περιορίσει το έλλειμμα του προϋπολογισμού του 2010 - φέτος καλπάζει προς το 10% του ΑΕΠ- προσπαθώντας να περικόψει τις δημόσιες δαπάνες και να συγκρατήσει ιδίως τις δαπάνες για τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων.

Σε ελληνικά αυτιά η φράση ακούγεται αδιανόητη. Αποτυπώνει μιαν αβυσσαλέα διαφορετική πραγματικότητα ως προς τον τρόπο που η κυβέρνηση διαμορφώνει την οικονομική πολιτική από τη μία πλευρά, που την προσλαμβάνουν οι εκπρόσωποι αντιτιθεμένων κοινωνικών συμφερόντων από την άλλη. Μια χαρακτηριστική εκδήλωση αυτής της διαφοράς βλέπουμε πρωτοσέλιδη στην ίδια εφημερίδα στις 30 Αυγούστου: «Ο Θαπατέρο θα αυξήσει τους φόρους στα εισοδήματα του κεφαλαίου». Το υπουργείο Οικονομικών επεξεργάζεται αυξήσεις στη φορολόγηση των αποδόσεων των χρηματοοικονομικών προϊόντων, καθώς και των υπεραξιών κατά την πώληση μετοχών, ακινήτων, ή ασφαλειών ζωής, μεταξύ άλλων, όχι όμως των μισθών και των συντάξεων, και η μεταρρύθμιση αυτή θα είναι βασικό στοιχείο του νέου προϋπολογισμού για το 2010, αναφέρει το σχετικό ρεπορτάζ.

Αλλά την ουσία της διαφοράς Ισπανίας-Ελλάδας ως προς την πολιτική αντιμετώπιση της κρίσης μπορούμε να τη διαβάσουμε σε πρόσφατο κύριο άρθρο της Εl Ρais: «Ο (Ισπανός) πρωθυπουργός διακύρηξε τη βούλησή του να διαπραγματευθεί μέσα στους επόμενους μήνες με τους κοινωνικούς φορείς και τις πολιτικές δυνάμεις ένα φιλόδοξο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για να εδραιωθεί ένα πρότυπο διατηρήσιμης ανάπτυξης, χωρίς την αυτοκτονική εξάρτηση από την οικοδομή». Η λέξη κλειδί εδώ είναι φυσικά η διαπραγμάτευση. Και αυτή δεν εξαντλείται άλλωστε στη βούληση της σημερινής κυβέρνησης (Σοσιαλιστές), ούτε εφευρέθηκε τώρα: αποτελεί παράδοση στην ισπανική δημοκρατία επί τρεις δεκαετίες μετά τη σαραντάχρονη δικτατορία, όλων των διαδοχικών κυβερνήσεων και των κομμάτων, όπως και των συνδικάτων (τα οποία, ας σημειώσουμε, είναι πολύ πιο μαζικά, αυτόνομα και ισχυρά από τα δικά μας). Προσχώρησαν αναγκαστικά και οι επιχειρήσεις, τράπεζες, εργοδοτικές ενώσεις, που αλλιώς είχαν μάθει επί Φράνκο. Για παράδειγμα, η τελευταία σημαντική μεταρρύθμιση του εργατικού δικαίου στην Ισπανία, που κάπως περιόρισε την επισφαλή απασχόληση μειώνοντας παράλληλα τις αποζημιώσεις των εργαζομένων με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, και αρχίζοντας έτσι να χτίζει γέφυρες ανάμεσα στους πιο προστατευμένους και τους απροστάτευτους εργαζόμενους, συντελέσθηκε επί (συντηρητικής) κυβέρνησης Αθνάρ. Ήταν προϊόν πολύμηνων, επίπονων διαπραγματεύσεων μεταξύ εργοδοτών και συνδικάτων, στις οποίες δεν είχε καμία ανάμειξη η κυβέρνηση πέρα από το να παραλάβει πανηγυρικά τη συμφωνία που κατόρθωσαν να συνάψουν και να τη φέρει ως νόμο στη Βουλή, όπου και ψηφίστηκε. Μέσα από μια τέτοια παράδοση μπορούμε ίσως να κατανοήσουμε τη συγκατάθεση των δημοσίων υπαλλήλων της Ισπανίας σε διαπραγματεύσεις για τόσο χαμηλές αυξήσεις των μισθών τους τον επόμενο χρόνο. Η αλληλεγγύη τους με τα εκατομμύρια των ανέργων που έπληξε η κρίση και πρέπει να επιδοτηθούν, όσων κινδυνεύουν να χάσουν τη δουλειά τους και χρειάζονται στήριξη από τον κρατικό προϋπολογισμό, δεν είναι ένα πρόσχημα που επικαλείται η κυβέρνηση προκειμένου να εμφανίσει πιο ανεκτά νούμερα στις Βρυξέλλες, όπως συμβαίνει σ΄ εμάς. Διότι εκεί καταρτίζεται προϋπολογισμός διαφανής, παράδοση και αυτή, επανεξετάζεται όταν διαφαίνεται ότι θα πέσει έξω, το περιβόητο «κόστος της προσαρμογής» αριθμείται με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια, και προτείνεται προς διαπραγμάτευση συγκεκριμένη κατανομή του στην κοινωνία- εξ ου και οι αυξήσεις στη φορολογία του κεφαλαίου.

Το δράμα της Ελλάδας, 35 χρόνια μετά τη δική μας Μεταπολίτευση, είναι ότι αγνοούμε παντελώς την έννοια της συνολικής κοινωνικής διαπραγμάτευσης. Με άλλους τρόπους, μέσα από διασυνδέσεις με τα δύο κυβερνητικά κόμματα και τους πολιτικούς τους κυρίως, προωθούν τα συμφέροντά τους οι διάφορες οικονομικό/κοινωνικές κατηγορίες, προσφέροντας σε αντάλλαγμα ψήφους τα πολυμελή μικρότερα συμφέροντα, χρήμα- υποψιαζόμαστε όλοι χωρίς να μπορούμε ακριβώς να το αποδείξουμε- τα μεγάλα. Την επιτακτική ανάγκη ενός νέου αναπτυξιακού προτύπου, για την οποία μιλάει ο Θαπατέρο στους Ισπανούς, την επισημαίνουν στη χώρα μας πάνω από έναν χρόνο τώρα, πολύ προτού έρθουν επιπτώσεις από την παγκόσμια κρίση, σοβαροί αναλυτές με επιφανέστερο τον διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος. Αλλά όλο αυτό το διάστημα η κυβέρνηση αναλωνόταν σε μικρομέτρα που επιδεινώνουν την κατάσταση, η σκανδαλολογία οργίαζε, και τώρα πια συζητάμε μόνο πότε θα γίνουν εκλογές.

Μη νομισθεί πάντως ότι στην Ισπανία η έξοδος από την κρίση είναι σπαρμένη με ροδοπέταλα. Η πολιτική αντιπαράθεση είναι σκληρή, οι κοινωνικές συγκρούσεις επίσης. Αλλά ξέρουν τουλάχιστον για τι μιλάνε.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι