Η ευημερία των παιδιών

Πόσο λίγο τη φροντίζουμε, αποκαλύπτει συγκριτική μελέτη του ΟΟΣΑ

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 09/09/2009

Αυτές τις μέρες που, εν όψει εκλογών, όλοι συζητάμε την κακή οικονομική κατάσταση της χώρας, την έκρηξη των δημοσίων ελλειμμάτων και του χρέους ειδικότερα, και ψάχνουμε να καταλάβουμε με ποιες πολιτικές θα αντιμετωπιστεί, επίκαιρα δημοσιεύθηκε μια έκθεση του ΟΟΣΑ για την ευημερία των παιδιών στις 30 χώρες- μέλη του (*). Διότι, κατατάσσοντάς μας στις τελευταίες θέσεις σε όλους σχεδόν τους σχετικούς δείκτες, ήρθε να μας θυμίσει ότι πρώτο ζητούμενο δεν είναι πώς γενικά θα συμπιέσουμε τις δαπάνες, όπως μας έλεγε από τη Θεσσαλονίκη ο Πρωθυπουργός. Είναι πώς θα τις αναδιαμορφώσουμε ριζικά ώστε να πιάνουν τόπο.

Μπορούμε, έτσι, να δούμε την Ελλάδα να έρχεται τελευταία στην οικονομική στήριξη (επιδότηση) οικογενειών με έναν εργαζόμενο και δύο παιδιά έως έξι ετών: μόλις στο 3,5% του μέσου μισθού μεταξύ 28 χωρών του ΟΟΣΑ (Μεξικό και Τουρκία λείπουν από αυτή τη σύγκριση). Πρώτη, με 15% για τον μέσο μισθωτό και μάλιστα 32% για το χαμηλόμισθο, έρχεται η Ιρλανδία, ο μέσος όρος των 28 είναι 8% και 15% αντίστοιχα. Πολύ χαμηλά ερχόμαστε άλλωστε και στις δημόσιες κοινωνικές δαπάνες ανά παιδί προσχολικής ηλικίας για παιδικούς σταθμούς και νηπιαγωγεία, στο μόλις 3% του μέσου μισθού, όταν η πρώτη στην κατάταξη Ουγγαρία διαθέτει 20%. Μελέτες που επικαλείται ο ΟΟΣΑ αναδεικνύουν ωστόσο τον καθοριστικό ρόλο της επένδυσης στην προσχολική ηλικία για τη μετέπειτα ανάπτυξη του παιδιού. Παράλληλα και στις δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση στο σχολείο ερχόμαστε από τους τελευταίους: φτάνουν στο 11% του μέσου μισθού ανά μαθητή του δημοτικού (πάλι πρώτη η Ουγγαρία διαθέτει 35%), για να αυξηθούν στο 14% του μέσου μισθού ανά μαθητή του γυμνασίου και του λυκείου. Ενώ όμως οι δαπάνες για την υποχρεωτική μέση εκπαίδευση είναι φαινομενικά καθολικού χαρακτήρα- παρατηρούν οι συντάκτες της έκθεσης- τείνουν να ενισχύουν τις ανισότητες, διότι ωφελούν περισσότερο όσους μαθητές ήδη είχαν επιτυχία στις μικρότερες ηλικίες.

Ας μην απορούμε τόσο, λοιπόν, που στις γλωσσικές και μαθηματικές επιδόσεις των 15χρονων που μετρά κάθε χρόνο η έρευνα ΡΙSΑ ερχόμαστε τρίτοι από το τέλος στον ΟΟΣΑ (πριν από το Μεξικό και την Τουρκία), ούτε για τις υψηλές ανισότητες μεταξύ των μαθητών μας στις επιδόσεις αυτές. Μία εξήγηση τουλάχιστον προσφέρει η πενιχρή δημόσια επένδυση στα μικρά παιδιά. Στην ίδια θέση κατατασσόμαστε ως προς τους 15χρονους μαθητές που στερούνται βασικά εκπαιδευτικά εργαλεία (δικό τους γραφείο και ήσυχο χώρο να δουλέψουν, κομπιούτερ, λεξικά κ.λπ.), 6,1% έναντι 1-2% στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Από την άλλη πλευρά πάντως ας σημειώσουμε ότι στο ποσοστό των νέων ηλικίας 15-19 ετών που βρίσκονται εκτός εκπαίδευσης, κατάρτισης ή εργασίας, εκείνων δηλαδή που απειλούνται περισσότερο με μόνιμο κοινωνικό αποκλεισμό, μετρούμαστε στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ (8%), καλύτερα από την Ιταλία (12%), τη Βρετανία (11%) και την Ισπανία (10%), αισθητά χειρότερα όμως από την Ολλανδία, τη Φινλανδία, τη Δανία, τη Γερμανία, αλλά και την Πολωνία (3-4%).

Μη έχοντας τον χώρο εδώ για μια πιο αναλυτική παρουσίαση, ας κρατήσουμε ότι στους γενικούς, συνοπτικούς, δείκτες που κατάρτισαν οι μελετητές του ΟΟΣΑ τα Ελληνόπαιδα κατατάσσονται στην 26η θέση ως προς την υλική ευημερία, στη 19η ως προς τις συνθήκες στέγης και περιβάλλοντος, στην 27η ως προς την εκπαιδευτική ευημερία, στην 23η ως προς την υγεία και την ασφάλεια, στην 24η ως προς την ποιότητα της σχολικής ζωής. Μόνο στις επικίνδυνες συμπεριφορές (κάπνισμα, κατανάλωση οινοπνεύματος, ανήλικες κυήσεις) ερχόμαστε σε συγκριτικά καλή, 7η, θέση, και ακόμα παρουσιάζουμε το χαμηλότερο ποσοστό αυτοκτονιών στις ηλικίες 15-19 ετών: 1,5 στις 100.000 τα αγόρια, 1 τα κορίτσια (μέσοι όροι ΟΟΣΑ 10,2 και 3,4). Αλλά βέβαια δεν μπορούμε να αρκεστούμε σε αυτά, ούτε έχουμε λόγους να αισιοδοξούμε ότι θα συνεχίζονται.

Και για να επιστρέψουμε στις δημόσιες δαπάνες που αποσκοπούν στην ευημερία των παιδιών. Συνιστούν αναγκαία, αν και όχι ικανή προϋπόθεση για να έχουμε καλά αποτελέσματα, που μπορεί όμως αντικειμενικά να μετρηθεί. Το ενδιαφέρον στην έκθεση του ΟΟΣΑ είναι ότι δεν τις συγκρίνει μεταξύ των χωρών σε απόλυτα μεγέθη αλλά ως ποσοστό του εθνικού μέσου μισθού. Δείχνει δηλαδή πόσο επιλέγει κάθε κοινωνία να επενδύσει στα παιδιά της (και αναφέρεται σε στοιχεία των ετών μέχρι το 2008, που δεν έχουν επηρεαστεί ακόμα από την κρίση). Εκλογές έρχονται, ένας καλός πολιτικός στόχος δεν είναι να ανέβουμε εδώ από τον πάτο;

(*) ΟΕCD, « Doing Βetter for Children»

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι