Ποιο είναι το εκλογικό σύστημα της Γερμανίας

Κάκη Μπαλλή, Κυριακάτικη Αυγή, 01/11/2009

Ο Γιώργος Παπανδρέου θέλει να το δανειστεί και να το φέρει -λέει- στα ελληνικά μέτρα. Που σημαίνει, ότι ένα σύστημα απλής αναλογικής μπορεί να γίνει κανονικός Φρανκενστάιν στα χέρια ενός πολιτικού αρχηγού.

Το εκλογικό σύστημα στη Γερμανία είναι αρκετά περίπλοκο, καθώς η χώρα έχει ομοσπονδιακή δομή και κάθε κρατίδιο πρέπει να εκπροσωπείται ανάλογα με τον πληθυσμό του, ενώ σε κάθε κρατίδιο οι μισοί βουλευτές εκλέγονται πλειοψηφικά και οι άλλοι μισοί αναλογικά. Ωστόσο, με μεθόδους εξομάλυνσης, στο τέλος κάθε κόμμα που παίρνει πάνω από 5% βγάζει τόσους βουλευτές όσο και το ποσοστό του.

Η Γερμανία είναι χωρισμένη σε δεκαέξι ομόσπονδα κρατίδια και 299 μονοεδρικές εκλογικές περιφέρειες - περίπου ισοδύναμες πληθυσμιακά. Η γερμανική Βουλή έχει 598 έδρες τουλάχιστον (θα το εξηγήσουμε παρακάτω αυτό). Τα κόμματα κατεβάζουν έναν υποψήφιο σε κάθε περιφέρεια και μία λίστα υποψηφίων με σειρά εκλογής σε κάθε κρατίδιο. Για να γίνει δεκτή μία λίστα από την κεντρική εφορευτική επιτροπή, θα πρέπει είτε να την καταθέτει ένα κόμμα που την προηγούμενη κοινοβουλευτική περίοδο είχε εκπροσώπηση στη Βουλή είτε να συνοδεύεται από 2.000 υπογραφές πολιτών, εγγεγραμμένων στους εκλογικούς καταλόγους του κρατιδίου.

Η σειρά στη λίστα καθορίζεται είτε με μυστική ψηφοφορία στις τοπικές οργανώσεις των κομμάτων είτε από τα αρμόδια κομματικά όργανα -και μαζί με τη λίστα είναι υποχρεωτικό να κατατίθεται στην εφορευτική επιτροπή το πρωτόκολλο της σχετικής συνεδρίασής τους. Για να γίνει δεκτός ένας υποψήφιος για τη μονοεδρική, είτε τον κατεβάζει ένα κοινοβουλευτικό κόμμα -για πρώτη φορά φέτος δεν επιτρεπόταν να ανήκει σε άλλο κόμμα, μπορούσε όμως να είναι μια ανεξάρτητη προσωπικότητα- είτε η υποψηφιότητά του συνοδεύεται από 200 υπογραφές εγγεγραμμένων στους εκλογικούς καταλόγους τής εν λόγω περιφέρειας.

Διπλή ψήφος

Κάθε ψηφοφόρος μπορεί να βάλει δύο σταυρούς στο ένα και μοναδικό ψηφοδέλτιο που του δίνει η εφορευτική επιτροπή. Ο ένας, γνωστός ως «πρώτη ψήφος», είναι για τον βουλευτή που επιλέγει στη μονοεδρική του περιφέρεια. Ο άλλος, η «δεύτερη ψήφος», είναι για το κόμμα της προτίμησής του. Το αποτέλεσμα που κρίνει τη σύνθεση της Βουλής είναι σχεδόν αποκλειστικά η δεύτερη ψήφος. Με εξαίρεση το «φράγμα» του 5%, που αποκλείει από τη Βουλή τα κόμματα που δεν μπορούν να το ξεπεράσουν, το σύστημα είναι απλή αναλογική: Το κόμμα που παίρνει 5% των ψήφων αποκτά και το 5% των εδρών της Βουλής. Βέβαια, υπάρχει πάντα μία πιθανότητα να πάρει ένα κόμμα μία, δύο ή και είκοσι έδρες πάνω από το ποσοστό που του αναλογεί.

Αυτό μπορεί να συμβεί κατά κανόνα μόνο στα δύο πρώτα κόμματα και ποτέ δεν είναι μετρήσιμο εκ των προτέρων, αλλά έχει να κάνει και με την ακτινοβολία των υποψηφίων που κατεβάζουν στις μονοεδρικές περιφέρειες. Θα το εξηγήσουμε με το παράδειγμα του κρατιδίου της Βόρειας Ρηνανίας Βεστφαλίας: Ως το μεγαλύτερο πληθυσμιακά κρατίδιο της χώρας, βγάζει και τις περισσότερες έδρες στην ομοσπονδιακή Βουλή - συνολικά 126, 63 μονοεδρικές και 63 από τη λίστα. Ο ψηφοφόρος που είναι εγγεγραμμένος π.χ. στην περιφέρεια Κολωνία ΙΙ, μπορεί είτε να δώσει τους δύο του σταυρούς στους Χριστιανοδημοκράτες, είτε να επιλέξει για τη μονοεδρική πρόσωπο που δεν ανήκει στο κόμμα που δίνει τη δεύτερη ψήφο του, π.χ. στον Σοσιαλδημοκράτη υποψήφιο. Όποιος κερδίζει τη μονοεδρική την παίρνει, ακόμη κι αν είναι ανεξάρτητος, ακόμη κι αν ανήκει σε κόμμα που δεν καταφέρνει να εκπροσωπηθεί στη Βουλή.

«Πλεονασματικές» έδρες

Στη Βόρεια Ρηνανία Βεστφαλία οι Χριστιανοδημοκράτες πήραν το 35% των δεύτερων ψήφων, άρα δικαιούνταν να στείλουν 44,1 βουλευτές στην ομοσπονδιακή Βουλή. Είχαν κερδίσει 35 από τις 63 μονοεδρικές, οπότε πήγαν αυτοί οι 35 στη Βουλή και οι 8 πρώτοι της κομματικής λίστας. Εάν όμως είχαν κερδίσει 46 μονοεδρικές -τότε ναι μεν δεν θα εξέλεγαν κανένα βουλευτή από τη λίστα, αλλά θα κρατούσαν τις δύο έδρες παραπάνω, τις «πλεονασματικές», καθώς όποιος κερδίζει μονοεδρική την παίρνει. Οι «πλεονασματικές» έδρες προστίθενται στις 598 της ομοσπονδιακής Βουλής και είναι προσωποπαγείς. Δηλαδή, εάν ο κάτοχός τους παραιτηθεί ή πεθάνει, δεν αντικαθίσταται.

Στις εκλογές του περασμένου Σεπτεμβρίου οι Χριστιανοδημοκράτες -και μόνον αυτοί- κέρδισαν συνολικά 21 «πλεονασματικές» έδρες. Στις εκλογές του 2005 είχαν κερδίσει 7 και οι Σοσιαλδημοκράτες 9, το 2001 μόνο μία και οι Σοσιαλδημοκράτες 4. Εδώ και χρόνια, πριν από τις εκλογές γίνεται συζήτηση για τις πλεονασματικές έδρες, οι οποίες σε οριακές περιπτώσεις μπορεί να αλλοιώσουν το αποτέλεσμα, ωστόσο μετά τις εκλογές το θέμα πάλι ξεχνιέται -και κανένα κόμμα δεν θεωρεί προτεραιότητά του να εισηγηθεί κάποια αλλαγή.

Η δύναμη των μονοεδρικών

Ουσιαστικά το γερμανικό εκλογικό σύστημα δεν έχει αλλάξει από το 1957. Καθώς οι ψηφοφόροι ακόμη και στις μεγάλες πόλεις δίνουν μεγάλη σημασία στον βουλευτή της μονοεδρικής τους, τα κόμματα υποχρεώνονται να κατεβάζουν πρόσωπα με ακτινοβολία που να ξεπερνά τα κομματικά σύνορα. Ενίοτε αναγκάζονται να το κάνουν αυτό, χωρίς να το θέλουν. Κλασικό παράδειγμα είναι ο Κρίστιαν Στρέμπελε των Πράσινων στη μονοεδρική του Κρόιτσμπεργκ στο Βερολίνο.

Ενώ η ηγεσία του κόμματος θα προτιμούσε να απαλλαγεί από τον «δύσκολο, αριστεριστή» Στρέμπελε και γι’ αυτό δεν του δίνει σίγουρη θέση εκλογής στη λίστα, ο μαχητικός δικηγόρος καταφέρνει εδώ και δώδεκα χρόνια να βγαίνει πρώτος και να κερδίζει τη μονοεδρική. Πουθενά αλλού οι Πράσινοι δεν έχουν καταφέρει το ίδιο, το μεγάλο ρίσκο πήρε φέτος ο συμπρόεδρός τους Τζεμ Όζντεμιρ στη Στουτγάρδη ΙΙ -χωρίς να εξασφαλισθεί και με μια θέση στη λίστα- και απέτυχε να εκλεγεί για μερικές εκατοντάδες ψήφους, καθώς πρώτη βγήκε η Χριστιανοδημοκράτισσα υποψήφια. Επίσης, χάρη στις μονοεδρικές, μπήκε το 2002 το Κόμμα Δημοκρατικού Σοσιαλισμού (PDS, «πρόγονος» της σημερινής Αριστεράς) στη Βουλή. Αν και είχε λάβει μόνο το 4% των ψήφων, τρεις υποψήφιοί του στο Βερολίνο είχαν κερδίσει τις μονοεδρικές τους.

Ο εκλογικός νόμος λέει ότι στην περίπτωση τριών κερδισμένων μονοεδρικών από το ίδιο κόμμα, όχι μόνο κρατούν οι τρεις την έδρα τους, αλλά «συμπαρασύρουν» και υποψηφίους από τη λίστα στη Βουλή, καταργώντας ντε φάκτο το όριο του 5%. Έτσι το PDS πήρε και το 4% των εδρών. Να σημειωθεί ότι το όριο του 5% δεν ισχύει για τις μειονότητες. Για παράδειγμα, στο κρατίδιο του Σλέσβιχ Χόλσταϊν η λίστα της δανέζικης μειονότητας μπορεί να εκπροσωπηθεί στην τοπική Βουλή με όποιο ποσοστό πάρει.

Η μοιρασιά της ψήφου

Από τη δεκαετία του 1960 και μετά, είναι σχετικά διαδεδομένο το φαινόμενο οι ψηφοφόροι να «μοιράζουν» την ψήφο τους. Να επιλέγουν δηλαδή για τη μονοεδρική υποψήφιο διαφορετικού κόμματος από αυτό που ψηφίζουν στη λίστα. Η στάση αυτή έχει πολλές εξηγήσεις. Η μία έχει να κάνει με την ακτινοβολία του υποψηφίου. Μια δεύτερη έχει να κάνει με την επιθυμία του ψηφοφόρου να δείξει ποιον κυβερνητικό συνασπισμό προτιμά: για παράδειγμα, φέτος το 14% των ψηφοφόρων που επέλεξαν Χριστιανοδημοκράτη υποψήφιο για τη μονοεδρική τους, έδωσαν τη δεύτερη ψήφο τους στους Φιλελεύθερους για να πιέσουν τη Μέρκελ να σχηματίσει μαζί τους κυβέρνηση. Κάτι ανάλογο -αν και σε μικρότερο βαθμό- είχε γίνει το 1998 με τους Σοσιαλδημοκράτες και τους Πράσινους.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι